Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ



Ανάμεσα στις ειδήσεις, χωρίς μάλιστα ειδικό βάρος, περιλαμβάνεται κι εκείνη που αφορά στη «Συλλογική προσφυγή, που κατέθεσε η ΓΣΕΕ, στα αρμόδια όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης, στο Στρασβούργο, για παραβίαση την τελευταία τετραετία μεγάλου αριθμού κοινωνικών δικαιωμάτων των Ελλήνων εργαζομένων» γιατί  πιστεύει ότι «Μία ακόμη καταδίκη των αντεργατικών μνημονιακών μέτρων …είναι βέβαιο ότι θα έχει σημαντική πολιτική σημασία και θα επηρεάσει θετικά τις εξελίξεις». Μια  ΓΣΕΕ απαξιωμένη  ήδη πριν από τα  χρόνια του μνημονίου, υποχρεωμένη, για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της, να παίρνει αποφάσεις για κάποιες κινητοποιήσεις που κάθε άλλο υποστηρίζει, επεκτείνει τη «γραμμή ρεαλισμού»  που ακολουθεί μέχρι το Συμβούλιο της Ευρώπης.  
Στη χώρα μας, μεταπολιτευτικά, ιδιαίτερα μετά το ’81, διαμορφώθηκε το στρώμα των κρατικοδίαιτων συνδικαλιστικών στελεχών, των οποίων ενισχύθηκε και νομιμοποιήθηκε η εξουσία, που βοήθησαν με την καθοδήγηση του κράτους  τη συνεργασία  μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων στα ζητήματα που αφορούσαν  στην εργασία, στους μισθούς,  στις τιμές, στην παραγωγή κλπ. Ο προσεταιρισμός  της συνδικαλιστικής ηγεσίας με την ενσωμάτωσή της ως κοινωνικού εταίρου στη κυβερνητική διαδικασία λήψης των αποφάσεων  σε συνδυασμό  με νομοθετικές και άλλες κρατικές ρυθμίσεις απέβλεπε, και το επετύγχανε, τον έλεγχο της βάσης των συνδικάτων.
Γενικά, χρησιμοποιώντας το συνδικαλισμό η καπιταλιστική εξουσία υποτάσσει την εργασία  στα συμφέροντά της χωρίς να καταφεύγει σε απαγορεύσεις και μέτρα καταστολής. Η νέα στρατηγική της λοιπόν,  που απέβλεπε στον εκ των άνω έλεγχο των εργαζομένων στα χρόνια, της ευμάρειας πλαισίωναν και  συμπλήρωναν οι κοινωνικές παροχές του κοινωνικού κράτους, αλλά  και άλλες μέθοδοι κατευνασμού και κοινωνικής ενσωμάτωσης των εργατών, όπως αυτή της συμμετοχής τους στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Κι έτσι ο ρόλος των συνδικάτων εντός της  καπιταλιστικής κοινωνίας περιορίζεται στη διαπραγμάτευση των όρων  της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργασίας και όχι της κατάργησής της. Ο συνδικαλισμός υπάγεται στο κεφάλαιο, μετατρέπεται σε κομμάτι της διαδικασίας αναπαραγωγής του κεφαλαίου.
 Η υποχώρηση του εργατικού κινήματος,  η εκμετάλλευση της ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών προς όφελος των καπιταλιστικών επιχειρήσεων με τη μείωση του εργατικού προσωπικού και τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αλλά και η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων του κεφαλαίου με τη διάθεση  στο κεφάλαιο φτηνών αγορών εργασίας στις χώρες του τρίτου κόσμου συντέλεσαν στην αλλαγή των ταξικών συσχετισμών.  Οι επιχειρήσεις μοιάζει να μη φοβούνται τους εργαζόμενους και δεν διστάζουν να παραβιάζουν  την υφιστάμενη εργατική νομοθεσία μέχρι που άλλαξε προς όφελός τους.  Ο φόβος της ανεργίας,   οι νέες και ποικίλες μορφές  απασχόλησης, ή μάλλον μερικής απασχόλησης, οι  ποικίλοι  όροι  εργασίας  και αμοιβής των μισθωτών, η  ετερογένεια των  αιτημάτων επέφεραν μείωση της δύναμής τους που πάντα στηριζόταν στη συλλογικότητά τους, με  αποτέλεσμα να καθίσταται ακόμα πιο δυσχερής ή ακόμα και χωρίς νόημα η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων.
Και φτάσαμε σε μια εποχή τόσο σκληρής καπιταλιστικής επίθεσης τα συνδικάτα να είναι απομαζικοποιημένα, αδύναμα να παρέμβουν, να επηρεάσουν έστω και σε μικρής σημασίας κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά η κυρίαρχη εξουσία, την εκφράζει και η τρόικα, επιμένει σε αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο – τόσο στη λήψη απόφασης για απεργία όσο και στο λοκ άουτ. Μάλιστα σαν εργοδότες και εργαζόμενοι να αποτελούν κάτι το ενιαίο, σαν να  έχουν κοινά συμφέροντα λόγω μιας αδιάρρηκτης ενότητας που καθιστά αναγκαία την αρμονική συνεργασία τους, εκπρόσωποι των πέντε κοινωνικών εταίρων (ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ και ΓΣΕΕ) θα αναζητήσουν στη Γενεύη, κατά την ειδησεογραφία, σημεία επαφής σχετικά με τον τρόπο λήψης της απόφασης για απεργία, τη χρηματοδότηση των συνδικάτων, την επαναφορά του λοκ άουτ και το θέμα των συνδικαλιστικών αδειών.
Και μόνο η επιμονή στα θέματα απεργίας φανερώνει το φόβο του κυρίαρχου συστήματος, που θέλει να διαμορφώσει τέτοιες συνθήκες  που να είναι απαγορευτικές και στο μέλλον για οργανωμένη δράση της εργατικής τάξης μέσα από οργανώσεις της. Παρόλη την  τωρινή αποδυνάμωση του συνδικαλισμού πάντα συνεχίζει να φοβίζει  η οργάνωση στις δικές τους ενώσεις των μισθωτών εργαζομένων σαν απάντηση  στην αυξανόμενη δύναμη του κεφαλαίου και τις αυθαιρεσίες των κατόχων του. Αυτό που φοβίζει είναι η ταξική αφύπνιση της εργατικής τάξης που δεν θα πρέπει να απεγκλωβιστεί από ελεγχόμενες οργανώσεις συνδικαλιστικές με προϋποθέσεις λειτουργίας τους ευνοϊκές για το κεφάλαιο. Πάντα υπάρχει ο φόβος για ταξική ένωση πάνω στα πραγματικά ταξικά συμφέροντα, που είναι αντίθετα στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Πάντα υπάρχει ο φόβος μήπως η δράση του συνδικάτου κατευθυνθεί όχι μόνο ενάντια σε κάποιες από τις συνέπειες του υπάρχοντος συστήματος  αλλά και ενάντια στο ίδιο το σύστημα της μισθωτής εργασίας.
  Και θυμάται κανείς τη διαπίστωση του Β.  Λένιν για τα συνδικάτα ότι «ήταν μια γιγάντια πρόοδος της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, ένα πέρασμα  από την κατάσταση της διασποράς και αδυναμίας των εργατών στα πρώτα στοιχεία  της ταξικής συνένωσης.  Όταν άρχισε ν΄ αναπτύσσεται η ανώτατη μορφή ταξικής συνένωσης των προλετάριων, το επαναστατικό Κόμμα του προλεταριάτου (…), τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν  αναπόφευκτα μερικά αντιδραστικά σημάδια,  κάποια  συντεχνιακή στενότητα,  κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κλπ. Πουθενά όμως στον κόσμο η ανάπτυξη του προλεταριάτου δεν έγινε και δεν μπορούσε να  γίνει αλλιώς παρά μόνο μέσω των συνδικάτων, με την αλληλεπίδραση των συνδικάτων και του Κόμματος της εργατικής τάξης. Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο είναι ένα γιγάντιο βήμα προς τα μπρος  του προλεταριάτου, σαν τάξης, και το Κόμμα είναι υποχρεωμένο να διαπαιδαγωγήσει ακόμη πιο πολύ και με καινούργιο τρόπο, και όχι μόνο με τον παλιό, τα συνδικάτα κι ακόμα να τα καθοδηγεί και να μην ξεχνά παράλληλα ότι τα συνδικάτα μένουν και θα μείνουν για πολύ καιρό το απαραίτητο «σχολείο του κομμουνισμού» και το προπαρασκευαστικό σχολείο για τους προλετάριους για να πραγματοποιήσουν τη δικτατορία τους, η απαραίτητη ένωση  των εργατών για να περάσει βαθμιαία η διεύθυνση όλης της οικονομίας της χώρας  στα χέρια της εργατικής τάξης (και όχι σε χωριστά επαγγέλματα) και έπειτα σε όλους τους εργαζόμενους» (Αριστερισμός, η παιδική ασθένεια του κομμουνισμού, εκδ. Σύγχρονη Εποχή)
Γι’ αυτό λοιπόν υποστηρίζεται η ενδυνάμωση του ΚΚΕ. Το συνδικάτο χωρίς την υποστήριξη του κόμματος της εργατικής τάξης δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί από τα γρανάζια της κυρίαρχης αστικής οικονομίας και ιδεολογίας.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ



Τις προηγούμενες μέρες άρθρα με  σχόλια επί σχολίων για  ένα βίντεο  με απόψεις στελέχους του ΠΑΜΕ, με ημερομηνία μάλιστα 10 Απριλίου 2013, σχετικά με τη ΒΙΟ.ΜΕ και το  μοντέλο  εργατικής αυτοδιαχείρισης, που εκεί εφαρμόζεται, περιφέρονται ανά το διαδίκτυο, κατηγορώντας  το ΚΚΕ ότι δεν υποστηρίζει τον αγώνα των εργατών της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής να περάσει το εργοστάσιο στα χέρια τους.
               Η εργατική αυτοδιαχείριση βγαίνει πάλι στο προσκήνιο, και ως αφορμή για να κατηγορηθεί το ΚΚΕ και ως υποδεικνυόμενη λύση για περιορισμό της ανεργίας, κάνοντας ενέσεις αισιοδοξίας σε μια εργατική τάξη αποδεκατισμένη.  Και δεν μπορεί κανείς να μη  σκεφτεί το άδοξο τέλος αυτών που ονομάστηκαν  κινήματα όπως «της πατάτας», του «χωρίς μεσάζοντες», του «δεν πληρώνω» κλπ. στα οποία πολύ κόσμος έβλεπε μια διέξοδο για ξεπέρασμα των συνεπειών της κρίσης. Γιατί όλα  αυτά  τα χρόνια της κρίσης οι προτάσεις  που ανανέωναν ελπίδες, που άλλες προηγούμενες είχαν  διαλύσει, σε μια προσπάθεια η εκτόνωση της απελπισίας  να είναι στοιχειωδώς ελεγχόμενη, δεν έλειψαν. Παραβλέποντας λοιπόν την εμπειρία της δεκαετίας του ’70 με τα αποτυχημένα παραδείγματα αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων, οι μαζικές απολύσεις και η οικονομική κρίση επανέφεραν στο προσκήνιο την αυτοδιαχείριση σαν μια αμυντική πάλη  για τα δικαίωμα στη δουλειά, σε συνδυασμό με προγράμματα εναλλακτικής παραγωγής στα πλαίσια του καπιταλιστικού  καταμερισμού εργασίας.  Η αυτοδιαχείριση όμως  προβάλλεται σε μια στιγμή που το εργατικό κίνημα όχι μόνο  δεν είναι σε θέση  να δώσει δυναμικά  μια συνολική διέξοδο στην καπιταλιστική κρίση μέσα από την ανατροπή του συστήματος, αλλά δεν έχει τη δύναμη να κερδίσει ούτε ένα αίτημα απλώς για διατήρηση κάποιων θέσεων εργασίας.
               Η ΒΙΟ.ΜΕ λοιπόν  από εναλλακτικούς, αριστερούς, αναρχικούς κλπ.  γίνεται σημείο αναφοράς σαν ένας εναλλακτικός δρόμος που δίνει ελπίδες για ενίσχυση του αιτήματος  για δικαίωμα στην εργασία, σαν πρόταση διεξόδου για όλους όσοι βρίσκονται στην ίδια θέση με αυτούς. Υποδεικνύεται σαν ένας άλλος τρόπος  οικονομικής και  τεχνικής οργάνωσης μια επιχείρησης, ένας άλλος τρόπος  λειτουργίας και διοίκησης της επιχείρησης μέσα στα πλαίσια  της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας.  Άλλωστε το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν συνδυάζεται με κάποιες απόψεις  ανατροπής του καπιταλισμού, αλλά ίσα ίσα  ζητεί τη βοήθεια της κυβέρνησης και της ΕΕ.
               Βέβαια, από την ειδησεογραφία μαθαίνουμε ότι οι εργαζόμενοι στη ΒΙΟ.ΜΕ μη μπορώντας «να παράγουν τα προϊόντα που παρήγαγαν πριν, λόγω του μεγάλου κόστους των πρώτων υλών που χρειάζονται αλλά και φυσικά το "παράνομο" του εγχειρήματος, αποφασίζουν να φτιάξουν φυσικά καθαριστικά. Χρησιμοποιούν τα μηχανήματα του εργοστασίου για να βγάλουν προϊόντα φθηνά και προσιτά στον κόσμο τα οποία και διακινούνται από τα κινήματα αλληλεγγύης σε όλη την Ελλάδα».
Σε μια οικονομία όμως ανταγωνιστική πώς θα εξασφαλιστεί η υπεροχή απέναντι στον ανταγωνισμό, κι επομένως η βιωσιμότητα της επιχείρησης  και κατά συνέπεια και ο βασικός στόχος  της αυτοδιαχείρισης, η προστασία της απασχόλησης; Γιατί όταν η καπιταλιστική αγορά έχει τόσες απαιτήσεις από μια  μεμονωμένη επιχείρηση, τότε η  επιχείρηση  πρέπει να προσαρμοστεί για να επιβιώσει. Και θα έχει ανάγκη από μάνατζερ, διευθυντές παραγωγής, επιστάτες κλπ. Και θα πρέπει να λύσει προβλήματα χρηματοδότησης, κόστους παραγωγής, κερδοφορίας κλπ. Και λύνονται  με διαφορετικό τρόπο, …εναλλακτικά, όλα αυτά τα προβλήματα  με ψηφίσματα συμπαράστασης και συναυλίες αλληλεγγύης;  Η διάθεση και η μαχητικότητα των εργατών δεν αρκούν για να μην επισκιαστούν τα ταξικά συμφέροντα από την αναζήτηση νέων αγορών,  νέων προϊόντων, πρώτων υλών κλπ. Αρκούν οι καλές προθέσεις, όταν οι παγίδες μιας αμφίβολης εναλλακτικότητας καθιστούν τους εργάτες υπεύθυνους για τομείς παραγωγής στα πλαίσια  του καπιταλισμού, για να μη κάνουν αυτά τα εγχειρήματα απλά ένα καταλύτη  για την πλήρη αποδοχή του;  Εξάλλου όπως φαίνεται τέτοια εγχειρήματα ξεκομμένα δεν μοιάζει να χαλυβδώνουν την ταξική συνείδηση ή να δυναμώνουν το εργατικό κίνημα. Ίσως γιατί αποφεύγεται να μπει το ζήτημα του πολιτικού, κοινωνικού και  οικονομικού στάτους που λειτουργεί σε μια καπιταλιστική επιχείρηση.   Μέσα σε ένα περιβάλλον καπιταλιστικό, σε περίοδο κρίσης, με το εργατικό κίνημα σχεδόν εν υπνώσει, και συν τοις άλλοις με την καπιταλιστική κυριαρχία να μην  αμφισβητείται, ο εργατικός έλεγχος καταλήγει να είναι  στην καλύτερη περίπτωση  αφηρημένη ιδεολογική προπαγάνδα μιας επαναστατικότητας που λειτουργεί σαν κάλυψη της πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας,  ενώ στην χειρότερη φέρνει την πραγματικότητα της αγοράς μέσα στο εργατικό  κίνημα, οδηγώντας  στην ενσωμάτωση των αγώνων και τελικά  στην απογοήτευση και αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης.
Και τελικά, όλα αυτά δεν καλλιεργούν καμιά επαναστατική ιδεολογία παρά μόνο την ιδεολογία του μικρότερου κακού και των ψευδαισθήσεων. Τα πάντα έχουν προσαρμοστεί στις ανάγκες που  η κρίση δημιουργεί  στους καπιταλιστές. Η πιθανότητα  μιας χειροτέρευσης  αναγκάζει τις υποτελείς τάξεις   να δέχονται αυτό που έχουν, ενώ το πνεύμα αγωνιστικότητας κι αλληλεγγύης στο χώρο δουλειάς όλο και εξαφανίζεται. Και μένουν οι μεγαλόπνοες διακηρύξεις  περί αυτοδιαχείρισης και εργατικού ελέγχου εδώ και τώρα μπλοκάροντας το εργατικό κίνημα στον ανταγωνισμό της καπιταλιστικής αγοράς. Οι αγώνες υποκαθίστανται από ευχολόγια και φανταστικά σενάρια.
Και μένει στο ΚΚΕ να αγωνίζεται για τη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης  στην πράξη μέσα από αγώνες, για την οργάνωση  στη βάση των εργαζομένων σαν τάξη, για την  ανάπτυξη ενός ρωμαλέου εργατικού κινήματος. Γιατί είναι οι προϋποθέσεις  για οποιαδήποτε αναφορά στον εργατικό έλεγχο που δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την προοπτική της κατάληψης της κεντρικής εξουσίας.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΑΛΙΑ ΝΤΡΟΠΗ ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στις ειδήσεις των τελευταίων ημερών περιλαμβάνονται αυτή για την  πανελλήνια συγκίνηση που προκάλεσε το  κοριτσάκι  από τη Συρία, το οποίο αφού διασώθηκε  από τη  19χρονη μετά το ναυάγιο με μετανάστες στα ανοιχτά της Μάλτας, ξεπέρασε τον κίνδυνο για την υγεία του στο νοσοκομείο Ηρακλείου, και αυτή για την Ιρλανδέζα νομπελίστρια Μ. Μαγκουάιρ,που αρνήθηκε να καταθέσει στεφάνι στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, γιατί κατά δήλωσή της «Οι άδικοι θάνατοι στους πολέμους δεν είναι τιμητικοί για την ανθρωπότητα, η συνέχιση της ζωής και η δημιουργία είναι αυτό που πρέπει να τιμούμε»
Μετανάστες από τη μια μεριά, οι οποίοι  αναζήτησαν τη σωτηρία τους από έναν πόλεμο που μοιάζει οι ιμπεριαλισμοί να αναζωπυρώνουν συνέχεια, και από την άλλη μια νομπελίστρια που  υποστηρίζει πως «Αν μάθουμε ν’ ακούμε όλες τις φωνές, θα έχουμε κάνει ένα βήμα προς την εξάλειψη της βίας». Σαν να είναι οι πόλεμοι, παρελθόντες και  ιδιαίτερα παρόντες, οι μεταναστεύσεις, η φτώχεια και όλα τα βάσανα των υποτελών τάξεων απανταχού της γης αποτέλεσμα μιας αδικίας που τα ευγενή συναισθήματα και οι καλές προθέσεις κάποιων ανθρώπων μπορούν να θεραπεύσουν.
               Μ’ αυτήν την οπτική, η ανάλυση αυτών των πολέμων ή άλλων συγκρούσεων καταλήγει να επικεντρώνεται περισσότερο  στην αδυναμία αυτών που τα βιώνουν να ακολουθήσουν τα πρότυπα της δυτικής πολιτικής και  κυρίως στο χαμηλό επίπεδο του ενδιαφέροντός τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κανείς στην Ευρώπη δεν αρνείται πως ανθρώπινα δικαιώματα έχουν όλοι οι άνθρωποι απλώς επειδή είναι άνθρωποι, σαν οι άνθρωποι να ζουν εκτός τόπου και χρόνου.  Μόνο που έτσι λύση δεν προσφέρεται για τη βελτίωση των υλικών όρων διαβίωσης ούτε μπορούν να αντιμετωπίσουν  τα εκατομμύρια των εξαθλιωμένων τις ολοένα και πιο βαθιές και αυξανόμενες ανισότητες στο παγκόσμιο σύστημα με ηθικές παραινέσεις  περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αισιόδοξες δράσεις για «ανάπτυξη του πολιτισμού της ειρήνης». Μ’ αυτή την οπτική λοιπόν μοιάζει απολύτως φυσικό κανείς να μη δηλώνει στην Ευρώπη ή τουλάχιστον πριν από λίγα χρόνια δεν δήλωνε,  εναντίον όλων αυτών των μεταναστών  που πνίγονται στις θάλασσές της και ζητιανεύουν στις αγορές της. Γιατί κανείς βεβαίως, στην καθημερινότητα και στην κεντρική εξουσία, δεν δηλώνει ότι είναι ρατσιστής.
Ο λόγος για τον οποίο οι πάντες απεχθάνονται τόσο το ρατσισμό μετά το 1945 είναι ξεκάθαρος.  Ενώ όλοι μπορούσαν να ήταν  απροκάλυπτα και άνευ τύψεων ρατσιστές και αντισημίτες πριν από το 1945  κανείς όμως δεν είχε την πρόθεση  να φθάσει η κατάσταση αυτή εκεί που έφθασε και να αποκαλυφθεί.  Είναι ο ναζισμός με την τελική του λύση που  στέρησε  από κάθε δικαιολογία τον ρατσισμό μέσα στην καπιταλιστική  παγκόσμια  οικονομία. Ο στόχος του ρατσισμού αν είναι να αποκλείει  ανθρώπους, δεν είναι να τους  εξοντώνει ολοκληρωτικά και τόσο απροκάλυπτα, αλλά περισσότερο να τους κρατάει μέσα στο σύστημα ως κατώτερους, ώστε να υφίστανται ολοκληρωτική οικονομική εκμετάλλευση, χωρίς να προκαλούνται αντιδράσεις,  και να χρησιμοποιούνται πολιτικά, όποτε χρειάζεται, ως  αποδιοπομπαίοι τράγοι, δικαιολογώντας και δικαιώνοντας συγκεκριμένες πολιτικές. Με την τελική λύση ο Χίτλερ προχώρησε πολύ, έφτασε στις ακρότατες συνέπειες της εφαρμογής του,   ήταν μια …απώλεια ελέγχου, ένα ξεπέρασμα ορίων,  που έκανε να μη γίνεται πια αποδεκτό να είναι κανείς ρατσιστής, ύστερα μάλιστα από το μεγάλο αντιφασιστικό αγώνα και τη νίκη. Το κυριότερο  δεν είναι ότι αυτό έγινε για πρώτη φορά, αλλά  ότι έγινε σε τόσο μεγάλη κλίμακα, τόσο περίοπτα, στην κεντρική σκηνή του παγκόσμιου συστήματος. Τι άλλο λοιπόν μπορούσε να κάνει η καπιταλιστική Δύση, μετά τη λαϊκή αντίσταση, από το να διαχωρίσει τη θέση της  απαγορεύοντας τον δημόσιο ρατσισμό. Έγινε λοιπόν  ο ρατσισμός  λέξη ταμπού.
Μόνο που ο ρατσισμός δεν εξαλείφτηκε ποτέ. Αφού με διακηρύξεις επίσημα απαρνήθηκε  ο κυρίαρχος λόγος το ρατσισμό μπορούσε πια να αποκατασταθεί η βασική του λειτουργία, δηλ. η διατήρηση των ανθρώπων στο σύστημα, αλλά σαν κατώτερων. Οι χιλιάδες εργάτες που συνετέλεσαν στα οικονομικά θαύματα στη μεταπολεμική Ευρώπη έρχονταν σχεδόν στο σύνολό τους  ως άτομα που βρίσκονται στο βυθό μιας κοινωνίας, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Μήπως και στη χώρα μας η αντιμετώπιση των αλβανών στη δεκαετία του ’90 ήταν καλύτερη  από αυτή που είχαν οι έλληνες μετανάστες στη Γερμανία; Κι όταν μετά το 1970 αυξήθηκε η ανεργία, οι μετανάστες έγιναν ένας βολικός αποδιοπομπαίος τράγος, όπως έγιναν για μας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Κι έτσι  οι ακροδεξιές δυνάμεις που είχαν χάσει τη νομιμότητά τους και ήταν περιθωριακές μετά το  1945 άρχισαν να επανεμφανίζονται, μερικές φορές μέσα  στα μεγάλα συντηρητικά κόμματα κι άλλες ως χωριστές οντότητες. Κι έτσι  στη χώρα μας φτάσαμε σχεδόν μισό εκατομμύριο εκλογείς να ψηφίζουν το φασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής.
Η ανάλυση όμως του ναζιστικού φαινομένου ως απλώς μια ιδιαιτερότητα της ιστορικής κατάστασης της Γερμανίας και όχι ως σύμφυτο με το καπιταλιστικό σύστημα  περιορίζει πολύ τη δυνατότητα κατανόησής του κι επομένως της αντιμετώπισής του. Επομένως,  είναι πιο εύκολο, διακηρύττοντας τα δυτικά καπιταλιστικά κράτη τη δική τους ηθική αρετή να αποσυνδεθούν από το ρατσισμό,  επικαλούμενα μάλιστα τη σημερινή υποτίθεται μη ρατσιστική ρητορεία τους.
Ο σύγχρονος  ρατσισμός όμως  είναι το ίδιο δηλητηριώδης όσο και προπολεμικά,  μόνο  η αντικατάσταση του αντικειμένου του μίσους και του φόβου έχει αλλάξει. Στρατιές εξαθλιωμένων αφρικανών και ασιατών  χάνονται στην προσπάθειά τους να …παραβιάσουν τις πύλες της Ευρώπης. Όμως οι ευρωπαίοι δεν πιστεύουν ότι είναι ρατσιστές …και παιδάκια σώζουν, και μετανάστες σιτίζουν, και η νομοθεσία τους είναι  αντιρατσιστική.  Είναι ισχυρή η πεποίθηση ότι ρατσισμός μπορεί να υπάρχει έξω από την Ευρώπη, όχι όμως μέσα σ’  αυτήν, τώρα. Αυτός είναι ένα παλιό όνειδος, παλιά ντροπή που τέλειωσε με τον Χίτλερ.
Γι’   αυτό θεωρείται ανεπίτρεπτη η ύπαρξη φασιστικών μορφωμάτων σαν τη Χρυσή Αυγή, που ασύστολα διακηρύττουν ένα χοντροκομμένο ρατσισμό με δράσεις που φτάνουν στα άκρα, όπως η δολοφονία του Π. Φύσσα. Γι’ αυτό και άπαντες οι φιλικά προσκείμενοι σ’  αυτήν  αποκήρυξαν τη Χ. Α επειδή προχώρησε πολύ και όχι γιατί ήταν ένα  φασιστικό κόμμα (παράδειγμα αντιμετώπισης της Χ. Α δίνει  η παλιότερη  δήλωση Α. Λοβέρδου για Χ.Α, σαν «το πρώτο κίνημα μετά τη Μεταπολίτευση που γεννιέται αυθεντικά»).
Δεν αρκεί λοιπόν   η επίκληση της ανθρωπιάς και της ευαισθησίας  για να  αντιμετωπιστεί  ο ρατσισμός, όταν διαμορφώνονται τέτοιες  κοινωνικές συνθήκες, ώστε να περνά στη συνείδησή μας, στην καλύτερη περίπτωση, ότι για όλους αυτούς τους εξαθλιωμένους  δεν ισχύουν τα  δεδομένα  των διανθρώπινων σχέσεων  παρά σαν ελεημοσύνη ή ευγενή παραχώρηση, από ηθική ανωτερότητα της πολιτισμένης Ευρώπης.  Κι ίσως το καταλάβουμε όσο  οι εξαθλιωμένοι  θα πληθαίνουν και στις ίδιες τις μητροπόλεις του καπιταλισμού και η ρατσιστική καταπίεση δεν θα αφορά πια  μόνο τους άλλους.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΟ



Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα πριν ένα χρόνο υποχρέωσε την πολιτική ηγεσία να διαχωρίσει τη θέση της από τη Χρυσή Αυγή και τη δράση της, υποστηρίζοντας μια δικαστική έρευνα που οδήγησε κορυφαία στελέχη της Χρυσής Αυγής στη φυλακή με κατηγορίες για κακουργηματικές πράξεις.
               Σ΄ όλον αυτόν το χρόνο όμως  δεν μοιάζει να υποχωρεί η επιρροή της Χρυσής Αυγής, δηλ. του φασισμού, άλλωστε το δείχνει ξεκάθαρα το 9,39% στις Ευρωεκλογές. Κι αν την  υποστήριξη στη  Χρυσή Αυγή πολλοί  τη δικαιολογούν σαν έκφραση διαμαρτυρίας στην ασκούμενη πολιτική, στην πραγματικότητα όμως αντανακλά το επίπεδο πολιτικοποίησης και ορίζει μια στάση ζωής. Κι αν για τα κατώτερα στρώματα είναι ένας τρόπος να ελπίσουν μέσα από ψευδαισθήσεις, χωρίς αγώνα,  σε βελτίωση της ζωής, για την κυρίαρχη τάξη είναι μέσο για να νικήσει, ακόμα και προληπτικά, αυτό που μπορεί να την απειλήσει, το εργατικό κίνημα, σταθεροποιώντας την υφιστάμενη οικονομική και κοινωνική διάρθρωση.
               Στην επέτειο της δολοφονίας,  σε όλη την Ελλάδα οργανώθηκαν εκδηλώσεις μνήμης και διαμαρτυρίας. Η απορία βέβαια για τα αυθόρμητα κινήματα παραμένει: πώς η δολοφονία του 15χρονου Γρηγορόπουλου  πυροδότησε συγκρούσεις τέτοιας έκτασης και έντασης πριν μάλιστα εκδηλωθεί η σκληρή καπιταλιστική επίθεση στις υποτελείς τάξεις, ενώ, εν μέσω βαθιάς οικονομικής κρίσης, η δολοφονία του Π. Φύσσα, από φασίστες, προς τους οποίους  και μέλη, όπως ο Τ. Μπαλτάκος,  του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος εκδήλωναν τη φιλική τους διάθεση σε πολιτικό επίπεδο, κινητοποιεί μόνο πορείες διαμαρτυρίας και συναυλίες χωρίς ιδιαίτερα μαζική συμμετοχή. Σκέφτεται κανείς ότι δεν αρκεί η συναισθηματική φόρτιση από τη δολοφονία του νέου, που εύκολα εκτονώνεται, αν το μόνο  ενοποιητικό στοιχείο αυτών που  συγκεντρώνονται για να τιμήσουν την μνήμη του είναι  η αγανάκτηση για τη δολοφονία. Εξάλλου,  όσο κι αν θεωρεί κανείς πως πρέπει η μνήμη να μένει ζωντανή, δεν μπορεί να μην προβληματιστεί για τον κίνδυνο η αναπαράσταση να πάρει τη θέση της πραγματικότητας. Να μείνει μνήμη ζωντανή σε πολιτικό κενό. Γιατί αυτές τις  επετείους όταν τόσο εύκολα τις αγκαλιάζει η κυρίαρχη εξουσία είναι για να καθιερώνουν επίπεδα ανάγνωσης και θέασης των γεγονότων που την εξυπηρετούν, τροχοδρομώντας τη συναίνεση πάνω στην ερμηνεία τους. Δηλ. ότι ο φασισμός και οι αντίστοιχες συμπεριφορές και δράσεις αρχίζουν και τελειώνουν με το φασιστικό μόρφωμα της Χ.Α. Κι έτσι αντιμετωπίζεται το φασιστικό μόρφωμα σαν μια τυχαία παρουσία  στο πολιτικό σκηνικό, αποκομμένο από το ίδιο τον καπιταλισμό που το χρησιμοποιεί ως εφεδρεία αν απειληθεί,  ενώ μένουν στο σκοτάδι εκείνα τα στρώματα της κυρίαρχης τάξης που  του ανοίγουν τη πόρτα της πολιτικής σκηνής, με το σχεδόν μισό εκατομμύριο εκλογείς να τη μονιμοποιούν σ’  αυτή. Είναι που  μέσα σε ένα πλέγμα συμφερόντων και λειτουργιών που είναι τόσο πολύπλοκο αρκούμαστε σε μια  απλοϊκή διάκριση σε καλούς και κακούς με αντίστοιχα διακριτές συμπεριφορές και δράσεις. Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε αυτούς που με το προσωπείο των σωτήρων γίνονται έμποροι των μύθων, μεταπράτες ιδεολογιών, όταν το μόνο που θέλουμε είναι η βολή μας;
               Γι’ αυτό κι όταν κοιτάζουμε γύρω μας δεν βλέπουμε παρά ένα τέλμα από τη μεριά τη δική μας που υφιστάμεθα τη σκληρή καπιταλιστική επίθεση. Σαν να πέφτουμε από τη μια παραπλάνηση στην άλλη και η εικόνα της πραγματικότητας συνεχίζει να προβάλλει δυσδιάκριτη. Τύπος και ηλεκτρονικά μέσα  ανακοινώνουν και αναλύουν ειδήσεις περί του ελάσσονος, για δόσεις του ΕΝΦΙΑ, προεδρολογία κλπ. Ισχυρίζονται ότι  αρθρώνουν έναν  υποθετικά φιλελεύθερο λόγο ενώ στην πραγματικότητα στοχεύουν στην απόκρυψη και τη μεθοδευμένη παραπλάνηση. Μια βουλή που στην πλειοψηφία της έχει παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα γνώμης ή λόγου που συγκρούεται με την κυρίαρχη πολιτική. Τεχνοκράτες που παριστάνουν τους ειδικούς και διαφημίζονται σαν γνώστες της λύσης των κοινωνικών προβλημάτων. Ένα σωρό παραστάτες της εξουσίας, από κληρικούς, δημόσιους λειτουργούς, στρατιωτικούς και δικαστικούς που χρησιμοποιούν  την τέχνη των ελιγμών και αλληλοεξυπηρετήσεων για να διασωθούν. Ένας πρωθυπουργός που θέλει να προβάλλει προς τα έξω την εικόνα ενός ηγέτη που ίπταται  σε ένα κάπως υψηλότερο επίπεδο, που όλα τα θεωρεί, ρυθμίζει και απορρυθμίζει κλπ. ο οποίος φτάνει,  όταν απειλούνται τα ψήγματα εξουσίας που διαθέτει, στην κινδυνολογία και την προειδοποιητική απειλή για την εκτροπή που πλησιάζει, δείχνοντας κατά ΣΥΡΙΖΑ μεριά. Του οποίου ΣΥΡΙΖΑ ο πρόεδρος  αναζητεί εναγωνίως ανά την Ευρώπη και υπερατλαντικά  την έγκριση για τη δική του πρόταση διαχείρισης της κρίσης που μοιάζει μ’  αυτήν που εφαρμόζεται, σαν δίδυμη εικόνα με έξι διαφορές –παιχνίδια γρίφων για παιδιά που ασκούν την παρατηρητικότητά τους  ανακαλύπτοντας τα σημεία  που διαφέρουν δυο όμοιες εικόνες. Κι  ο λόγος τους ηχεί  άτονος, χωρίς πειστικότητα και γεμάτος άχρωμες επαναλήψεις σε αναντιστοιχία με την πραγματικότητα.
               Κι απομένει το ΚΚΕ να τονίζει για το φασισμό  πως είναι «το μακρύ χέρι του κεφαλαίου, το πιο αποκρουστικό πρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος»
               Η οικονομική κρίση οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, επεκτείνει την κοινωνική αγανάκτηση, αλλά οι αντιστάσεις που δημιουργεί αυτή η δυσφορία μοιάζει να μη μπορούν να  πάρουν κάποια μορφή. 

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΚΡΑΥΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΥΓΑΔΩΝ



Αναζητά κανείς να ανακαλύψει τον κυρίαρχο λαό  μέσα από τα λόγια, δράσεις των  αντιπροσώπων του,   των βουλευτών, και σκοντάφτει σε   κραυγές τους εναντίον νόμων  που ήδη έχουν  ψηφίσει, σε αγοραίες εκφράσεις  με ύβρεις, σε κουτσομπολίστικους καβγάδες. Δεν πρόκειται μόνο για φτώχεια του πολιτικού διαλόγου, για παραμερισμό των προβλημάτων, για  υπεραπλούστευση του πολιτικού λόγου ή για  δημαγωγία και  κυνισμό. Πρόκειται για παντελή έλλειψη πολιτικής, μετατροπή πολιτικών διαδικασιών σε θέαμα κενό περιεχομένου και μάλιστα κακού γούστου.
               Αν  πιστέψουμε ότι το καθεστώς στη χώρα μας, όπως και στις άλλες χώρες της ΕΕ, στηρίζεται  στην κοινοβουλευτική δημοκρατία με το κοινοβούλιο να θεωρείται  ότι αποτελεί  ταυτόχρονα και εγγύηση για την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ο τρόπος λειτουργίας του τα τελευταία χρόνια, ούτε νομοθετεί ούτε ελέγχει την εκτελεστική εξουσία αλλά απλώς επικυρώνει αποφάσεις της εκχωρώντας της εξουσίες,  δείχνει ότι μπορεί μεν να αλλοιώνεται το αντιπροσωπευτικό σύστημα χωρίς αυτό όμως  να σημαίνει κατάργηση της νομιμοποίησης της εξουσίας. Κι έχει κανείς την εντύπωση ότι  είναι  η γελοιοποίησή των βουλευτών  που  συμβάλλει περισσότερο στην απονομιμοποίηση του κοινοβουλευτισμού, ως θεσμικού  και ιδεολογικού προκαλύμματος  του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Και μπορεί η  γελοιοποίηση να απαξιώνει τον κοινοβουλευτισμό αυτό δεν σημαίνει όμως ότι  συγχρόνως αυτός υποβάλλεται σε πραγματικά επαναστατική-προλεταριακή κριτική.
               Ο Β.Λένιν στο «Κράτος και επανάσταση», 96 χρόνια πριν,  ασκεί αυτήν την κριτική
               «Να αποφασίζεις  μια φορά σε κάμποσα χρόνια ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα καταπιέζει, θα καταπνίγει το λαό στη Βουλή –να ποια είναι η αληθινή ουσία του αστικού κοινοβουλευτισμού, όχι μόνο στις  κοινοβουλευτικές-συνταγματικές μοναρχίες, αλλά και στα πιο δημοκρατικά πολιτεύματα.
               Αν όμως  θέσουμε το ζήτημα  του κράτους, αν δούμε τον κοινοβουλευτισμό σαν ένα από τους θεσμούς του κράτους, από την άποψη των καθηκόντων του προλεταριάτου σ’  αυτό τον τομέα, που βρίσκεται τότε η διέξοδος  από τον κοινοβουλευτισμό; Πώς μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτόν;
Είμαστε υποχρεωμένοι να τονίσουμε πολλές φορές: τα διδάγματα του Μαρξ που  βασίζονται στη μελέτη της Κομμούνας ξεχάστηκαν τόσο, που για το σημερινό «σοσιαλδημοκράτη» (διάβαζε: το σημερινό προδότη του σοσιαλισμού) είναι εντελώς  ακατανόητη άλλη κριτική του κοινοβουλευτισμού, εκτός από την αναρχική ή την αντιδραστική.
               Η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δεν βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή των  αντιπροσωπευτικών  θεσμών από λογοκοπία σε «εργαζόμενα» σώματα. Η Κομμούνα δεν έπρεπε να είναι ένα  κοινοβουλευτικό, αλλά ένα  εργαζόμενο  σώμα, νομοθετικό και εκτελεστικό συγχρόνως».
               «Όχι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα». –αυτά τα λόγια ισχύουν απόλυτα για τους σημερινούς κοινοβουλευτικούς άνδρες και τα κοινοβουλευτικά «χαϊδεμένα σκυλάκια» της σοσιαλδημοκρατίας. Κοιτάξτε οποιαδήποτε κοινοβουλευτική χώρα, από την Αμερική ως την Ελβετία, από τη Γαλλία ως την Αγγλία, τη Νορβηγία κλπ.: το καθαυτό «κρατικό» έργο διεξάγεται στα παρασκήνια και το επιτελούν οι διευθύνσεις των υπουργείων, τα γραφεία και τα επιτελεία. Στα κοινοβούλια απλώς φλυαρούν με αποκλειστικό σκοπό να ξεγελούν τον «απλό λαό». (…)
               Τον πουλημένο και σαπισμένο  κοινοβουλευτισμό της αστικής κοινωνίας η Κομμούνα τον αντικαθιστά με θεσμούς, όπου η ελευθερία της γνώμης και της συζήτησης  δεν εκφυλίζεται σε απάτη, γιατί οι βουλευτές είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται οι ίδιοι, να εφαρμόζουν οι ίδιοι τους νόμους τους, οι ίδιοι να ελέγχουν τα αποτελέσματα της εφαρμογής  των νόμων, οι ίδιοι να φέρνουν άμεσα την ευθύνη απέναντι στους εκλογείς τους. Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί  παραμένουν, όμως δεν υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός  σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός   της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία, σαν προνομιούχα θέση για τους βουλευτές.  Χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε  να φανταστούμε τη δημοκρατία, ακόμη και την προλεταριακή δημοκρατία,  χωρίς τον κοινοβουλευτισμό μπορούμε και  πρέπει να  τη φανταστούμε, αν η κριτική της αστικής κοινωνίας δεν είναι  για μας κούφια λόγια, αν  η προσπάθεια να ανατρέψουμε την κυριαρχία της αστικής τάξης είναι σοβαρή και ειλικρινής προσπάθεια και όχι «εκλογική» φρασεολογία για να αλιεύουμε τις ψήφους των εργατών (…) (σελ. 58-60)
                       Β.Ι.  Λένιν : «Κράτος και επανάσταση», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2012