Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ: ΔΙΑΚΟΠΕΣ



Οι ενέσεις αισιοδοξίας με τις διαβεβαιώσεις για την οικονομία που θα πάει καλύτερα με όχημα, εποχή που είναι, τον τουρισμό συνεχίζονται, όχι χωρίς αποτέλεσμα. Σε δηλώσεις του ο Α. Σαμαράς τις μέρες της επετείου της μεταπολίτευσης ανέβασε τον αριθμό των τουριστών σε 20 εκατομμύρια, «δυο τουρίστες για κάθε έλληνα» τους κατένειμε,  υπονοώντας το όφελος για κάθε έλληνα;  Υπάρχει μια διάχυτη ελπίδα σε κάποια τμήματα του πληθυσμού ότι σταθεροποιείται η οικονομική κατάσταση  και ανοίγονται προοπτικές βελτίωσής της, που ο τουρισμός μπορεί να εξασφαλίσει.  
Ο τουρισμός μάλιστα, σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο,  τείνει να μεταβληθεί, στην εποχή της  οικονομικής κρίσης, στον πιο  αναπτυσσόμενο τομέα της οικονομίας, τονίζοντας ότι θα έχει τεράστιες επιδράσεις  στη συνολική απασχόληση, το εμπόριο, την  οικοδομή, την εκμετάλλευση εκτάσεων,  διευρύνοντας  και την συνολική  παραγωγή ειδών που καταναλώνονται από τους τουρίστες. Εναποτίθενται δηλ. σ’  αυτόν ελπίδες για εισροή ρευστού χρήματος, για κερδοφόρες επενδύσεις,  για αξιοποίηση γενικά του τόπου,  και κυρίως για μείωση της ανεργίας με τις προσλήψεις στα τουριστικά επαγγέλματα. Μόνο που ούτε ο  αριθμός των εργαζομένων  στα τουριστικά επαγγέλματα  φαίνεται να έχει καμιά δραματική αύξηση, ενώ  μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να υπολογιστεί τόσο λόγω της υψηλής  εποχικότητας όσο και λόγω του ότι η μαύρη δουλειά, το εξοντωτικό ωράριο, οι ανασφάλιστοι, ανθούσαν και ανθούν  ιδιαίτερα στον τομέα αυτό. Η επέκταση της τουριστικής απασχόλησης χρησιμοποιείται από τους κυβερνώντες  περισσότερο από κάθε άλλη φορά σαν μέσο εκτόνωσης, έστω και εποχιακής, της ανεργίας, ιδιαίτερα όσον αφορά τα στρώματα τα πιο ευάλωτα σ’  αυτή. Εξάλλου, κάθε φορά που θα πρέπει να ανανεώνεται η αισιοδοξία για έξοδο από την κρίση και κυρίως για μείωση της ανεργίας είτε πολλαπλασιάζονται οι παροτρύνσεις για καινοτομίες και αναζήτησης νέων τομέων εμπορευματοποίησης  είτε αναδεικνύονται οι κερδοφόρες προοπτικές παλιών.
Ο τουρισμός  είναι ένα απτό παράδειγμα της αναγνώρισης από το κεφάλαιο κάθε ανθρώπινης ανάγκης και της ικανοποίησής της σαν εμπόρευμα. Ο ελεύθερος χρόνος και οι διακοπές αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους τομείς αξιοποίησης του. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην παραγωγή εμπορευμάτων  και την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης  τείνει να εκλείψει, η ίδια η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης μεταβάλλεται σε εμπόρευμα και μάλιστα προσοδοφόρο. Υγεία, διατροφή, ελεύθερος χρόνος  κλπ δεν είναι απλά τομείς κατανάλωσης των παραχθέντων εμπορευμάτων, αλλά τομείς παραγωγής και αναπαραγωγής του εμπορεύματος εργατική δύναμη. Η τουριστική λοιπόν βιομηχανία είναι μια ζωντανή απόδειξη ότι το κεφάλαιο δεν δημιουργείται μόνο στους χώρους παραγωγής,  αλλά και στους χώρους  αναπαραγωγής και κυκλοφορίας του. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να μην καλύψει το χώρο και το χρόνο  που χρησιμοποιείται για την αναπλήρωση  της εργατικής δύναμης, για ξεκούραση και φυγή από την πόλη. Δημιουργεί γι’ αυτό  νέες πόλεις σ’  αυτούς  τους χώρους,  όπου  επαναλαμβάνεται και η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και ο καταναλωτισμός και η μιζέρια των ανθρωπίνων σχέσεων.
Με  την είσοδο στην εποχή της μαζικής παραγωγής εμπορευμάτων και με  τις κατακτήσεις των εργαζομένων περνάμε και στην εποχή της μαζικής παραγωγής ελεύθερου χρόνου αλλά και καταναλωτών ελεύθερου χρόνου. Από την εποχή της ευμάρειας, που διακήρυττε  η σοσιαλδημοκρατία την αλλαγή του καπιταλισμού  εκ των ένδον προς όφελος της εργατικής τάξης, περιορίζεται  ο παραδοσιακός χωρισμός ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις  που διέθεταν  απεριόριστο ελεύθερο χρόνο και τις μισθωτές μάζες που δεν διέθεταν καθόλου ή ελάχιστο. Με  τη γενίκευση λοιπόν  των διακοπών, του πενθημέρου, τη μείωση της εργάσιμης μέρας κι επομένως και του ελεύθερου χρόνου γεννιέται  η ανάγκη για την μαζική παραγωγή  υπηρεσιών ελεύθερου χρόνου. Κι έτσι  ο ελεύθερος  χρόνος γίνεται εμπόρευμα που πρέπει να καταναλωθεί. Συγχρόνως οι εργαζόμενοι εξακολουθούν  να τρέφουν την αυταπάτη  ότι μπορούν  να διαθέσουν τον ελεύθερο χρόνο τους όπως τους αρέσει, ενώ στην πραγματικότητα είναι  υποχρεωμένοι να επιλέξουν ανάμεσα σε συγκεκριμένες   επιλογές που καθορίζονται από την ταξική  τους θέση και την οικονομική δυνατότητα, τον ελεύθερο χρόνο που τους επιτρέπεται να διαθέτουν και τις επιλογές  που τους προσφέρονται με κριτήριο τη μέγιστη κερδοφορία του κεφαλαίου. Ο χρόνος του τουρισμού και ο ελεύθερος χρόνος γενικότερα γίνονται εμπόρευμα.
Συγχρόνως, η  …ρομαντική αντίληψη, επιβίωση ίσως του ταξιδιώτη προηγούμενων εποχών,  ότι η  επαφή με τους ξένους τουρίστες, και μάλιστα Δυτικούς,  ήταν καθοριστική για τη διακίνηση ιδεών και την θετική πολιτιστική επιρροή στηριζόταν στην αποδοχή της ανωτερότητας του δυτικού καπιταλισμού. Κι έτσι  ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός και με τον τουρισμό συμπλήρωνε και υποστήριζε τις ιμπεριαλιστικές επιλογές των εγχώριων ηγεμόνων ανά τον κόσμο. Το μπλέξιμο εθνικοτήτων, νοοτροπιών και ιδεολογιών με τη μετατροπή τους όλων σε εμπόρευμα κατέληξαν στη δόξα του καπιταλισμού –νέες μουσικές, γεύσεις κλπ.  που αποφέρουν κέρδη, με το κεφάλαιο να διεθνοποιείται και με τον τουρισμό, ενώ η ταξική αλληλεγγύη  να εκμηδενίζεται. Ποιος από τους τουρίστες, μικρομεσαίους και μικροαστούς  ακόμα, που αγοράζει ήλιο, θάλασσα, σεξ, κλπ. ενδιαφέρεται για την κοινωνική κατάσταση, πέρα από …εγκυκλοπαιδική γνώση,  της χώρας που είναι τουρίστας;
Το κεφάλαιο έκανε εμπόρευμα και τον ελεύθερο χρόνο και τη χρήση του. Στην εποχή της κρίσης αποδείχτηκε ότι  προκειμένου να μη περιοριστεί η κερδοφορία του επιτίθεται σε όλες τις κατακτήσεις,  ακόμα και με τους όρους της κυρίαρχης τάξης, των εργαζομένων. Κι έτσι, η οικονομική μας εξαθλίωση περιόρισε τη δυνατότητα για κατανάλωση προσφερομένων εμπορευμάτων, κι επομένως και των διακοπών.   Κι έτσι, στην Ελλάδα ο εσωτερικός τουρισμός φθίνει συνεχώς. Οι διακοπές γίνονται πολυτέλεια, όπως και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Με την κρίση λοιπόν αποδεικνύεται η αυταπάτη του μετασχηματισμού της κοινωνίας που στηριζόταν σε αλλαγή των μοντέλων και αξιών, ενώ παρέμενε αναλλοίωτος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Ήταν και παραμένει  το κέντρο σύγκρουσης η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και όχι η μετάθεσή της στο πολιτισμικό μοντέλο. Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται από την οικονομική κρίση ολοένα και πιο ξεκάθαρα αναδεικνύει την ταξική πάλη και την ένταση του ανταγωνισμού, με την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων που συνεπάγεται ενίσχυση και μετατροπή των πάντων σε εμπόρευμα, με αποκλειστικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση του κέρδους, αναζητώντας τους καλύτερους δυνατούς όρους για επενδύσεις.

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

ΘΕΑΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ



Εμπειρικές διαπιστώσεις των τελευταίων χρόνων για τον τρόπο που αντιδρούμε και προσεγγίζουμε τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα, μια μεγάλη πλειοψηφία  που γνώρισαν την πολιτική ζωή της μεταπολίτευσης και πίστεψαν για υπέρτερες κατακτήσεις τις διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας, ορίζουν στάσεις ζωής που διαμορφώθηκαν σε έκταση δεκαετιών.
                Χρόνια τώρα, η πρώτη ύλη για να προσεγγίσουμε την κοινωνική πραγματικότητα περιορίζεται στον κόσμο των συναισθημάτων μας.  Επειδή οι αιτίες για τις  κοινωνικές ανισότητες μετακόμισαν στο πεδίο της ηθικής, η λύπη, η χαρά, η αδικία,  η οργή, παράμετροι της καθημερινής ζωής, ανακατεύονται σ’ ένα αχαλίνωτο και πολλές φορές υπερφίαλο  παιχνίδι, που ισχυρίζεται ότι  προσπαθεί να  απελευθερώσει δυνάμεις και δράσεις από την πεζότητα της καθημερινότητας που θα βοηθήσουν στην υπέρβαση των κοινωνικών ανισοτήτων. Γι’ αυτό και    έχει κανείς την εντύπωση ότι στον τρόπο αντίδρασης των ανθρώπων τα τελευταίαχρόνια μάλλον προκρίνονταν οι …λυρικές εκδηλώσεις που καταλήγουν στην υπερβολή της παρουσίασης κάποιου πάθους που στοχεύει αποκλειστικά στη συγκίνηση, για να γίνει, πιστεύεται,  η πρώτη ύλη για αλλαγή κοινωνικών συνθηκών.  Οι κοινωνικές καταστάσεις απογυμνώνονται από τα πολιτικά και οικονομικά τους στοιχεία. Γίνονται περισσότερο ένα γλυκύ σκεύασμα προορισμένο για γλυκά δάκρυα και υψηλή ρητορική, που θολώνει κάθε πολιτική πρακτική που κρύβεται πίσω απ’ αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης των κοινωνικών καταστάσεων. Κι ίσως γιατί έχουμε πειστεί και μεις να   ξεχάσουμε πόσο σκληρή, αλλά κυρίως και γιατί, υπήρξε  η πρώτη πεντηκονταετία του προηγούμενου αιώνα όπου ο τραγικός ρεαλισμός  του καπιταλισμού μπήκε  και στο πιο απομακρυσμένο σπίτι, θέλουμε αυτό να το αποδώσουμε στην κακία που βασίλευε και όχι  βέβαια στις δεδομένες πολιτικοοικονομικές συνθήκες, στον ίδιο τον καπιταλισμό.
Η γεύση του θανάτου που έφεραν οι δυο μεγάλοι πόλεμοι, και ο δικός μας εμφύλιος, κατέληξε να ξορκίζονται  με θεαματικά χάππενινγκ, περφόμανς, εκδηλώσεις μουσικές, γυμνόστηθες ή γυμνές πορείες κλπ. με τα οποία ανά την πολιτισμένη Δύση χιλιάδες κόσμου ζητούν μια δικαιότερη κοινωνία. Παρόλη τη γνώση που θα έπρεπε να έχουμε τώρα, βιώνοντας την καπιταλιστική κρίση, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό δεν αναγνωρίζουμε πόσο ήταν αυτές προκατασκευασμένες, στάσεις και λόγοι ρητορικοί μάλλον. Μπορεί να έμοιαζαν αρκετά αποτελεσματικές όσο η εργατική τάξη με τις  απεργίες και τους αγώνες της διεκδικούσε, όμως στην πραγματικότητα υπονόμευαν τη φερεγγυότητα της ανάλυσης της πραγματικότητας, ισοπέδωναν τις διαφοροποιήσεις των κινήτρων των συμμετεχόντων, απλοποιούσαν τις σχέσεις και τις καταστάσεις, απέκρυπταν τις αντιφάσεις, καλλιεργούσαν τη μονόπλευρη  οπτική της κυρίαρχης εξουσίας. Συναυλίες διαμαρτυρίας, θεατρικά δρώμενα  ταυτίζονταν  με διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, απεργίες  καταλήψεις κλπ., και  απέβλεπαν περισσότερο στο θέαμα παρά στην ανάλυση της πραγματικότητας και  οργάνωση του αγώνα.  
Το αποτέλεσμα, παγιδευτήκαμε  σε μια προμελετημένη συγκινησιακή ροή, η οποία πρώτα αποκοίμισε την κρίση μας με ενέσεις τραγικοφανούς λόγου και θεάματος,  αποβλέποντας περισσότερο στην υπερβολή των συναισθημάτων. Η προσέγγιση της πραγματικότητας ακολουθούσε ένα τυπικό στο χειρισμό μιας δέσμης  θεμάτων. Η αδικία, όχι η πάλη των τάξεων, ήταν η κινητήρια  δύναμη  των δράσεων και η επιδίωξη ήταν η αναίρεσή της με ένα happy end, όπως στο σινεμά.Ο αδικημένος και  καταφρονεμένος έπρεπε να δικαιωθεί μέσα από την περιπέτεια μιας  ζωής εν κενώ,  πέρα από ταξικούς αγώνες, καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις κλπ. Όλα φωτίζονταν κάτω απ’  αυτή την οπτική.  Αυτή η μονοσήμαντη οπτική  ακουμπούσε  και συνεχίζει να  ακουμπά,  πάνω σε παραδομένους ηθικούς κανόνες που προσδίδουν ένα τελεολογικό χαρακτήρα στην κοινωνική δράση. Σαν σε μελόδραμα, το καλό θα θριάμβευε αυτομάτως, πεπεισμένοι ότι η κυρίαρχη ηθική είναι και η απόλυτη.  Κι είναι αυτό το ηθικό περίβλημα που αποτελούσε συγχρόνως και  το σημείο επαφής με ένα κόσμο ψευδαισθήσεων και έκανε τους πάντες να μπορούν να δηλώνουν αριστεροί, γιατί όλοι ήθελαν μια δίκαιη κοινωνία, χωρίς να διαταραχτεί όμως η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.  Η εμμονή στο κύρος των αυτονόητων ηθικών  αρχών του κυρίαρχου συστήματος  συνιστούσε όμως και τον τρόπο που οι μελοδραματικές διαμαρτυρίες μάς εξαπατούσαν για την κοινωνική πραγματικότητα. Απάλειφαν απ’  αυτή το ταξικό χαρακτήρα, μεταμφίεζαν τις ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, συσκότιζαν τις αντιθέσεις στο οικονομικό πεδίο,  απολίθωναν την κοινωνική πραγματικότητα σε προκαθορισμένη κοσμοθεωρία απαράβατων κανόνων που δικαιώνουν τον καπιταλισμό και  όπου κυριαρχεί η  αστική ιδεολογία που θεωρούνταν αυτονόητη και αμετάβλητη.
Οι θεαματικές διαμαρτυρίες είχαν, και έχουν,  να κάνουν με το εποικοδόμημα, και ούτε που άγγιζαν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οδηγώντας σε απαξίωση το πιο καίριο μέσο διαμαρτυρίας και αντίστασης των εργαζομένων, την απεργία. Το παιχνίδι, γιατί ουσιαστικά παιχνίδι ήταν,   της θεαματικής διαμαρτυρίας παιζόταν με αυστηρούς κανόνες που είχαν να κάνουν με την αστική ιδεολογία και ηθική. Ατομικά και  ανθρώπινα  δικαιώματα, αγώνας για δικαιοσύνη, για μειονότητες κλπ. μαζί με την αποδοχή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και γίναμε δεκτικοί στην οπτική της κυρίαρχης εξουσίας, στις ψευδαισθήσεις και υποσχέσεις της για τον καλύτερο κόσμο, προσεγγίζοντας προσωποκεντρικά την κοινωνία. Αυτό, σε συνδυασμό με την  ατομική επιθυμία του στερημένου παραμόρφωνε την αντίληψή μας για την κοινωνία καθιστώντας απρόσιτη την κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Διαμαρτυρίες με μουσικά σχήματα, με θεατρικά δρώμενα, με διάφορα χάπενιγκ, όλα σε μια μεγάλη γιορτή ...
Κι ήταν ένας τρόπος να ονειρευτούμε, να καρπωθούμε μέσα από την ψευδαίσθηση αυτό που μας λείπει, ελπίζοντας σε συνεχή βελτίωση της κοινωνικής πραγματικότητας, ξεχνώντας τους ταξικούς αγώνες  προηγούμενων χρόνων, με τις ήττες  και την σκληρότητά τους αλλά και τις νίκες τους, επικαλούμενοι ηθικές αξίες που χρησιμοποιούνται ακριβώς από την κυρίαρχη τάξη  για την ενίσχυση του συστήματος. Και  φυσικά πίσω από όλες αυτές τις εκφάνσεις κι εκδηλώσεις διάφορα ρεύματα (θες ονομάζονται νέοι φιλόσοφοι, θες μεταμοντερνισμός ή όπως αλλιώς ) πολιτικά, κοινωνικά, φιλοσοφικά κλπ. που στην ουσία δικαίωναν και δικαιώνουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Δεν υπάρχουν όμως συμβολικοί αγώνες, παρά μόνο πραγματικοί που προωθούν τις ταξικές συγκρούσεις σε κάθε κοινωνικό χώρο και τομέαγια σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Γιατί πια, το αποδεικνύει η τελευταία  πολύχρονη κρίση του καπιταλισμού, ενδιάμεσες λύσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη δεν φαίνεται να υπάρχουν.  Κι αν η μόνη πολιτική δύναμη που προβάλλει την ανάγκη ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων,  το ΚΚΕ, δεν γίνεται πειστική για μεγάλες μάζες εργαζομένων είναι γιατί ακριβώς δεν έχουν καν συνειδητοποιήσει το πρόβλημα μιας άλλης τάξης πραγμάτωνχωρίς υποταγή της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο, χωρίς εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης για την  αέναη κερδοφορία της κυρίαρχης τάξης.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

ΚΑΙ ΠΑΛΙ Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ!



Κάνοντας αναφορά στην τεσσαρακοστή επέτειο από την πτώση της χούντας, ίσως από μια υποδόρια νοσταλγία,  μπαίνει κανείς στον πειρασμό για αναζήτηση αναλογιών με σημερινές καταστάσεις, περισσότερο στον τρόπο αντίδρασης του λαϊκού παράγοντα στην πτώση της χούντας.  Κι αυτές οι αντιδράσεις δεν αποτυπώνονται τόσο στις φρενήρεις εκδηλώσεις ενθουσιασμού το βράδυ της πτώσης της με τις συναλλαγές μεταξύ  πολιτικών  και στρατιωτικών για τη διάδοχη κατάσταση, όσο στα αποτελέσματα των πρώτων εκλογών που ορίστηκαν την πρώτη επέτειο της εξέγερσης του πολυτεχνείου. Το μεθυστικό 54,6%  στο κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή σφράγισε και με τη βούλα της λαϊκής θέλησης τον χαρακτήρα της  μεταβολής της 23ης Ιουλίου. Έδειχνε αυτή η υπερψήφιση ότι η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνικής βάσης που ανέχτηκε την επτάχρονη δικτατορία επιθυμούσε διακαώς μια σταθερή, ομαλή αστική δημοκρατία σε ήρεμη και ασφαλή πολιτική ατμόσφαιρα κι αρνιόταν να διακινδυνεύσει την όποια και όση νεοαποκτημένη ελευθερία με επιλογές που δεν είχαν την έγκριση αυτών που πρωτοστάτησαν στην πολιτική αλλαγή της 23ης Ιουλίου. Αποτέλεσμα της φοβίας, του ρεύματος υπέρ του Καραμανλή και της επιθυμίας για ομαλότητα, για σταθερότητα σε κλίμα εθνικής ενότητας για αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων ήταν τότε  και η συρρικνωμένη παρουσία της Ενωμένης Αριστεράς, που περιλάμβανε το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσωτερικού. Και βέβαια η νομιμοποίηση του ΚΚΕ για την αστική δημοκρατία δεν ήταν παρά ένα στοιχείο της δημοκρατικοποίησης του κράτους μόνο, που μέσα από τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό του επιδίωκε σταθεροποίηση του συστήματος.
           Στη   θετική κληρονομιά που, πέρα από τις εθνικές συμφορές και τον κλονισμό της οικονομίας,  θεωρήθηκε ότι άφησε η χούντα συμπεριλαμβάνονταν  λοιπόν η ένωση του λαού εναντίον της, έστω κι αν στην πραγματικότητα η πλειοψηφία την ανέχτηκε,  η ριζοσπαστικοποίηση της σπουδάζουσας νεολαίας και των νέων επιστημόνων, η συνειδητοποίηση από μεγάλο τμήμα της Δεξιάς της ανάγκης να διαχωριστεί από τη φασιστική της πτέρυγα και να εξευρωπαϊστεί,  το ξεπέρασμα των αγκυλώσεων του εμφυλίου πολέμου. Κι είναι που πάνω σ’  αυτήν την κληρονομιά, περισσότερο κατασκευασμένη παρά αληθινή,  οικοδομήθηκε το μεταπολιτευτικό κράτος και σύστημα. 
Έτσι, στην παγιωμένη  πεποίθηση ότι στην ιστορία του τόπου η εσωτερική του εξέλιξη εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από την ξενική επέμβαση, πιστεύοντας ότι η εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης αντανακλά σχεδόν εξ ολοκλήρου  τους συσχετισμούς των μεγάλων δυνάμεων  και ελάχιστα έως καθόλου  τον εσωτερικό συσχετισμό  των κοινωνικών δυνάμεων και τάξεων  στην Ελλάδα στήριξε σχεδόν όλη την πολιτική  του το ΠΑΣΟΚ, διαγράφοντας σχεδόν τις ταξικές συγκρούσεις, που τις υπέταξε κι αυτές στο εθνικό συμφέρον.  Η επιδίωξη της ενότητας, η απόρριψη  κάθε δογματικής  σκέψης και νοοτροπίας, πάει να πει κάθε προσπάθειας για ερμηνεία μέσα από την ταξική πάλη,  η αναγνώριση της ανάγκης διαμόρφωσης ενός ανοιχτού, δημοκρατικού και ρεαλιστικά προσανατολισμένου αριστερού σχήματος έγινε το ζητούμενο των κοινωνικών στρωμάτων που αναρριχώνται στην  εξουσία με περγαμηνές αντιστασιακές κι επομένως κατά τεκμήριο δημοκρατικές. Οι εργατικές κινητοποιήσεις της πρώτης δεκαετίας της μεταπολίτευσης τσακίζονταν, αφού πρώτα απομονώνονταν από τα μικροαστικά στρώματα που ετοίμαζαν την αναρρίχησή τους.  Είναι που και  οι τρομοκρατημένες μέχρι και τη χούντα κυρίαρχες τάξεις  που έδειχναν ευπείθεια στους ξένους προστάτες τους απέκτησαν τώρα την ευελιξία και γνώση των αντίστοιχων της Ευρώπης, αφού με τη χούντα τσάκισαν ολοκληρωτικά το αντιστασιακό κίνημα που τόλμησε να πάρει τα όπλα εναντίον τους, παλεύοντας για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.  Δεν δίσταζαν πια να χρησιμοποιούν, ή να ανέχονται τη χρήση, κατά το δοκούν, παραποιώντας τα, τα ερμηνευτικά εργαλεία του μαρξισμού για να δικαιολογούνται οι αστικές επιλογές. Κι έγινε κοινός τόπος η χρήση ενός ιδιόρρυθμου αριστερού λεξιλογίου την ίδια στιγμή  που εξασφαλιζόταν η συνέχεια του καθεστώτος της ελεύθερης οικονομίας, τα κατεστημένα συμφέροντα, η αποφυγή σοβαρών θεσμικών αλλαγών και βέβαια και σοσιαλιστικών πειραμάτων. Η πορεία εκσυγχρονισμού του συστήματος ολοκληρώθηκε με τη συνθήκη του Μάστριχντ, την παγκόσμια αγορά και τις ανάγκες πειθάρχησης της εργατικής δύναμης.
 Κι όλη αυτή η …ποτ πουρί ιδεολογία της μεταπολίτευσης  εκφράστηκε επιτυχημένα στον λόγο του προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλου στην επίσκεψη του Μπιλ Κλίντον το 1999, στον οποίο βρίσκουμε και τον πυρήνα της βασικής ιδεολογίας που διατρέχει τις  πολιτικοοικονομικές αναλύσεις που αντιτίθενται  στα μνημόνια,  αλλά όχι και στους στόχους που αυτά αποβλέπουν.  
Και αν και η κοινωνική συμμαχία της μεταπολίτευσης έχει τελειώσει, με την εργατική τάξη βέβαια να πληρώνει τα σπασμένα της άγριας καπιταλιστικής επίθεσης, και τα κοινωνικά διλήμματα πια να είναι μεγάλα και αποφασιστικά συνεχίζει όμως  να κυριαρχεί η πεποίθηση ότι η προοπτική της ομαλοποίησης της κοινωνικοοικονομικής μας  ζωής, εννοώντας επιστροφή  στο μοντέλο προ της κρίσης,  μπορεί να γίνει χωρίς τη συμμετοχή  και παρεμβολή μας, γι’  αυτό αναζητείται μια  εγγυημένη  από τα πάνω πολιτική που να εξασφαλίζει την ομαλότητα και σταθερότητα.
Μόνο που τώρα δεν είναι όπως η δικτατορία που θεωρούνταν  μια υπόθεση ελληνική, που χρεώνονταν στην οπισθοδρόμηση του ελληνικού καπιταλισμού χωρίς παρόμοιο καθεστώς γενικότερης αποδοχής που θα την επικύρωνε πλατύτερα, αλλά πρόκειται για μια παγκόσμια επίθεση του κεφαλαίου. Η ρήξη δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια αντιπαράθεση που σαν όρους της  δεν μπορεί παρά να έχει πια την υπέρβαση του καπιταλιστικού συστήματος.