Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

ΔΙΠΟΛΙΣΜΟΙ



   Η κυρίαρχη εικόνα που μετά τις εκλογές δίνεται μέσα από τα ΜΜΕ και  τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο μοιάζει ψεύτικη και θεμελιωμένη σε αποσιωπήσεις. Μείζονα θέματα η παραίτηση του Φ. Κουβέλη από την προεδρία ενός κόμματος υπό εξαφάνιση, οι ρητορείες του Ε. Βενιζέλου περί κεντροαριστεράς, οι διάφορες υποσχέσεις της κυβέρνησης για ελαφρύνσεις φτωχών υπηκόων και κάπου στο ημίφως οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ για νέο χρηματοδοτικό κενό ή  η απόφαση για περιορισμό των διαδηλώσεων ή τα γεγονότα στην Ουκρανία.
Μ’  αυτές τις εκλογές σαν να μορφοποιήθηκε το νέο σκηνικό, που δεν είναι στην ουσία και πολύ διαφορετικό από το προηγούμενο, μόνο πιο ξεκάθαρο.  Η κατασκευασμένη από επιλεγμένες αποσπασματικά εικόνες  πραγματικότητα που νοθεύει πλήρως  το  πολιτικό λεξιλόγιο, πάλι παίζει στο πεδίο της κεντροαριστεράς με βάσιμες φιλοδοξίες ότι θα έχει το εγχείρημα την ίδια επιτυχία όπως πριν από τριάντα χρόνια. Είναι αυτός ο  χώρος της απόλυτης φαινομενικότητας, όπου νοθεύεται κάθε αυθεντική, ταξική  εναντίωση για  να  βρίσκει άλλοθι και νομιμοποίηση κάθε συντηρητική στροφή, κάθε αυταρχική  επιλογή. Κι όσο θα εμπεδώνεται η απόγνωση τόσο μεγαλύτερες προσπάθειες θα γίνονται να φυγαδεύεται σε μια αμυντική, αδιέξοδη αντίδραση κι η οργή να σβήνει μές στην κατατονία και τη ματαίωση. Νιώθει πια  κανείς πως ούτε η αγανάκτηση ή ο θυμός του πρώτου καιρού υπάρχει, όπου έστω και η εικονική εν πολλοίς γραμμή πόλωσης, μνημόνιο ή αντιμνημόνιο, άθροιζε θυμό και ελπίδες για να  γίνουν μεγαλύτερες. Νιώθει πια κανείς  πως κάθε ομάδα, κάθε άτομο απομονώνεται μέσα στο ισκιερό δικό της κελί. Το πλήθος δεν μεταδίδει κανένα ρίγος, μοιάζει παραιτημένο.
Ο εκτεταμένος μικρομεσαίος αστερισμός της κινητικότατης κοινωνίας μας που μεθοδικά διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του ’60, η αντιπαροχή του Κ. Καραμανλή δεν συνέβαλε και λίγο, δεν αναζητεί τη γραμμή της πραγματικής πόλωσης στην κοινωνία. Αφού μέσα από απλουστεύσεις στην πολιτική η πόλωση, καρπός διεργασιών ενός τεχνητού χαρακτήρα σε επίπεδο κορυφής περισσότερο,  περιορίστηκε στο μνημόνιο-αντιμνημόνιο, τέσσερα χρόνια μετά μοιάζει να έχει αφομοιωθεί από την κοινωνία. Η κυρίαρχη τάξη για να κερδίσει  το παιχνίδι της εξουσίας οδήγησε σ’  αυτήν την πόλωση κι έτσι μέσα απ’  αυτήν να χαθεί η πραγματική κοινωνική πόλωση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία που η αντίθεσή τους αυτά τα χρόνια αναδεικνυόταν ξεκάθαρα. Λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα εγκλωβίστηκαν στην προοπτική της κυρίαρχης τάξης. Το «αντί» στο μνημόνιο συσπείρωσε ετερόκλητα πολιτικά σχήματα που με το πρόσωπο του κοινωνικού διεκδικητή κάνουν προτάσεις,  υπόσχονται, σηκώνουν σημαίες ελευθεριών, δημαγωγούν. Δεν έχουν σημασία οι μεταμορφώσεις τους, γιατί αυτές θα συνεχιστούν, με σημείο εκκίνησης την ήδη διαμορφωμένη από την εφαρμογή των μνημονίων  πραγματικότητα. Στις πρόσφατες εκλογές το νέο δίπολο με αρκετή αποτελεσματικότητα διαμορφώθηκε σε  πολιτική σταθερότητα –αβεβαιότητα.
Αν θυμηθούμε τις διάφορες πολωτικές καταστάσεις που γνώρισε ο τόπος, από την εποχή του Βενιζελισμού –Αντιβενιζελισμού μέχρι τις μέρες μας η πιο σαφής πολιτικά και κοινωνικά πολωτική διεργασία ήταν ο εμφύλιος πόλεμος με πρωταγωνιστή την εργατική τάξη. Ήταν τότε που αφού τα λαϊκά στρώματα σήκωσαν  στους ώμους τους  όλον τον αγώνα εναντίον του ναζισμού,  η αστική τάξη πολέμησε εναντίον τους για να μη χάσει την εξουσία της. Κι ήταν τότε που ξεκάθαρα φάνηκε ποιοι είναι οι αντίπαλοι, γιατί ακριβώς είχαν και οι υποτελείς τάξεις όπλα και αποδείχτηκε πόσο αδυσώπητος είναι ο ταξικός αγώνας.   Έκτοτε η κυρίαρχη τάξη  έχει τη πολυτέλεια να δημιουργεί τις πολώσεις στα μέτρα της,  από θέση ισχύος, όπου χάνεται η πραγματική πόλωση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.
Στις μέρες μας το ζήτημα της κοινωνικής αντίθεσης κεφάλαιο –εργασία δεν περνά μέσα από την αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο, παρά μόνο στον κομμουνιστικό λόγο. Η διπολική όξυνση αποφεύγεται να επενδυθεί με τον μανδύα της συνολικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης ακριβώς για να μην ξαναφέρει στην επιφάνεια όλα όσα μας χωρίζουν σε δυο κόσμους, από τη στιγμή που ο κυρίαρχος λόγος υποστηρίζει ότι οι δυο κόσμοι έχουν πάψει από καιρό να υπάρχουν, γιατί οι κοινωνικές αντιθέσεις, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και οι πολιτικές προοπτικές δεν έχουν καμιά σχέση με τη σύγκρουση ταξικών συμφερόντων και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
Κι έτσι ενστερνιζόμενοι  οικονομικές και πολιτικές θεωρίες που δικαιώνουν τη δομή του καπιταλιστικού συστήματος και αποτελούν το εποικοδόμημά του, χωρίς διαμορφωμένη πολιτική συνείδηση πολλοί από αυτούς που  κατάφεραν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν οικονομικά περιμένουν την ανάκαμψη. Και φοβισμένοι δεν έχουν για να ακουμπήσουν μέσα στην ερειπωμένη ζωή τους παρά την πρόσοψη του παρελθόντος, την απατηλή εικόνα της ζωής τους που ήταν άλλοτε. Οι μικροαστοί λουφάζουν αναμένοντας τον σωτήρα και δεν  μπορεί να βρει κανείς πιο πολέμιους κάθε κοινωνικής αναστάτωσης από αυτούς, που ζουν περισσότερο από ανύπαρχτα αγαθά παρά από πραγματικά. Το να συντηρούν  την αυταπάτη αυτή της ιδιοκτησίας είναι η τέχνη  αυτών που κυβερνούν. Κι  εκείνοι που ληστεύονται τους ευγνωμονούν για την ευγλωττία  που μ’ αυτήν προστατεύουν αυτόν τον κρυφό θησαυρό, που πια έγινε  πολύ κρυφός, κανένας δεν υποψιάζεται πως υπάρχει. Και κάπως έτσι η συστηματική εκστρατεία  εναντίον  των εργατικών κινητοποιήσεων θα συσπειρώσει  για άλλη μια φορά  αυτή τη σιωπηλή πλειοψηφία εναντίον …καθοδηγούμενων  μειοψηφιών που κάνουν δύσκολη τη ζωή του απλού πολίτη. Και όλο θα ανακαλύπτονται νέα δίπολα για να αποκρύπτεται το βασικό.
Και πώς να καταλάβει πια κανείς την αθλιότητα του αδύνατου που χρειάζεται να επιβιώσει;

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ



Σύμφωνα με την ειδησεογραφία στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο κυριαρχεί το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα με ενίσχυση των ευρωσκεπτικιστών,  ενώ η πρωτιά Εθνικού Μετώπου της Μαριν Λεπέν στη Γαλλία, που χαρακτηρίστηκε από τη Λιμπερασιόν απειλή για την Ευρωπαϊκή ιδέα,  προκαλεί αντιδράσεις στην Ευρώπη, με την Α. Μέρκελ να χαρακτηρίζει την άνοδο ορισμένων ακροδεξιών και λαϊκίστικων κομμάτων «αξιοσημείωτη και λυπηρή». Ταυτόχρονα, η εκλογή του «τσάρου της σοκολάτας» δισεκατομμυριούχου Πέτρο Πορσονένκο στη θέση προέδρου της σπαρασσόμενης Ουκρανίας  χαρακτηρίζεται καλό νέο από την καγκελάριο Μέρκελ. Σε ερώτηση εταιρείας δημοσκοπήσεων γιατί εκλέγουν οι ψηφοφόροι έναν δισεκατομμυριούχο η απάντηση τους  είναι επειδή δεν θα κλέψει.
Στα δικά μας,  ο Ι. Μπουτάρης  πιστεύει ότι επανεξελέγη  γιατί ήταν «χορτασμένος», τονίζοντας ότι δήμαρχο τον έβγαλε η Θεσσαλονίκη, «ούτε τα κόμματα ούτε κάποιες ομάδες συμφερόντων». Ο επανεκλεγείς δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης ευχαριστεί τους Αθηναίους που τον ψήφισαν βάζοντας «την πόλη πάνω από την πόλωση και τους κομματισμούς». Ο νέος δήμαρχος  Πειραιά Ι. Μώραλης, που στην προεκλογική του εκστρατεία τόνιζε την ανεξαρτησία του, στις πρώτες του δηλώσεις ευχαριστεί του γονείς του που τον μεγάλωσαν με δημοκρατικές αντιλήψεις που «εκτιμήθηκαν από τους πολίτες του Πειραιά». Η σύζυγος του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, της οικογένειας των βιομηχάνων, Γιάννα Αγγελοπούλου καταφέρθηκε στην εμφάνισή της στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΛΦΑ κατά του Β. Μαρινάκη και της εκλογής του Γ. Μώραλη αφήνοντας ξεκάθαρες αιχμές για εμπλοκή της στην πολιτική σκηνή και αλληθωρίζοντας πολιτικά προς ΣΥΡΙΖΑ και Ποτάμι. Ο  εκλεγμένος δήμαρχος, υπόδικος Αχ. Μπέος, χρησιμοποιώντας λεκτικό που προσομοιάζει αυτό της Χρυσής Αυγής επιτέθηκε εναντίον καλλιτεχνών που στράφηκαν εναντίον του, ενώ αποθεώνονταν από τους οπαδούς του. Και βέβαια η Χ.Α με ποσοστά  σχεδόν διψήφια μονιμοποιείται μετά από τρεις αναμετρήσεις  στο πολιτικό σκηνικό.
Εικόνες από την ευρωπαϊκή και εγχώρια πολιτική σκηνή με πολλές αναλογίες, αν όχι ομοιότητες,  που δίνουν πολύ ξεκάθαρα το στίγμα του πολιτικού λόγου και πολιτικής συμπεριφοράς. Σε όλες αναγνωρίζει κανείς την υποκρισία ενός δημοκρατικού κράτους που μπορεί επιδέξια να ανέχεται  δράσεις που διατηρούν ένα χαρακτήρα αντιπαλότητας, αλλά γενικού και αόριστου,  και που επιτρέπεται η πολυτέλεια της ιδεολογικής ελευθερίας όταν δεν του στοιχίζει καθόλου. Ισα ίσα που βρίσκει μια δικαίωση στην ύπαρξη αντιπολιτευτικού λόγου σαν  ένα παραπέτασμα, στη σκιά του οποίου  ζεσταίνεται  η διφορούμενη έννοια  μιας δημοκρατίας με μάγουλα φουσκωμένα από ευγενικές αρχές που  απροκάλυπτα πια φλερτάρει με το φασισμό.
Αφού για χρόνια υποβλήθηκε η συναίνεση στα βασικά θέματα της οικονομίας, ισοπεδώνοντας κάθε ταξική διαφοροποίηση, η αποδοχή από τη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων   της ύπαρξης στις δημοκρατικές χώρες μόνο κοινών συμφερόντων ήταν η αναμενόμενη επιδίωξη. Ο εκθειασμός της επιχειρηματικότητας και η μετατροπή των κρατών σε ανώνυμες εταιρείες που θα πρέπει να επιδιώκουν κέρδη ταύτισε πολιτικό και επιχειρηματία.  Κι έτσι επικαλύφτηκε μέχρι που εξουδετερώθηκε κάθε πάλη ανάμεσα σε τάξεις και συμφέροντα, ώστε άφοβα πια και με βεβαιότητα  για την ευνοϊκή απήχηση της δράσης της η άρχουσα τάξη χωρίς διαμεσολαβήσεις να αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση των δημοκρατιών.
Κανόνας σχεδόν  για  όψιμους δισεκατομμυριούχους των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών που λεηλάτησαν τον πλούτο τους να διεκδικούν κυβερνητικές θέσεις. Στην δε εγχώρια πολιτική σκηνή, με αφετηρία την τοπική αυτοδιοίκηση, η απροκάλυπτη κάθοδος στην πολιτική σκηνή επιχειρηματιών με τα  συμφέροντά τους διευρύνεται συνεχώς. Ο Γ. Μώραλης βέβαια ακόμα καταβάλλει προσπάθεια να πείσει για την ανεξαρτησία του από επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ η εικόνα του Β. Μαρινάκη ένα βήμα πίσω του στις εμφανίσεις του δεν είναι μόνο συμβολική, επικαλούμενος μάλιστα το δημοκρατικό παρελθόν του πατρός του.  Κι έτσι ενώ αποθεώνουν οι οπαδοί του Ολυμπιακού τον δήμαρχό τους η Γιάννα Αγγελοπούλου έγινε φωνή του αντιπολιτευόμενου λόγου, έστω και με υπονοούμενα, για να χαθεί ολότελα η πολιτική ταυτότητα αυτών των επιλογών.
Εν ολίγοις,  επιβάλλεται  μια θεώρηση της κοινωνίας που είναι ανάμεσα σε επιτυχημένους και αποτυχημένους επαγγελματίες,  στη θέση μιας διαίρεσης  ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις. Προπαγανδίζεται λοιπόν η αποϊδεολογικοποίηση της κοινωνικής ζωής και δίνεται αρνητικό  πρόσημο στην κομματικότητα, την ίδια στιγμή που διακηρύσσεται ότι το πολιτικό μας σύστημα στηρίζεται στην πολυκομματικότητα.  Η ιδέα της ανεξαρτησίας από κόμματα   που  καλλιεργείται συνειδητά λειτουργεί ως υποκριτική κάλυψη των συμφερόντων της άρχουσας τάξης για να αποκρυβούν  οι ταξικές διαφορές, γιατί η κομματικότητα μπορεί να γίνει  όρος και δείκτης της πολιτικής ανάπτυξης μιας τάξης ή κοινωνικής ομάδας. Περιορίζοντας τις διαφορές σε ατομικές συμπεριφορές χάνεται η ταξική  διάσταση των κοινωνικών φαινομένων και αναλωνόμαστε σε αλλαγές προσώπων, αναζητώντας τον Ηρακλή που θα καθαρίσει τον κόπρο του Αυγεία. Τέσσερα χρόνια τώρα αναζητούμε  καθαρούς, έντιμους ανθρώπους και καταλήξαμε να δώσουμε διψήφια νούμερα στη Χρυσή Αυγή και δημαρχιακούς θώκους σε Μώραλη-Μαρινάκη, Μπέο.
Οι δημοκρατίες της συναίνεσης σε όλη την Ευρώπη παρόλη τη διαρκή αναπαραγωγή οικονομικών ανισοτήτων επιμένουν στην επικάλυψη  των ταξικών αντιπαλοτήτων, ευνοώντας διόδους για ανάπτυξη πολιτικών ταυτοτήτων γύρω από εθνικιστικές, ρατσιστικές κλπ. μορφές. Κι έτσι οι εντεινόμενες δυσαρέσκειες εκτός από τη διοχέτευσή τους σε συγκεκριμένα πρόσωπα βρίσκουν τη δίαυλο έκφρασής τους στο φασισμό, χωρίς το ίδιο το σύστημα να απειλείται, ακόμα κι αν τα φασιστικά μορφώματα παρουσιάζονται σαν αντισυστημικά, ενσωματώνοντας στο λόγο τους εκφυλισμένες και διαστρεβλωμένες μορφές ιδεών περί αντικαπιταλισμού, διεθνούς τοκογλυφίας κλπ.
Γι’  αυτό και μοιάζει η ανησυχία της Ευρώπης για την άνοδο των ακροδεξιών αρκετά υποκριτική, αφού αυτό που θέλει πάση θυσία να αποτρέψει είναι η αντίσταση των λαών στην καπιταλιστική επίθεση και ο φασισμός στην ουσία υποτάσσει και ενσωματώνει τις μάζες στην απροκάλυπτη δικτατορία της πιο αντιδραστικής μερίδας του κεφαλαίου.
Γι’ αυτό και επίμονα υποστηρίζεται η ενίσχυση του κομμουνιστικού κόμματος, φορέα οργάνωσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών. Γιατί η εργατική τάξη βρίσκεται στην καρδιά της εκμετάλλευσης και δεν είναι δυνατό η αντίσταση στην καπιταλιστική επίθεση χωρίς την άμεση συμμετοχή της. Αν   η ενότητα και η πολιτική ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων διαμορφώνεται στο πεδίο του κράτους, η ενότητα και οργάνωση των κυριαρχούμενων τάξεων χρειάζεται το κόμμα  της για να υπάρξει. Και η ενωμένη Ευρώπη των μονοπωλίων την ανάπτυξη ενός κομμουνιστικού κινήματος φοβάται.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ



Μετά από τέσσερα χρόνια άγριας καπιταλιστικής επίθεσης οι επιλογές του εκλογικού σώματος στις ευρωεκλογές δεν μοιάζει να αντικατοπτρίζουν ούτε την ανεργία του ενός τετάρτου, το λιγότερο, του πληθυσμού ούτε την εξαθλίωση του. Και πάλι φαίνεται να  καταγράφεται η  απροθυμία όχι μόνο μικρομεσαίων αλλά και αστικοποιημένων εργατικών στρωμάτων να κινητοποιηθούν και να διεκδικήσουν.
Αναζητά κανείς πώς εκφράζεται η διογκούμενη δυσφορία  μέσα από το εκλογικό  αποτέλεσμα  και βρίσκει φασισμό και απολιτικοποίηση, το ένα απόρροια του άλλου.
Μια αγανάκτηση που εκφράστηκε με τις πλατείες το δεύτερο χρόνο των μνημονίων, έγινε θυμός κι εκδίκηση για το ΠΑΣΟΚ, που θεωρήθηκε ότι προκάλεσε τα δεινά μας,  τον επόμενο χρόνο και τώρα μοιάζει να σταθεροποιείται το καινούργιο δικομματικό σύστημα που περιλαμβάνει όμως και τη Χρυσή Αυγή. Οι αλλεπάλληλες εκλογές των δυο χρόνων αν διαφοροποιούνται από τις προηγούμενες είναι ότι ενσωματώνουν στον εκλογικό χάρτη μόνιμα πια μια φασιστική οργάνωση, της οποίας η δύναμη σταθερά αυξάνεται.
Οι θριαμβολογίες του ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο έχουν ένα καταναγκαστικό χαρακτήρα να πείσουν και να πειστούν ότι η διαφορά των περίπου τεσσάρων  μονάδων με ένα κόμμα που κυβερνώντας δυο χρόνια τώρα πήρε τέτοια αντιλαϊκά μέτρα είναι πολύ μεγάλη. Παρόλο που δεν επεδίωξε να υπερβεί  τα πλαίσια που το κυρίαρχο σύστημα επιβάλλει,  αλλά  περιορίστηκε να  καταγγείλει  κάποιες επιλογές της κυβέρνησης δεν κατάφερε να πείσει περισσότερους από όσους στις εκλογές του 2012. Η αδυναμία του αυτή ίσως  εκπορεύεται από  την ανυπαρξία εναλλακτικής πολιτικής που να πείθει ότι θα επιδιορθώσει την κυβερνητική πολιτική χωρίς όμως πολιτικούς κλυδωνισμούς.
Φαίνεται ότι το κυρίαρχο σύστημα ανακάλυψε στην πολιτική σταθερότητα το νέο διακύβευμα για να μπει στο παρασκήνιο το οικονομικό πρόβλημα με τα χρέη, τόκους, λιτότητα κλπ. που προκάλεσε τη συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ κα απειλούσε την φερεγγυότητα του πολιτικού συστήματος. Είναι ένα σύνθημα που περιγράφει και επηρεάζει  στο χώρο της πολιτικής σκηνής μια νέα συγκυρία, μια τακτική επιλογή του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας που εξυπηρετεί την πολιτική της κυβέρνησης για ανοχή από μέρους της κοινωνίας. Κι έτσι τώρα όλα τα δεινά που μας απειλούν συνοψίζονται στην ανευθυνότητα του έτερου πόλου του δικομματισμού, του ΣΥΡΙΖΑ. Μ’  αυτήν την τεχνητά διογκούμενη αντιπαλότητα καθιερώνεται πια ο ΣΥΡΙΖΑ σαν ο άλλος πόλος του συστήματος. Ενδιάμεσα μια πολύχρωμη γκάμα από κόμματα και κομματίδια σε ρόλο κομπάρσου έτοιμα να συνεισφέρουν τη συνδρομή τους στον πιο ισχυρό, για να εξασφαλιστεί αυτή η πολιτική σταθερότητα πέρα από ιδεολογίες και διαχωρισμούς. Γιατί οι χαρακτηρισμοί του υπερκομματικού και ανεξάρτητου δεν περιορίζονται μόνο στην αυτοδιοίκηση αλλά περνούν και στην κεντρική πολιτική σκηνή. Είχαμε ακούσει πριν τις εκλογές τον Σ. Θεοδωράκη, ιδρυτή του Ποταμιού, να περηφανεύεται ότι κλέβει ιδέες και από την αριστερά και από την φιλελεύθερη παράταξη, το βράδυ των εκλογών ο Γ. Καμίνης ευχαριστεί τους πολίτες που «έβαλαν την πόλη πάνω από πόλωση και κομματισμούς». Κι έτσι γίνεται κυρίαρχη η  αντίληψη της υπερταξικής, υπερκομματικής πολιτικής δράσης που είναι προς το συμφέρον όλων για να συσκοτιστεί η ύπαρξη διαφορετικών ταξικών κοινωνικών συμφερόντων και ιδεολογικοπολιτικών απόψεων. Κατά συνέπεια η άρχουσα τάξη κάθε αίτημα για αναίρεση της οικονομικής της πολιτικής μπορεί να το παρουσιάζει με μια λογική αφαίρεση  σαν αναίρεση της ίδιας της οικονομίας γενικά και διάλυσης της. Κι ενώ μοιάζει να βγαίνει μέσα από την κάλπη μια πολυφωνία  στην πραγματικότητα είναι κλωνοποιήσεις της ενιαίας πολιτικής που ασκείται και καθορίζεται από κυρίαρχα κέντρα και μάλιστα χωρίς παρεκκλίσεις και παραλλαγές.
Η εικόνα που δίνουν οι ευρωεκλογές δείχνει  το σύστημα να έχει βρει τις καινούργιες ισορροπίες του, παρά την ένταση των κομματικών ανταγωνισμών και τους νέους συσχετισμούς  των πολιτικών δυνάμεων. Η πολυπλοκότητα και πολλαπλότητα της ταξικής πάλης και των κοινωνικών ανταγωνισμών μοιάζει να  απορροφήθηκαν από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο κι εκφράστηκαν στον παραμορφωμένο και παραμορφωτικό ανταγωνισμό  ανάμεσα στα δυο κόμματα  και τους δυνάμει δορυφόρους τους.
Η φτώχεια λοιπόν και η απόγνωση δεν είναι  αρκετές για να γεννήσουν την επιθυμία για μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αλλάζει κανείς  αυτό που καταλαβαίνει και  στη βάση αυτής της κατανόησης αλλάζει και η δική του δραστηριότητα. Χρόνια τώρα όμως  διαπαιδαγωγηθήκαμε στην δια της αναθέσεως πολιτική μας δράση και πειστήκαμε για το αμετάβλητο του πολιτικοοικονομικού συστήματος. Κι έτσι πολύ φυσικά αναζητούμε τώρα στα δύσκολα  τον πληρεξούσιο που θα «καθαρίσει» για μας. Κι εδώ ξεμυτούν οι φασίστες με τις  ανορθόλογες προκλήσεις δύναμης και πράξεις βίας που αναλαμβάνουν το ρόλο του εκδικητή. Πώς λοιπόν να στραφούν ακόμα και οι εξαθλιωμένοι εργαζόμενοι κι άνεργοι στο ΚΚΕ όταν έχουν διαπαιδαγωγηθεί σε μια κοινωνία όπου προπαγανδίζεται η ανυπαρξία πολιτικών διαχωρισμών, ταξικών συμφερόντων  και το ανέφικτο μετασχηματισμού της;  Παρόλ’  αυτά το ΚΚΕ κατάφερε να κερδίσει τέσσερις δήμους, ο ένας μάλιστα της τρίτης πόλης της Ελλάδας, ένδειξη ότι υπάρχει μια συμπαγής λαϊκή ταξική δύναμη αντίστασης στην καπιταλιστική επίθεση.
Συγχρόνως όμως τα χαμηλά ποσοστά του ΚΚΕ, παρά την περιορισμένη άνοδό του,  είναι δείκτης της θαυμαστής υπακοής μας  και παθητικότητάς μας. Αγωνιστικές κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις  απαιτούν πάντα προσωπικές θυσίες και επιλογές που κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί για την επιτυχία τους. Εμείς όμως δεν είμαστε παρά ένα πλήθος από αντιφατικές αντιδράσεις, εγωισμούς και μικροσυμφέροντα που υποφέρουμε και δεν ξέρουμε το στόχο μας. Το μόνο που ξέρουμε είναι  ότι υποφέρουμε και ζητάμε κάποιον να εκδικηθεί για μας. Ακόμα λοιπόν κι αν ο προσδιορισμός  του κομματικού συστήματος με βάση τον εκλογικό συσχετισμό δυνάμεων δεν επαρκεί για να αποδώσει τους πραγματικούς συσχετισμούς  ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα μέσα στην κοινωνία το βέβαιο είναι ότι η πολιτική διαπαιδαγώγηση δεκαετιών αποδίδει καρπούς. Η κοινωνία εκφασίζεται ταχύτατα.

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

ΤΑΞΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ



Τα πράγματα είναι αρκετά απλά.
Η οξύτητα της καπιταλιστικής  κρίσης που  μαστίζει εδώ και τέσσερα τουλάχιστον χρόνια το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας επισωρεύει δυο δεινά, ανεργία και φτώχεια. Τα περισσότερα κόμματα που διεκδικούν την ψήφο των ευρωεκλογών υιοθετούν  περισσότερο ή λιγότερο την  πολιτική που φορτώνει όλο το βάρος της κρίσης στην εργατική τάξη και στα φτωχά  μικροαστικά στρώματα του πληθυσμού.
 Η πολιτική αυτή επιδιώκει την αύξηση του ποσοστού κέρδους του μεγάλου κυρίως κεφαλαίου, για να μπορεί να προχωρήσει σε παραπέρα συσσώρευση.  Με τη μαζική ανεργία πέφτουν τα μεροκάματα, ανεβαίνει το ποσοστό  εκμετάλλευσης και κέρδους κι επομένως οι επιχειρήσεις  θα έχουν κέρδος να κάνουν μεγαλύτερη συσσώρευση. Εξάλλου με το κλείσιμο επιχειρήσεων που δεν είναι παραγωγικές με κριτήρια της αγοράς εκείνο που συμβαίνει είναι η καταστροφή μιας μεγάλης ποσότητας κεφαλαίου. Κι έτσι θα μείνει λιγότερο κεφάλαιο που θα μοιραστεί τη συνολική μάζα του κέρδους και άρα το ποσοστό κέρδους κατά μονάδα κεφαλαίου θα αυξηθεί.
 Ουσιαστικά τα κόμματα από Νέα Δημοκρατία έως ΣΥΡΙΖΑ με τις αντίστοιχες παραφυάδες τους συμφωνούν το κράτος να περικόψει τις δαπάνες  για εξασφάλιση της απασχόλησης στους ανέργους,  ξεπερνώντας πια το Κεϋνσιανό μοντέλο της επέκτασης των δημοσίων δαπανών για απορρόφηση των ανέργων, και υπόσχονται ανάπτυξη για δημιουργία θέσεων εργασίας.  Συγχρόνως οι διαφωνίες τους  εντοπίζονται στο ποσοστό περιορισμού  των δαπανών για κοινωνικές παροχές, ενώ η εύνοια προς το  μεγάλο κεφάλαιο για να  αυξηθεί είναι δεδομένη και οι μεταξύ τους διαφορές αφορούν στους επιθετικούς προσδιορισμούς που χαρακτηρίζουν την επιχειρηματικότητα, π.χ. η αξιωματική αντιπολίτευση διαβεβαιώνει για την αρωγή της στην υγιή επιχειρηματικότητα. Ακόμα και η δέσμευση του Α. Τσίπρα  για επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και η υπόσχεση για επαναφορά των γενικών συλλογικών συμβάσεων, στην πράξη, αν πραγματοποιηθεί, θα έχει πολύ λίγη σημασία με την μαζική ανεργία που κάνει αναλώσιμους τους εργαζόμενους με την πτώση των μεροκάματων και μισθών.
Από την άλλη, οι διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού για έξοδο από την κρίση δεν είναι αναληθείς, από τη στιγμή που ταυτίζει τα συμφέροντα του κεφαλαίου με του κόσμου της εργασίας. Πραγματικά η εφαρμοζόμενη πολιτική  προς το παρόν καταφέρνει να διασώσει, και αυτός είναι ο σκοπός της,  από επικίνδυνους κλυδωνισμούς το μεγάλο κεφάλαιο, ενώ ο κόσμος της εργασίας βυθίζεται στην ανέχεια.
Κι αν φαίνεται σε δημοσκοπήσεις αλλά και στα αποτελέσματα της προηγούμενης Κυριακής πως δεν συντρίβεται στις εκλογές  η Ν.Δ που εφαρμόζει αυτή την πολιτική αυτό είναι αποτέλεσμα της ιδεολογικοπολιτικής παραπλάνησης που χρόνια τώρα εφαρμόζεται με τις διακηρύξεις για λιγότερο κράτος, εννοώντας το κράτος πρόνοιας και όχι το κράτος καταστολής, την ενοχοποίηση του κόσμου εργασίας για το προηγούμενο βελτιωμένο επίπεδο διαβίωσής του που κατηγορείται ότι οδήγησε στην χρεοκοπία και τη συσπείρωση κοινωνικών στρωμάτων που ταυτίζουν τα συμφέροντά τους μ’  αυτά που η Ν.Δ εξυπηρετεί.  
Εκτός όμως από αυτή την μορφή ιδεολογικοπολιτικής παραπλάνησης που χρησιμοποιείται για να περάσει αυτή η πολιτική χωρίς  κοινωνικές εντάσεις είναι και ο μανδύας σοσιαλισμού ή ακόμα πιο αόριστα της αριστεράς που ντύνονται αστικά κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα, όπως το ΠΑΣΟΚ παλιότερα. Ενώ είναι ένα αστικό κόμμα  που παίζει το παιχνίδι της εναλλαγής  στην εξουσία  με ένα συντηρητικότερο κόμμα και διαχειρίζεται τον καπιταλισμό, εκείνο που κάνει είναι να εμφανίζεται με αριστερόστροφη  φρασεολογία, σοσιαλιστικά συνθήματα εγκλωβίζοντας μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων κι ευνουχίζοντας τους διεκδικητικούς αγώνες της εργατικής τάξης.
Και η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ με τις παραφυάδες τους στηρίζονται και απευθύνονται στη μικρο-ωφελιμιστική μάζα των μικρομεσαίων που στα χρόνια της ευμάρειας στήριξαν και καθιέρωσαν σαν βασικότερη πολιτισμική αξία μάλιστα, την ιδέα του ατομικού κέρδους. Αυτή την τερατώδη κινητήρια δύναμη οι  φθίνοντες πια μικρομεσαίοι συνεχίζουν να θεοποιούν, ελπίζοντας πως αν διατηρηθεί ως κύρια κοινωνική σχέση η εκμετάλλευση της δουλειάς τρίτων θα ανατείλει ξανά η βασιλεία τους. Όλη αυτή η ψευδής ταξική συνείδηση που έχει διαμορφωθεί  σε ευρύτατα στρώματα πληθυσμού, και μοιάζει να έχει κληρονομηθεί μαζί με τα γονίδια και στους νεαρούς γόνους τους, απελπισμένα θέλει να πιστέψει στις διαβεβαιώσεις του Α. Σαμαρά ή τις υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ανάλογα με το βαθμό ανέχειάς τους.
Η ψήφος σ’ αυτές τις εκλογές περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι ταξική. Τα συγκεκριμένα και  πραγματικά προβλήματα της οικονομικής κρίσης καλείται να τα επωμιστεί συνολικά η εργατική τάξη κάτω από την εκβιαστική  και σκληρότατη υπενθύμιση της ανεργίας. Είναι αυτή η τάξη που εξαθλιωμένη αν δεν αποκτήσει ταξική συνείδηση θα είναι εύκολη λεία για το φασισμό, πράγμα που είναι προς συμφέρον του κεφαλαίου. Και δεν υπάρχει ακομμάτιστη ψήφος. Η κυρίαρχη τάξη, που  τα συμφέροντά της  συγκρούονται με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας του πληθυσμού, είναι αυτή που  εξαναγκάζεται να κρύβει τις ιδιοτελείς επιδιώξεις της, να παρουσιάζει τους οικονομικούς και πολιτικούς της σκοπούς  ως σκοπούς όλης της κοινωνίας και καλύπτεται με το μανδύα της ακομματικότητας.
Στις συνθήκες όμως της οξείας πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και της εργασίας παραμένει βασική αναγκαιότητα η ταξική επιλογή. Γι’  αυτό η μοναδική ψήφος που θα φοβίσει την κυρίαρχη τάξη, παρά τις κινδυνολογίες σχετικά με το ΣΥΡΙΖΑ, είναι αυτή στο ΚΚΕ. Για να μη συνεχίσουν  όλοι αυτοί, προνομιούχοι ή μη,  έχοντας όμως ψευδαισθήσεις ταξικές, να  ξεχύνονται πάνω στο σώμα της εργατικής τάξης όσο κοιμάται για να τη δέσουν με τα χιλιάδες νήματα της οικονομικής ανάγκης και της πολιτικής εξάρτησης. Όταν αυτή, γίγαντας μπροστά σε νάνους αρχίσει να αφυπνίζεται τότε θα οργανωθεί η πραγματική αντίσταση ενάντια σ’  αυτές τις πολιτικές. Μέχρι τότε το μόνο που κάνουμε είναι να ψελλίζουμε θεωρητικά.  Τουλάχιστον με την ψήφο μας ας κάνουμε έμπρακτα ένα βήμα προς την κινητοποίησή μας και δράση μας.