Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΙ

                  Όσο πιο πολύ βουλιάζουμε στην εξαθλίωση τόσο πιο πολύ συνηθίζουμε κι αδιαφορούμε για τις  αντιφάσεις του κυρίαρχου λόγου, τόσο πιο πολύ βλέπουμε ματαιότητα στις δράσεις τις δικές μας.  Επικεντρωνόμαστε στο επιμέρους με επιμονή και σχεδόν αρνούμαστε με πείσμα να σηκώσουμε ακόμα και το βλέμμα λίγο πέρα από το μικρόκοσμό μας. Μικροαστοί με μικρομεσαία εισοδήματα που μέτραγαν ευτυχία κι επιτυχία  με τις ανακαινίσεις των σπιτιών, με τα ταξίδια τους, τα μεταπτυχιακά των παιδιών τους συνεχίζουν να υπερασπίζονται αυτήν τη ζωή ακόμα και τώρα που την βλέπουν να σωριάζεται σε ερείπια.
          Όλοι αυτοί οι μικρομεσαίοι –αρχιτέκτονες, επιχειρηματίες, δικηγόροι, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι κλπ.- που ήταν νέοι στη μεταπολίτευση, κάποιοι σκληροί συνδικαλιστές της ΠΠΣΠ, της ΑΑΣΠΕ κλπ. που στα αμφιθέατρα και τα πηγαδάκια, στις συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις κατακεραύνωναν το κεφάλαιο και τους καπιταλιστές αν δεν σωπαίνουν τώρα είναι μόνο για να μιλήσουν για νέες ηθικές αξίες ή να κραυγάσουν άναρθρα  εναντίον της κακιάς τρόικας.
             Όλοι αυτοί οι μικρομεσαίοι που πολλοί έπιναν νερό  στο όνομα της επανάστασης, που πέρασαν από το μαρξισμό-λενισμό, μαοϊσμό, αυτονομία, νεορθοδοξία, οικολογία, εναλλακτικότητα, ρεαλισμό κλπ και είτε κατέληξαν  να  επανδρώσουν καίριες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, κυβερνητικές ή μη κυβερνητικές οργανώσεις και να γίνουν επιτυχημένοι, πρότυπα και αντικείμενο φθόνου είτε,  παρόλο που το επεδίωξαν, δεν τα κατάφεραν και νιώθουν τώρα να παίρνουν την εκδίκησή τους, ακόμα κι αν οι ίδιοι εξαθλιώνονται, κάθε φορά που ένας μεγαλόσχημος γκρεμίζεται από τα βάθρο του πάντα στο όνομα  ηθικών αξιών.
              Όλοι αυτοί οι μικρομεσαίοι που πέταξαν τις ιδεολογίες στον κάλαθο των αχρήστων, που περιόρισαν την ταξική πάλη σε κάποιους κακούς εργοδότες και καλούς εργάτες, που θεώρησαν παρωχημένες  κατηγορίες το κεφάλαιο, εργασία, υπεραξία και που θριαμβευτικά κουβαλούσαν πετραδάκια  από το πεσμένο τείχος του Βερολίνου απόδειξη  του τέλους της κομμουνιστικής ιδεολογίας.
                 Όλοι αυτοί οι μικρομεσαίοι που σαν χαμαιλέοντες αλλάζουν το ιδεολογικό  τους λούστρο, πότε δηλώνοντας αντικομμουνιστές  αλλά αντιεξουσιαστές, πότε πολεμώντας την αναπαραγωγή της εξουσίας σε κάθε κοινωνική σχέση και υπερασπιζόμενοι  την ελευθερία που τουλάχιστον ο καπιταλισμός σου την εξασφαλίζει, πότε στρεφόμενοι ενάντια στην πολιτική και τον ξύλινο λόγο της. Που ασκούν κριτική  στην  πολιτική γιατί  δεν αρθρώνει ένα νέο λόγο, κριτική και στον καπιταλισμό, εκ του ασφαλούς βέβαια όσο όλη τους η ζωή είναι ζωντανή τηλεοπτική διαφήμιση, κριτική στην υποχωρητικότητα της εργατικής τάξης και  στον οικονομισμό της.
            Όλοι αυτοί οι μικρομεσαίοι που θεωρούν σωστό να διαμαρτυρηθούν μόνο για αιτήματα ευρωπαϊκού επιπέδου –το περιβάλλον, τη βία, τον κοινωνικό ρατσισμό κλπ. που  καταφέρονται ενάντια σε απεργίες γιατί έχουν να κάνουν με συντεχνιακά αιτήματα και ταλαιπωρούν  όλους τους υπόλοιπους, που δεν παραλείπουν να αναφέρονται στο αριστερό τους παρελθόν, όταν διαλαλούν ότι δοκίμασαν στην πράξη τα όρια της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της εργατικής τάξης.
            Όλοι αυτοί οι μικρομεσαίοι ελπίζουν να διασωθούν…
       Ολοι αυτοί οι μικρομεσαίοι δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να  βαδίζουν σε δρόμους προκαθορισμένους κι ας πιστεύουν το αντίθετο. Ακολουθούν, έστω και χωρίς να το γνωρίζουν ή και να το ομολογούν, την ίδια πορεία, από άλλα μονοπάτια, της ταξικής τους παράδοσης. Κι αν η προ πεντηκονταετίας πορεία τους περνούσε μέσα από  την εκκλησία,  το στρατό,  την οικογένεια με τις εθνικές παραδόσεις κλπ. οδηγώντας ακόμα και σε στρατιωτική χούντα, η τωρινή περνά μέσα από τους διαδρόμους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, των διαφόρων επιχειρήσεων και τραπεζών οδηγώντας με ψηφισμένους από κοινοβούλιο νόμους  στην αυταρχικότητα της εξουσίας και  στην εξαθλίωση των μαζών. Στηρίχτηκε σ’ αυτούς ο εκσυγχρονισμός του συστήματος και ο εκδημοκρατισμός του, η νέα τακτική που το σύστημα υιοθέτησε από ανάγκη μπρος στην απειλή  των λαϊκών δυνάμεων και πιστεύουν πως και τώρα σ’ αυτούς θα στηριχτεί  ελπίζοντας  πως θα διασωθούν όπως τα κατάφεραν από τον εμφύλιο και μετά.
            Και αν  είναι  πρόβλημα οι μικρομεσαίοι, είναι γιατί   οι άνεργοι, οι  εκ περιτροπής εργαζόμενοι, οι μεροκαματιάρηδες κλπ. μπερδεμένοι  ψάχνουν το δρόμο τους περνώντας από τις συμπληγάδες των μικρομεσαίων που από το φόβο τους να διασωθούν τους είναι πιο εύκολο να τους συνθλίψουν, εξυπηρετώντας το κυρίαρχο σύστημα.
        Η αστική αντεπίθεση στηρίζεται και πάνω σ’ αυτούς για να ισοπεδώσει τα πάντα, μαζί κι αυτούς.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

«ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝΕ»



               Στη συνάντηση, τις προηγούμενες μέρες,  με τη καγκελάριο Μέρκελ του πρωθυπουργού Σαμαρά το ενδιαφέρον εστιάστηκε  στην ικανοποίηση της καγκελαρίου για «τους πρώτους καρπούς επιτυχίας» μετά την εφαρμογή των δύσκολων μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, που μεταφράζεται σε απολύσεις, ανεργία, φτώχεια των εργαζομένων.  Στη χθεσινή συνέντευξη του ο υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας στον Γ. Πρετεντέρη, πέρα από το κομπασμό του  για το πρωτογενές πλεόνασμα και τις επιτυχίες της κυβέρνησης που τα κέντρα της ΕΕ επιδοκιμάζουν, έγινε αναλυτικότερος περιγράφοντας αυτές τις επιτυχίες.  Μεγάθυμος διαβεβαίωσε ότι οι εργαζόμενοι δεν θα  πεθάνουν και υπερασπίστηκε τις ομαδικές απολύσεις για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα της επιχείρησης, ενώ υποστήριξε ότι ακριβώς το καθεστώς προστασίας του εργαζομένου που ίσχυε οδήγησε στην ανεργία, και χαρακτήρισε το φόρο στα ακίνητα δίκαιο. 
               Αυτές οι απόψεις που  ακούστηκαν στην εκπομπή  του Γ. Πρετεντέρη ξέρουμε καλά πως μόνο αφέλειες δεν είναι κι ας μοιάζουν. Ενάμιση αιώνα μετά την ανάλυση του Μαρξ για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής κανείς δεν είναι αθώος για την  εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης στον καπιταλισμό.
             «Ο εργάτης είναι η υποκειμενική εκδήλωση του γεγονότος ότι το κεφάλαιο είναι ο άνθρωπος ολοκληρωτικά χαμένος για τον εαυτό του, όπως το κεφάλαιο είναι η αντικειμενική εκδήλωση  του γεγονότος ότι η εργασία είναι ο άνθρωπος χαμένος για τον εαυτό του. Ο εργάτης όμως  έχει το μειονέκτημα  να είναι ζωντανό κεφάλαιο, κι επομένως κεφάλαιο με ανάγκες –κεφάλαιο  που χάνει τον τόκο του, άρα και τη ζωντάνια του, κάθε στιγμή που δεν εργάζεται. Η αξία του εργάτη σαν κεφάλαιο αυξάνεται σύμφωνα με την προσφορά και τη ζήτηση. Ακόμα και υλικά  η ύπαρξή του, η ζωή του εθεωρείτο και θεωρείται προσφορά ενός εμπορεύματος όπως κάθε άλλου. Ο εργάτης παράγει το κεφάλαιο, το κεφάλαιο παράγει αυτόν –κι επομένως αυτός παράγει το εαυτό του, κι  ο άνθρωπος σαν εργάτης, σαν εμπόρευμα είναι το προϊόν όλου αυτού του κύκλου. Για τον άνθρωπο που δεν είναι  τίποτε παραπάνω από εργάτης –για τον άνθρωπο σαν εργάτη- οι ανθρώπινες ιδιότητες του υπάρχουν μόνο στο βαθμό που υπάρχουν για κεφάλαιο αλλότριο προς αυτόν. Επειδή όμως ο άνθρωπος και το κεφάλαιο είναι ξένα μεταξύ τους,  κι έτσι διατηρούν μιαν αμοιβαία  αδιάφορη, εξωτερική και τυχαία σχέση, είναι αναπόφευκτο ότι αυτή η αλλοτριότητα θα πρέπει επίσης να εμφανίζεται  σαν κάτι πραγματικό. Από τη στιγμή  λοιπόν που το κεφάλαιο (από ανάγκη ή από καπρίτσιο) πάψει πια να υπάρχει για τον εργάτη, αυτός καθαυτός δεν υπάρχει πια για τον εαυτό του: δεν έχει καμιά εργασία, άρα κανένα μισθό,  και καθώς δεν υπάρχει  σαν ανθρώπινο όν παρά μόνο σαν εργάτης,  μπορεί να σκάψει τον τάφο του και να θάψει τον εαυτό του, να πεινάσει μέχρι θανάτου κλπ. Ο εργάτης υπάρχει σαν εργάτης μόνο όταν υπάρχει για τον εαυτό του σαν κεφάλαιο. Και υπάρχει  σαν κεφάλαιο μόνο όταν κάποιο κεφάλαιο υπάρχει γι΄ αυτόν. Η ύπαρξη του κεφαλαίου είναι η ύπαρξή του, η ζωή του, μια και καθορίζει το περιεχόμενο  της ζωής του με τρόπο αδιάφορο σ’ αυτόν.
     Η πολιτική οικονομία λοιπόν δεν αναγνωρίζει τον μη απασχολούμενο εργάτη, τον εργαζόμενο, όσο αυτός  τυχαίνει να βρίσκεται έξω από τούτη την εργασιακή σχέση. Ο κλέφτης, ο απατεώνας, ο μπαγαπόντης, ο ζητιάνος κι ο άνεργος, ο πεινασμένος, εξαθλιωμένος κι εγκληματίας εργαζόμενος –πρόκειται για μορφές που δεν υπάρχουν για την πολιτική οικονομία, αλλα μονάχα για τα μάτια του γιατρού, του δικαστή, του νεκροθάφτη, του δικαστικού κλητήρα κλπ. οι μορφές αυτές  είναι φαντάσματα έξω  από το χώρο  της πολιτικής οικονομίας. Γι’ αυτήν λοιπόν, οι ανάγκες του  εργάτη είναι μονάχα μια ανάγκη –να συντηρηθεί ενώ εργάζεται, όσο μάλιστα είναι απαραίτητο για να εμποδιστεί η εξαφάνιση της ράτσας των εργατών. Οι μισθοί  της εργασίας  έχουν επομένως ακριβώς την ίδια σημασία με τη διατήρηση και τη συντήρηση κάθε άλλου  παραγωγικού οργάνου ή με την κατανάλωση  κεφαλαίου γενικά, που απαιτείται  για την αναπαραγωγή με τόκο ή με το γράσο που λαδώνουν τους τροχούς για να εξακολουθούν να γυρίζουν. Οι μισθοί επομένως  ανήκουν στις αναγκαίες δαπάνες του κεφαλαίου  και του καπιταλιστή και δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια αυτής της αναγκαιότητας.(…)
    Η παραγωγή δεν παράγει απλώς τον άνθρωπο σαν εμπόρευμα, το ανθρώπινο εμπόρευμα, τον άνθρωπο στο ρόλο του εμπορεύματος. Τον παράγει προσαρμοσμένο  σ’ αυτόν τον ρόλο σαν πνευματικά  και φυσικά απανθρωποιημένο όν. –Ανηθικότητα, παραμόρφωση και αποβλάκωση των εργατών και καπιταλιστών.– Το προϊόν είναι το αυτό-συνείδητο και αυτενεργό εμπόρευμα… το ανθρώπινο εμπόρευμα… Τεράστια πρόοδος με τον Ricardo, τον Mill κλπ.  σε σχέση με τον  Smith και τον  Say, εφόσον δηλώνουν πως η ύπαρξη  του  ανθρώπινου όντος –η  μεγαλύτερη ή μικρότερη ανθρώπινη παραγωγικότητα του εμπορεύματος– είναι αδιάφορη κι ακόμα βλαβερή. Διακηρύσσεται πως ο αληθινός σκοπός της παραγωγής δεν είναι πόσοι εργάτες συντηρούνται από ένα δεδομένο κεφάλαιο αλλά  μάλλον πόσο τόκο αποφέρει στο σύνολο των ετήσιων αποταμιεύσεων.
    Παρόμοια πρόκειται για μεγάλη και λογική πρόοδο της νεώτερης Αγγλικής πολιτικής οικονομίας το ότι ενώ εξύψωνε την εργασία  στη θέση της μοναδικής της αρχής, ταυτόχρονα ερμήνευε με απόλυτη σαφήνεια την αντίστροφη σχέση μεταξύ  μισθών και τόκου επί του κεφαλαίου, και το γεγονός ότι ο καπιταλιστής μπορεί κανονικά να κερδίσει μόνο συμπιέζοντας  τους μισθούς και αντιστρόφως. Όχι η εξαπάτηση του καταναλωτή, αλλά η αλληλοεξαπάτηση του καπιταλιστή και του εργάτη αποδείχνεται πως είναι η κανονική σχέση.
        Οι σχέσεις της ιδιωτικής ιδιοκτησίας περιέχουν λανθάνουσες μέσα τους  τις σχέσεις της ιδιωτικής  ιδιοκτησίας σαν εργασία, τη σχέση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας σαν κεφαλαίου και την αμοιβαία σχέση  των δυο αυτών μεταξύ τους. Υπάρχει η παραγωγή της ανθρώπινης δραστηριότητας σαν εργασία δηλαδή σαν δραστηριότητα εντελώς αλλότρια προς τον εαυτό της,  προς τον άνθρωπο και προς τη φύση κι επομένως προς τη συνείδηση και τη ροή της ζωής –η αφηρημένη ύπαρξη του ανθρώπου σαν απλού εργάτη που μπορεί επομένως καθημερινά να γκρεμίζεται από το πεπληρωμένο κενό του στο απόλυτο κενό– στην  κοινωνική και γι’ αυτό  πραγματική  ανυπαρξία του. Αφετέρου υπάρχει η παραγωγή του  αντικειμένου της ανθρώπινης  δραστηριότητας σαν  κεφαλαίου –στην οποία όλα τα φυσικά  και κοινωνικά χαρακτηριστικά του αντικειμένου καταργούνται, στην οποία η ιδιωτική ιδιοκτησία έχει χάσει  τη φυσική και κοινωνική  της ιδιότητα (κι επομένως κάθε πολιτική και κοινωνική  αυταπάτη, κι έχει χάσει ακόμα και τη φαινομενική όψη των ανθρωπίνων σχέσεων), στην οποία το ίδιο το  κεφάλαιο  παραμένει το ίδιο  στις πιο διαφορετικές  κοινωνικές και φυσικές εκδηλώσεις, εντελώς αδιάφορο προς το πραγματικό της περιεχόμενο. Η αντίφαση αυτή οδηγημένη στο έπακρο, είναι κατ’ ανάγκη το όριο, η αποκορύφωση και η πτώση της όλης σχέσης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. (…)
  Η γη σαν γη και η γαιοπρόσοδος σαν γαιοπρόσοδος έχουν χάσει το φωτοστέφανό τους  κι έχουν γίνει κεφάλαιο και τόκος που δεν λένε τίποτε  ή μάλλον που μιλάνε μόνο για χρήμα.
  Η διάκριση μεταξύ  κεφαλαίου  και γής, μεταξύ κέρδους και γαιοπρόσοδου, μεταξύ αυτών των δυο και των μισθών, μεταξύ βιομηχανίας και γεωργίας, μεταξύ ακίνητης και κινητής ιδιωτικής ιδιοκτησίας –η διάκριση αυτή δεν πηγάζει από τη φύση των πραγμάτων, αλλά είναι ιστορική διάκριση, μια παγιοποιημένη στιγμή στο σχηματισμό και την ανάπτυξη της αντίθεσης  μεταξύ  κεφαλαίου και εργασίας. (…)»
                                             Κ. Μαρξ «Χειρόγραφα 1844», εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη,1974, σελ. 105-109
                            

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

ΑΒΡΟΦΡΟΣΥΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ

               Tον σεβασμό του για τα προβλήματα που χρειάστηκε να ξεπεράσει η Ελλάδα στην διαδικασία των μεταρρυθμίσεων εξέφρασε ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και έκανε λόγο για επιδόσεις καλύτερες και από τους στόχους, σε κάποιους τομείς, ενώ η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ μετά την συνάντησή της με τον Αντώνη Σαμαρά στο Βερολίνο εξέφρασε την υποστήριξή της στις δύσκολες αποφάσεις της Ελλάδας θεωρώντας την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ένα δείγμα των πρώτων καρπών της προσπάθειας της Ελλάδας. O πρωθυπουργός Σαμαράς ευχαρίστησε τη γερμανίδα καγκελάριο «για τη συνεχή στήριξη, όπως κι όλους τους ευρωπαίους εταίρους» και επανέλαβε ότι «πρέπει να γίνουν κι άλλα, πρέπει να συνεχίσουμε».         
            Και λοιπόν; Αυτές οι  αβροφροσύνες των ηγετών δεν σηματοδοτούν  τίποτε άλλο παρά την απόλυτη  συμφωνία σε όλα τα επίπεδα ηγεσίας  πάνω στα μέτρα που μας εξαθλιώνουν  και την απαίτησή τους να συμπεριφερόμαστε και ν' αντιδρούμε  κι εμείς με …αβροφροσύνη.  Εδώ και πολύ καιρό όμως  όλοι ξέρουμε ότι δεν έχει νόημα να κρίνουμε και να σχολιάζουμε τα τεκταινόμενα μεταξύ ΕΕ και δικής μας κυβέρνησης. Η πορεία μας είναι προδιαγεγραμμένη και οδηγεί στοχευμένα στην εξαθλίωσή μας.Μικρή έως ασήμαντη σημασία έχει να κρίνονται και να αναλύονται κάθε φορά οι δηλώσεις αξιωματούχων, οι επιμέρους δράσεις πολιτικών, παραβλέποντας τον μείζονα στόχο: αναδιάρθρωση κεφαλαίου που ισοπεδώνει τις υποτελείς τάξεις.
            Όλα αυτά τα χρόνια του μνημονίου βουλιάξαμε στους τόνους των οικονομικών αναλύσεων και στατιστικών στοιχείων που εμπέδωσαν  σε όλους μας την αναγκαιότητα καθοδήγησής μας  από μια κοινωνική ομάδα ειδικών. Η εξουσία όλο και πιο απροκάλυπτα περιορίζεται στα χέρια μιας ολιγαρχίας  που κυβερνά επινοώντας συνεχώς τρόπους  να δοθεί στη λαϊκή βούληση η έκφραση που οι λίγοι επιθυμούν.
           Και η πλειοψηφία από μας ζούμε μια ζωή δοκιμασιών αλλά και μοναξιάς, όπου όλοι μας  διασκορπισμένοι αγωνιζόμαστε για την επιβίωσή μας και την αξιοπρέπεια αγνοώντας σχεδόν τους άλλους και δεν υπολογίζουμε  παρά μονάχα στον εαυτό μας. Σε κάποιους η δύναμη των δοκιμασιών και των συγκρούσεων  θα τους κάνουν να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη για ταξική ενότητα, άλλοι θα επιμένουν να τραβούν το μοναχικό  τους δρόμο μέχρι να γονατίσουν, ενώ κάποιοι άλλοι θα εκλιπαρούν με χιλιάδες τρόπους για την επιβίωσή τους πέρα από κάθε όριο αξιοπρέπειας. Πάνω από τρία χρόνια ο καπιταλισμός μας αποκαλύπτει το σκληρό του πρόσωπο, το δικό του πρόσωπο,  κι εμείς σαν να αρνούμαστε να δούμε το ψέμα του ακόμα και τώρα που πολλοί από μας κινδυνεύουν να μπουν στο περιθώριο  αυτής της κοινωνίας.
                 Ένας ολόκληρος κόσμος αληθινών αποκαλύψεων ανοίγεται για όσους ψάχνουν για το ψωμί τους χωρίς το δίχτυ ασφαλείας της ταξικής αλληλεγγύης που εκφραζόταν και μέσα από τα συνδικάτα. Κι ενώ  θα πίστευε κανείς πως περνώντας  τόσοι πολλοί στο στρατόπεδο της φτώχειας θα συνειδητοποιούσαμε την εκμετάλλευση και τις αιτίες της μοιάζει να συνεχίζουμε να γυρεύουμε τη λησμονιά της ζωής που μας σκεπάζει τα μάτια για να μη βλέπουμε, σαν να έχουμε παραδοθεί  στη σαγήνη ονειροπολημάτων, στις αυταπάτες που την τελευταία εικοσαετία μετέτρεψαν τη ζωή μας σε ένα αδιάλειπτο  κυνηγητό απόκτησης πραγμάτων που θα αποδείκνυαν την επιτυχία μας στους άλλους. Είχαμε πειστεί γι’ αυτό  και η στάση μας σαν νάταν αποτέλεσμα αυθυποβολής, αναγκάζαμε τον εαυτό μας  να είναι, κυρίως αν όχι μόνο, καταναλωτής, όπως παλιότερα τον αναγκάζαμε σε καθιερωμένες θρησκευτικές κινήσεις. Δεν σκεπτόμαστε. Και μάλλον φοβόμαστε και τώρα να σκεφτούμε. Μισοκοιμόμαστε, δεμένοι από τις αλυσίδες των καθημερινών ασχολιών και ικανοποιήσεων. Δεν συνειδητοποιούμε ακόμα και τώρα   το κενό που κρύβεται κάτω από τα ηχηρά λόγια περί ισότητας ευκαιριών και διαφόρων ειδών δικαιωμάτων και δεν συνειδητοποιούμε πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία μεταξύ των  συγκρουόμενων συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων  που συγκρατεί το σύστημα. Στηρίζεται στη συνήθεια, τη δική μας που δεν τολμούμε να το αμφισβητήσουμε. Και τρέχουμε από το ένα κόμμα στο άλλο, σαν να αλλάζουμε πλευρό στον ύπνο μας –φτύσαμε το ΠΑΣΟΚ και επενδύουμε τώρα στο ΣΥΡΙΖΑ που πριν ακόμα αναλάβει την εξουσία τα στελέχη του επιδίδονται σε αγώνες οπορτουνισμού μοιάζοντας απελπιστικά όλο και περισσότερο  με ένα ΠΑΣΟΚ της πρώτης δεκαετίας της μεταπολίτευσης που λεηλατούσε οράματα και ιδανικά των κομμουνιστών της ματωμένης δεκαετίας του ’40. Μόνο που τώρα είναι τόσο στενά τα περιθώρια, η φτωχοποίηση απλώνεται τόσο ραγδαία που πολιτικά παιχνίδια τέτοιου τύπου έχουν πολύ περιορισμένη διάρκεια, όσο για να πάρει ανάσα η  κυρίαρχη τάξη να ανασυνταχθεί.
                 Η φτώχεια όμως πια ανοίγει την πόρτα και στην περίφημη μεσαία τάξη, που  έρχεται η σειρά της  να γνωρίσει αυτή την κοινωνία με τις θυσιασμένες ανθρώπινες μάζες, που πίστευε πως ζούσαν μόνο στην Αφρική κι αρκούσε να υιοθετεί παιδάκια με κάποια ευρώ το μήνα   για να νιώθει ότι επαναστατεί ενάντια της αδικίας.  Η φτώχεια όλο και περισσότερο φωτίζει  αυτήν την ηθική τη στενή, τη μαραζιασμένη, της ανοχής  και των προσδοκιών, των δικαστηρίων και  της αστυνομίας ακόμη και της εκκλησίας που ξανάρχεται στο προσκήνιο, για να γίνει  ο σκύλος φύλακας μιας διεστραμμένης κοινωνίας. Από δίπλα και η  άλλη ηθική του ανταγωνισμού και της επιτυχίας που δεν έχει συμπόνια, περπατά πάνω στους νικημένους.
           Δεχόμαστε παθητικά σαν τετελεσμένο και ανεξέλεγκτο φυσικό  γεγονός τις αποφάσεις της κυρίαρχης τάξης. Αυτό που φοβίζει και απελπίζει όσους αγωνίζονται δεν είναι τόσο η απανθρωπιά αυτής της πολιτικής όσο η αποδοχή αυτής της απανθρωπιάς από την πλειοψηφία. Το κυρίαρχο σύστημα υπονομεύει την αγωνιστικότητά μας  κι εμείς είμαστε ακόμα ανίκανοι να αναγνωρίσουμε την πλάνη μας.
              Κι αναρωτιέται κανείς  σε μια εποχή καταπίεσης και πτώσης και εξαθλίωσης πώς μπορεί να περιοριζόμαστε μόνο σε μια περιφρόνηση για τους εκφραστές της κυρίαρχης εξουσίας και δεν αγωνιζόμαστε εναντίον τους. Και ευελπιστεί κανείς πως μόνο καθυστερεί η σύγκρουση. Και ίσως τελικά  μόνο αναβάλλεται η τελική απόφασή μας,   γιατί θα είναι επώδυνη για όλους και για πολλούς καταστροφική. Κι ίσως επειδή αυτό  το ξέρουμε συσκοτίζουμε αυτό που θα έρθει στο λαβύρινθο των ψεύτικων προσδοκιών μας που είναι το καταφύγιό μας και μας γεννούν τις αυταπάτες μας. Αυταπάτες σαν κι αυτές τις σειρές που γράφονται –άλλοθι για αγώνες που δεν έγιναν, συγκρούσεις που αποφεύχθηκαν, αποφάσεις που αναβλήθηκαν.
              Όμως όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο βέβαιο ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, γιατί θα διακυβεύεται πια η ίδια η επιβίωσή μας.   Η ζωή μας γίνεται όλο και πιο δύσκολη, εύκολη δεν θα είναι ούτε καν για τους προνομιούχους,  της εξυπνάδας ή του πλούτου.  
          Και ο κομμουνιστικός λόγος που μιλά για συγκρότηση μετώπου   από οργανωμένους  προλετάριους εναντίον των μαζικών δυνάμεων της κοινωνικής και  πολιτικής αντίδρασης, εναντίον του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, εναντίον των φασισμών που απειλούν να μας συντρίψουν αποκτά όλο του το νόημα. Ο μαρασμός κατατρώει τη ζωή μας και μόνο αν ξαναβουτήξουμε μέσα στη συλλογική δράση και στους συλλογικούς αγώνες θα σώσουμε και την ατομική μας ζωή. Ζούμε στην αποσύνθεση ενός κόσμου που κρατιέται με νύχια και με δόντια, των άλλων, για να συνεχίζει να επικρατεί η κυρίαρχη τάξη. Κι αναρωτιέται κανείς πότε το φουρτουνιασμένο ποτάμι  των κατατρεγμένων θα παρασύρει όλους αυτούς, και θα πλαταίνει την κοίτη του τόσο που δεν θα έχει όχθες πια, και οι κατατρεγμένοι θα είναι η μεγάλη στρατιά που θ’ ανοίγει  δρόμο ανάμεσα από τα τείχη της καταδυνάστευσης.

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

ΑΠΟΣΤΑΣΙΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΕΟΛΑΙΑ;



              Οι διοικητικοί υπάλληλοι του Πανεπιστημίου Αθηνών  συνεχίζουν για 11η εβδομάδα  τις κινητοποιήσεις τους με 48ωρη απεργία, ενώ στα ΜΜΕ  προβάλλεται η αγωνία των φοιτητών για την απώλεια του εξαμήνου  που δικαιολογεί τις όποιες απειλές   από την πλευρά της κυβέρνησης για παρέμβαση της αστυνομίας. Η κίνηση φοιτητών για ανοιχτές σχολές, πρωτοβουλία της ΔΑΠ,  που καλεί τον κάθε φοιτητή  να συμμετέχει  στη διαδικτυακή κίνηση  συλλογής υπογραφών για άνοιγμα των σχολών γιατί «βρίσκεσαι στη μέση μιας κατάστασης που δεν δημιούργησες και δεν ευθύνεσαι» συγκεντρώνει 27.000 χιλιάδες υπογραφές. Ο υπουργός Παιδείας  Κ. Αρβανιτόπουλος καλεί φοιτητές και καθηγητές να προσέλθουν στα μαθήματά τους γιατί «Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να παίζει με το μέλλον των παιδιών του και τις θυσίες των οικογενειών τους». Δημοσιογράφοι και πολιτικοί  περιγράφουν γλαφυρά την οικονομική αφαίμαξη  οικογενειών που τα παιδιά τους θ’ αναγκαστούν να παρατείνουν το χρόνο παραμονής  στις άλλες πόλεις που σπουδάζουν ή δεν θα ορκιστούν εγκαίρως (για να βρουν εργασία;) ή θα καθυστερήσουν να  ξεκινήσουν μεταπτυχιακά αν χαθεί το εξάμηνο. Οι απολύσεις, οι κυβερνητικές αυθαιρεσίες, η ολιγωρία και ατολμία των πανεπιστημιακών καθηγητών μεταφράζονται σε αγώνα δρόμου να μη χαθεί το εξάμηνο.
              Και οι νέοι που σπουδάζουν στις πανεπιστημιουπόλεις  μοιάζει να έχουν χάσει τη φωνή τους -χρόνια τώρα. Δεν ρωτούν, δεν απαιτούν, δεν επιτίθενται, τουλάχιστον μαζικά. Η οικονομική κρίση που στα χρόνια του μνημονίου εξαθλίωσε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, τους νέους των πανεπιστημιουπόλεων μοιάζει να μην τους κινητοποιεί. Οι δουλειές εξαφανίστηκαν και πολλοί ακόμα πιστεύουν πως αν μελετήσουν σκληρότερα θα έχουν ελπίδες να βρουν δουλειά εδώ ή στο εξωτερικό, κι είναι διατεθειμένοι να εργαστούν ακόμα σκληρότερα για να την κρατήσουν. Δίνεται η εντύπωση ότι η οικονομική ύφεση έχει επιρροή κατασταλτική και  στη σπουδάζουσα νεολαία, που βρίσκεται στη σκιά. Βεβαίως αν η ανεργία μείνει  μόνιμο γνώρισμα  ίσως τότε το αίτημα για μια νέα τάξη πραγμάτων γίνει πιο πιεστικό και μεγαλόφωνο και απ’  αυτούς.
               Η ίδια η  σπουδάζουσα νεολαία δεν μας δίνει  καμιά σαφή πληροφορία  για την κατεύθυνση  που σκοπεύει να πάρει, αρνείται να καταδείξει  έστω και το περίγραμμα  του μέλλοντος στο οποίο αποβλέπει. Γαλουχημένοι σε μια κοινωνία που εκθείαζε τον ατομικισμό και την ανταγωνιστικότητα και ταύτιζε την επαναστατικότητα με το αυθόρμητο και το παράδοξο στη συμπεριφορά,  γόνοι οι περισσότεροι μικροαστικών και μεσοαστικών οικογενειών μοιάζει να εσωτερίκευσαν την κυρίαρχη ιδεολογία και να  αποδέχτηκαν το κυρίαρχο σύστημα που υπόσχεται πραγματοποίηση των καταναλωτικών ονείρων τους. Κι ενώ φαίνεται να είναι αντιδογματικοί διακηρύττοντας, μια μεγάλη πλειοψηφία τους, την απελευθέρωσή τους από ιδεολογικά  δόγματα και πολιτικές αγκυλώσεις, χάρις στους φόβους που δημιούργησε η οικονομική κρίση οι νέοι μέχρι τώρα φαίνεται να δέχονται την αυθεντία των πολιτικών  και οικονομικών κέντρων που διαμορφώνουν τη ζωή τους. Δεν φαίνεται ν’ αμφισβητείται ούτε απ’  αυτούς   η ίδια η   αστική δημοκρατία που απαιτεί  από τους πολίτες να σέβονται την ηγεσία τους, την οποία οι ίδιοι έχουν εκλέξει και να της  εμπιστεύονται  ύστερα τη χρησιμοποίηση μια μη αιρετής αλλά, διαφημιζόμενης ως  αποτελεσματικής γραφειοκρατίας.
            Τα πρότυπα σαν να έχουν εκλείψει. Όσα δεν ξεθώριασαν  η κυρίαρχη ιδεολογία φρόντισε να χάσουν την αξιοπιστία τους. Η ίδια η εξέγερση του πολυτεχνείου, εξέγερση της νεολαίας πρωτίστως,  που σε κάθε επέτειό της προτρέπεται η νεολαία για τα δικά της πολυτεχνεία, μεταπλάστηκε σε μύθο που το περιεχόμενό του χρησιμοποιήθηκε για την ερμηνεία των εκάστοτε πολιτικών  και κομματικών επιλογών και επιδιώξεων κυρίως της κυρίαρχης εξουσίας κι αποσιωπήθηκε η λογική  της ρήξης, της εναντίωσης, της αναμέτρησης με το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, της αντίστασης σ’ αυτό.
            Ένας μικρός αριθμητικά κλάδος, των διοικητικών υπαλλήλων στα πανεπιστήμια, επιμένει 11 βδομάδες να αντιστέκεται στις αυθαίρετες αποφάσεις της κυβέρνησης.   Βεβαίως και  σ’  αυτήν την περίπτωση επαναλαμβάνονται τα περί αξιολόγησης και κριτηρίων για να δικαιολογηθούν οι ειλημμένες αποφάσεις για τις απολύσεις. Ο υπουργός όπως και στ’ άλλα υπουργεία μετρά τους λίγους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν με ΑΣΕΠ για να δείξει την αναξιοπιστία τους  και την παθογένεια που εκκολάπτει το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων. Από κοντά η δικαστική εξουσία για μια  ακόμα φορά αποφαίνεται για το παράνομο της απεργίας.
              Και ξαναμπαίνουν  διλήμματα που μοιάζουν νόμιμα και ωφέλιμα, αλλά είναι μόνο εκβιαστικά: επιτρέπεται, είναι νόμιμο να εμποδίζεται η λειτουργία του πανεπιστήμιου και να απειλείται με απώλεια το εξάμηνο και οι εξετάσεις των φοιτητών; Να δηλωθεί μονολεκτικά αν είναι κάποιος υπέρ ή κατά.  Ξανά και ξανά εκβιαστικά διλήμματα που αφήνουν στο σκοτάδι τα σημαντικά  φανερά και λανθάνοντα στοιχεία της όλης κατάστασης.
             Θα μπορούσε αυτή η απεργία να γίνει σημείο εκκίνησης για τη σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική που ήδη κάνει ορατές τις συνέπειές της και στο πανεπιστήμιο. Οι καταλήψεις, ένας οριακός εκ των πραγμάτων  τρόπος διαμαρτυρίας και αντίδρασης που  για χρόνια επαναλαμβάνονταν με κίνδυνο εκφυλισμού όχι λόγω επανάληψής τους αλλά επειδή όταν έφτανε αυτή η μορφή κινητοποίησης να φτάσει  στο οριακό σημείο να γίνει επικίνδυνη σήμαινε αποχώρηση, είναι περιορισμένες. Οι φοιτητές παραμένουν σε κατάσταση  αποστασιοποίησης, όπως και το σύνολο της κοινωνίας που αφήνει  κλάδους εργαζομένων να παλεύουν μοναχικά.   Μέχρι πότε;