Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ… ΣΕ ΠΟΙΟΝ;



             Μετά την κατακραυγή  για τη δολοφονία του Π. Φύσσα  και τον αποτροπιασμό που εξέφρασαν όλα τα πολιτικά κόμματα, των κυβερνητικών μη εξαιρουμένων,  ακολούθησαν και  οι ένορκες διοικητικές εξετάσεις,  οι διαθεσιμότητες  και μετακινήσεις αξιωματούχων της ΕΛΑΣ με αποκορύφωμα τις σημερινές συλλήψεις βουλευτών της Χρυσής Αυγής που... θα αποδείξουν  και στον πιο κακόπιστο το αληθινό ενδιαφέρον των κυβερνώντων για τη δημοκρατία μας και την προάσπισή της.
              Εκφράζουν όλοι τη δημοκρατική αποδοκιμασία τους κι αποτροπιασμό τους για τη δολοφονία κι όλα είναι τόσο καλά ενορχηστρωμένα που να δίνουν την εντύπωση μιας γενικά απρόσμενης παραφωνίας μέσα στην αρμονία που διακρίνει τη δημοκρατία μας. Όλοι μαζί δηλώνουμε έκπληκτοι για το φονικό - η πολιτική εξουσία που το εξέθρεψε, οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής που της όπλισαν το χέρι, η δικαιοσύνη που παρέμενε... διακριτική όταν δολοφονούνταν μετανάστες.
              Το  κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό μετά τις συλλήψεις  θέλει η εικόνα που διαμορφώνεται να  περιλαμβάνει  έναν  αποφασιστικό πρωθυπουργό που  αποδεικνύει έμπρακτα πως «η δημοκρατία μας είναι ισχυρή και οι θεσμοί λειτουργούν"  και όλους του υπόλοιπους από γύρω του να ομνύουν στο όνομα της δημοκρατίας. Κι εδώ αρχίζουν οι αντιφάσεις. Από τη μια ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τονίζει ότι η υπόθεση «δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική», ενώ ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Ν. Δένδιας δηλώνει ότι «Ελληνική Αστυνομία, υπό τις εντολές της Ανεξάρτητης Ελληνικής Δικαιοσύνης, έκανε το καθήκον της για την προάσπιση της Δημοκρατίας» και θεωρεί ότι τα μέλη της Χ. Α χρησιμοποιούσαν ««μανδύα πολιτικού κόμματος», για «να αλώσουν τη ζωή της χώρας, να υπονομεύσουν τους θεσμούς της Πολιτείας».  Την ίδια στιγμή τα μέλη της Χ.Α που συνελήφθησαν από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία  βασικά κατηγορούνται, σύμφωνα με το πόρισμα του αντιεισαγγελέα Χ. Βουρλιώτη,  για συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις δεν έχουν τη βούληση  να αντιμετωπίσουν με ξεκάθαρο πολιτικό  τρόπο τα πολιτικοκοινωνικά  προβλήματα που οι ίδιες πυροδότησαν  και εναποθέτουν, με διακριτική παραίνεση (κινήθηκε η δικαιοσύνη αφού ο Ν. Δένδιας απέστειλε αναφορά για αξιόποινες πράξεις μελών της Χ. Α) στο νόμο να βρει λύση στις κοινωνικές διαμάχες, συσκοτίζοντας πλήρως τις αιτίες των κοινωνικών συγκρούσεων.  Σαν να μη θέλουν  να απομείνει τίποτε   άλλο από όλον αυτό το κουρνιαχτό  που ξεσηκώθηκε παρά ότι η Χρυσή Αυγή, αυτή συγκεκριμένα, είναι εγκληματική οργάνωση. Ο φασισμός, οι φασιστικές οργανώσεις και τα συμφέροντα που υπηρετούν  αθέατα στο παρασκήνιο να χάνονται  αλλάζοντας ονόματα κι εμφάνιση.
               Η σύλληψη των μελών της Χ.Α δεν είναι  προσπάθεια εξουδετέρωσης του φασισμού, αλλά η διαμόρφωση  μιας νέας κατεύθυνσης για τις πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις στη χώρα, που περιλαμβάνει όλη τη διαδικασία σύγκρουσης από τη μια και συναλλαγής  από την άλλη ανάμεσα στο εμφανές κατεστημένο,  τα πιο αντιδραστικά του τμήματα και τους θεράποντές τους, για επανακαθορισμό και ρύθμιση των όρων λειτουργίας του καθεστώτος, για τα όρια των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Αυτές οι πολιτικές επιλογές θεωρούνται απαραίτητες προκειμένου να ελεγχθεί πλήρως η δυναμική  ιδιαίτερα εκείνων των  ριζοσπαστικών κοινωνικά στρωμάτων  που  αποβλέπουν στην κομμουνιστική προοπτική της κοινωνίας και να αποδυναμωθεί κάθε πολιτική αντιπαλότητα που μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στις επιλογές της άρχουσας τάξης.
              Με τη σύλληψη των μελών της Χ. Α αποκαλύπτονται τεχνικές και μέσα  πρόληψης που εκκινώντας από περιοχές τυπικά αποδεκτές από όλους (εγκληματική συμπεριφορά μελών Χ.Α)  μπορούν πια δυνητικά να εφαρμόζονται από την κυρίαρχη πολιτική και σε περιοχές συνταγματικά εγγυημένες,  εφόσον τμήμα τους (απεργίες, διαδηλώσεις κλπ) μπορεί να  αποχαρακτηριστεί σαν τέτοιο και να θεωρείται, αρχικά υπό προϋποθέσεις, ποινικοποιήσιμο.   Η κυρίαρχη πολιτική τάξη που με τη σύλληψη των μελών της Χ. Α θέλει να τεθεί  υπεράνω υποψίας για συρρίκνωση της δημοκρατίας, με αυτήν την κίνηση ματ θέλει να εγκλωβίσει κάθε αντίπαλο στο προνομιακό χώρο που δημιούργησε με τους δικούς της όρους. Ποιος θα μπορούσε να αρθρώσει αντίρρηση για τη μεθόδευση της  σύλληψης των μελών της Χ. Α χωρίς να επισύρει την υποψία για συμπάθεια προς αυτή; Το κυρίαρχο σύστημα μ’ αυτήν την κίνηση δίνει την εντύπωση  ότι κανένας ομφάλιος λώρος, όπως κατηγορείται,  δεν το δένει με τέτοια φασιστικά μορφώματα, αφού στρέφεται εναντίον τους και αναδεικνύεται σε υπερασπιστή της δημοκρατίας.
             Με την εκλογή της Χ.Α  από μισό σχεδόν εκατομμύριο εκλογείς,  το αόρατο τμήμα δράσης φασιστικών μορφωμάτων βρήκε μια θέση στο κοινοβούλιο.  Ενάμιση χρόνο τώρα αφέθηκε ελεύθερη να  εκφοβίσει, να απειλήσει, να στρατολογήσει, να σκοτώσει.  Και τη στιγμή που νόμιζε πως ακόμα και η απροκάλυπτη δολοφονία της επιτρέπεται το κυρίαρχο σύστημα στράφηκε εναντίον της. Ο ρόλος της συγκεκριμένης αυτής φασιστικής οργάνωσης έληξε αφού όμως, εκούσα άκουσα, εξυπηρέτησε την κυρίαρχη τάξη. Μικροπολιτικά, έδωσε την ευκαιρία στον Α. Σαμαρά  να φανεί   ότι είναι αποφασιστικός ηγέτης για να  έχει όλη τη νομιμοποίηση να οδηγηθεί σε αυταρχικότερες οδούς   χωρίς   να κινδυνεύσει να χαρακτηριστούν αυτές αντιδημοκρατικές ή πολύ περισσότερο φασιστικές. Συγχρόνως, με το φόβο και την απειλή βοήθησε  το κυρίαρχο σύστημα να τιθασεύσει την αγανάκτηση σε ελεγχόμενα κανάλια και να δράσει στην κατεύθυνση αναίρεσης της κατηγορίας για δραστηριοποίησή του έξω από τη συνταγματική τάξη.  Ελεύθερη από τέτοια μομφή  η κυρίαρχη πολιτική τάξη  εμφανίζεται εγγυήτρια  ενός  κράτους δικαίου και μιας  δημοκρατίας που επειδή πιστέψαμε στα χρόνια της σοσιαλδημοκρατίας πως λειτουργούσαν  και για τις υποτελείς τάξεις συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε τα φαντάσματά τους.   
           Και τελικά  μετατοπίζεται το  όλο πρόβλημα του φασισμού στη σύλληψη ή όχι των μελών της Χ.Α,  που δεν μπορεί να επιδέχεται παρά μόνο μια επιλογή. Το  περίφημο συνταγματικό τόξο στην εφαρμογή του γίνεται η χειροπέδη για κάθε αντίσταση στην πολιτική της εξαθλίωσης χαράσσοντας τα στενά όρια της νομιμότητάς της,   για  να υποχρεωθεί   κάθε αντίθεση   να ενταχθεί τελικά στη στρατηγική συναίνεσης και  συμμετοχής στις επιλογές  και στις αιτίες  που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις εκκόλαψης του φασιστικού φαινομένου.  Και νομιμοποιούνται πια και  τα παραληρήματα δημοσιογράφων και κυβερνητικών για καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται που τις περισσότερες φορές καταλήγουν  υπαινικτικά ή ξεκάθαρα στη θεωρία της εξίσωσης των δυο άκρων, ώστε  να μη τολμήσει να αρθρωθεί κανένα  πολιτικό σκεπτικό ανατροπής της υπάρχουσας τάξης.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ



         Κι επειδή το κατά Χρυσή Αυγή ανάγνωσμα δεν έχει τέλος, με τη    δημοσιοποίηση πρακτικών και δράσεων του φασιστικού αυτού μορφώματος, η ανάλυση, με επίκεντρο τη «νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», ορισμένων πλευρών της ταξικής φύσης του ναζισμού από το Θ. Παπαρήγα στο άρθρο του για την «Ταξική Φύση του ναζιστικού κόμματος» γίνεται  περισσότερο από ποτέ επίκαιρη.
                «Αν το NSDAP  (Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό  Κόμμα) έδειξε τέτοια συγκινητική  φροντίδα για τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, πώς εξηγείται τότε η ύπαρξη μέσα  στα SA (Ομάδες Εφόδου- παραστρατιωτική οργάνωση του NSDAP), την πρώτη και σπουδαιότερη οργάνωσή του, ενός ισχυρού ρεύματος που προβάλλει αιτήματα ασυμβίβαστα με τα συμφέροντα και τις βλέψεις των «Μαικήνων» του; (…)
Κατά τη γνώμη μας, η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ίδια την αντιφατική φύση των κομμάτων, πολιτικών οργανισμών που εξυπηρετούν οικονομικά συμφέροντα αλλά δεν ταυτίζονται μαζί τους και που τα εξυπηρετούν με  το δικό τους πολιτικό τρόπο.
Σαν πολιτικό κόμμα, το NSDAP ήταν από την αρχή  φορέας μιας τέτοιας αντίφασης. Η πολιτική και η ιδεολογία του εξυπηρετούσαν  από την αρχή τα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, όπως άλλωστε έδειξε, από το 1920 κιόλας, το ιταλικό παράδειγμα. Ετσι εξηγείται και η ανοχή  των αρχών απέναντι στις βιαιοπραγίες του, που αντιμετωπίζονται σαν νεανικές τρέλες, και καμιά φορά, τιμωρούνται  «πατρικά». (…)
Στη Γερμανία, αμέσως μετά τον πόλεμο, δημιουργήθηκαν μια σειρά αντεργατικών ενώσεων, που αποτελούνταν από απόστρατους αξιωματικούς, τυχοδιώκτες και μπράβους. Τέτοιες οργανώσεις ήταν και τα «εθελοντικά σώματα» (FreiKorps) που βοήθησαν  στη συντριβή  της Γερμανικής επανάστασης. Η «αποστολή» τους  ήταν να ασκούν τρομοκρατική δράση ενάντια σε εργάτες και αγρότες. Οι ενώσεις αυτές ήταν οι ένοχοι για όλες τις δολοφονίες αριστερών πολιτικών από το 1919 ως το 1923.Το NSDAP, που στην αρχή ήταν μια απ’ αυτές τις πολυάριθμες ενώσεις, κατέληξε να απορροφήσει όλες τις άλλες αντεργατικές συμμορίες.(…)
Όμως το NSDAP είναι ακριβώς αυτό που λέει η ονομασία του, δηλ. ένα πολιτικό κόμμα και όχι ένας απλός εκτελεστικός μηχανισμός του μεγάλου κεφαλαίου, όπως θα ήταν πχ. μια νομική ή  λογιστική εταιρεία. Έρχεται σε επαφή και σύνδεση με μάζες, από τη φύση  τους διαφορετικές από τα συμφέροντα που το NSDAP εκφράζει, και έτσι, διαφοροποιείται και αυτό. Το ίδιο το όνομα του κόμματος είναι χαρακτηριστικό. Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Η μαζική  βάση του NSDAP είναι κυρίως μικροαστική και, κατά πιο δεύτερο λόγο, μεσοαστική.
Μια στατιστική της 1ης Γενάρη 1935 μας δίνει μία εικόνα:
              Το 7,3% όλου του «επαγγελματικά απασχολούμενου πληθυσμού» του Ράιχ ανήκει στο NSDAP. Απ’ αυτό βλέπουμε ότι το NSDAP ήταν ένα τεράστιο κόμμα.
                 Στο NSDAP ανήκε το 20% των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ στους δασκάλους και καθηγητές το ποσοστό έφτανε το 30%.
                          Στο NSDAP  ανήκει το 15% των «αυτοαπασχολούμενων»
              Στο NSDAP ανήκει το 12%  των «μη δημοσίων» υπαλλήλων.
           Το ποσοστό των βιομηχανικών εργατών  που είναι μέλη του NSDAP είναι γύρω  στο 5% του συνόλου  των βιομηχανικών εργατών. Γενικά, λίγοι εργάτες έγιναν μέλη του NSDAP παρά το όνομά του.  Πριν το 1933, το NSDAP ούτε κατόρθωσε, αλλά ούτε έδειξε  μεγάλη συνέπεια στην προσπάθεια να δημιουργήσει χωριστή οργάνωση εργατών.(…)Ο ίδιος ο Χίτλερ «υπέδειξε» στο Συνέδριο του NSDAP  του 1937  να μην παρελάσουν  χωριστές ομάδες εργατών. Αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν ήθελε  τη χωριστή παρουσία των εργατών γιατί  αυτό θύμιζε  την ταξική πάλη ή έστω την ταξική  «απόσταση». Σαν γνήσιο κόμμα της αστικής τάξης, το NSDAP δεν μπορούσε να υποφέρει τη θέα  των χωριστών οργανωμένων εργατών ούτε μέσα στα ίδια του τα πλαίσια. (…)
Βλέπουμε λοιπόν, ότι το βασικό μαζικό στήριγμα του NSDAP ήταν –από άποψη οργανωμένης μαζικής βάσης, αλλά και εκλογικής βάσης- τα μεσαία στρώματα ιδιαίτερα  αυτά της πόλης. Αυτό χρησιμοποιήθηκε για να «ξαναγραφτεί»  δηλ. να παραποιηθεί η ιστορία. Στη σειρά άρθρων, μελετών κλπ.  που γράφτηκαν στην Ομοσπονδιακή  Δημοκρατία της  Γερμανίας με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την άνοδο στην εξουσία του NSDAP, προβλήθηκε συχνά το επιχείρημα: Αφού μέσα στο NSDAP βρίσκονταν κυρίως μεσαία στρώματα, το NSDAP ήταν το κόμμα των μεσαίων στρωμάτων. Έτσι «βγαίνουν λάδι»  τα μονοπώλια. Οι τοποθετήσεις  αυτές «ξεχνούν» τη βασική ιστορική  αποστολή του NSDAP: να συνδέσει τις μάζες με  την πολιτική και την άσκηση της πολιτικής του μεγάλου κεφαλαίου. Πράγμα που το NSDAP πέτυχε λαμπρά.
Για να το πετύχει όμως αυτό έπρεπε να γίνει αυτό ακριβώς που έγινε: ένας πολιτικός οργανισμός της αστικής τάξης, κατά συνέπεια ένας οργανισμός  βαθιά αντιφατικός, που θα ήταν σε θέση να εκφράζει με ένα μαζικό τρόπο την πολιτική των μεγιστάνων. Ο ίδιος ο χαρακτήρας του επέβαλε  την αντιφατικότητά του.
Εδώ όμως πρέπει να δούμε και την άλλη πλευρά: Η αντιφατικότητα του NSDAP δεν σημαίνει  συνύπαρξη στο εσωτερικό  του αντιπάλων ισοτίμων παραγόντων. Σημαίνει αντανάκλαση στο εσωτερικό των πραγματικών ταξικών αντιθέσεων, αλλά κάτω από την κυριαρχία ενός από τους πόλους, στη συγκεκριμένη περίπτωση του  μεγάλου κεφαλαίου, ο οποίος  προσδιορίζει τον πραγματικό ταξικό χαρακτήρα  του Κόμματος.  Η κυριαρχία  αυτή εκφράζεται  πολιτικοϊδεολογικά και «ψυχολογικά». Πράγμα που σημαίνει  ότι η δικτατορία  της κυρίαρχης τάξης υπάρχει και μέσα στο  κόμμα ή στα κόμματά της.
Η πορεία των πραγμάτων  δείχνει  ακριβώς αυτό: Ότι τα διάφορα στοιχεία του NSDAP, διαφορετικά και –ως ένα  βαθμό- αντίθετα μεταξύ τους, βαδίζουν μαζί και μαθαίνουν βαθμιαία να προσαρμόζονται μεταξύ τους. Το ένα δεν μπορεί  να κάνει χωρίς το άλλο.
Η προσαρμογή όμως δεν γίνεται  ισότιμα. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι ίσως ούτε καν αμοιβαία. Στην πραγματικότητα, η μικροαστική  μάζα προσαρμόζεται στις απαιτήσεις  της πολιτικής της μεγαλοαστικής τάξης.»
         Και στα καθ’ ημάς, ο Βηματοδότης στο ΒΗΜΑ της Κυριακής σαν να το θεωρεί σχεδόν φυσικό κι αυτονόητο επισημαίνει ότι η χρηματοδότηση προς την Χρυσή Αυγή απ’ αυτούς «που θέλουν να ονομάζονται ευυπόληπτοι  επιχειρηματίες και εφοπλιστές δεν θα έχει την ίδια  ροή που λέγεται ότι είχε έως τώρα» γιατί «δεν έχουν συνηθίσει να συναναστρέφονται με μαχαιροβγάλτες, μπράβους, προστάτες νυκτερινών κέντρων και λοιπά… στοιχεία».

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΣ ΔΡΟΜΟ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ



          Σαν να παρακολουθούμε τη φοβερή αποσύνθεση ενός κόσμου πεσμένου στο λάκκο του, ν΄ αναπνέει τις βρώμικες  αναθυμιάσεις που βγαίνουν  από το πτώμα ενός πολιτικού συστήματος, έτοιμου να πέσει κάτω από φρίκη και ασφυξία.
           Σαν να ρουφάμε την οσμή του μπαρουτιού, σαν να οσμιζόμαστε το αίμα,  να νιώθουμε να γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια μας όλο το οικοδόμημα της σκέψης.
           Σαν η πολιτική κι ο κομπιναδορισμός  να μπλέχτηκαν  τόσο πολύ  με την αστυνομία κρατών και  ιδιωτών που όλα αυτά τα ζώα να καταλήγουν  να αποτελούν όλα μαζί ένα σώμα, που να μην ξέρει πια κανείς μέσα σ’ αυτό το ενοποιημένο  ανακάτωμα  ποιος συλλαμβάνει  και ποιος συλλαμβάνεται.
           Σαν να νιώθουμε πως αρχίζει ένας αγώνας θανάσιμος.
          Παρόλ’ αυτά  πόσοι από μας δεν συνεχίζουμε ακόμα  ν’ απασχολούμαστε  με τη δουλειά μας, κυρίως όταν την έχουμε,  και με τους λογαριασμούς μας, με το τραπέζι μας και με το κρεβάτι μας μέσα στο καθαρό και καλοσυγυρισμένο διαμέρισμά μας χωρίς να νοιαζόμαστε για τις …παλαβομάρες των απέξω. Αυτές θα φύγουν όπως ήρθαν. Μας είναι αρκετό το σύνολο των δοκιμασμένων ηθικών και κοινωνικών συνθηκών που στερεώθηκαν από μια σειρά  αστικών γενεών, και όλα αυτά που συντελούν στην τάξη και τη σταθεροποιούν. Συνεχίζουμε με την ασυναρτησία της σκέψης μας, την ελαφρότητά μας, τον εγωισμό μας  και τον αριβισμό μας, που ακόμα θέλει να δείχνει γεμάτος  αφέλεια, αλλά δεν είναι παρά κυνισμός και  υποκρισία.  Συνεχίζουμε με το ψέμα της τέχνης, το ψέμα της σκέψης, το ψέμα της δράσης,  το ψέμα της πολιτικής. Κι ακόμα κι όταν αλληλοκατηγορούμαστε, αυτό δεν είναι  παρά ένας έμμεσος τρόπος  να λιβανιζόμαστε παραχωρώντας  στον εαυτό μας το επικίνδυνο   προνόμιο ότι  ξέρουμε να κάνουμε αυτοκριτική. Και η κριτική μας δεν πάει μακριά.  Την τυλίγουμε με λιβανωτούς και  βγαίνουμε από κει ευχάριστα   αρωματισμένοι, γιατί εξαιρούμε  τους εαυτούς μας από τις μομφές μας.
             Κι  επιμένουμε ακόμα ότι μπορούμε να περάσουμε τη ζωή μας περιορίζοντας πένθη και στερήσεις, αυτά είναι για τους άλλους. Κι είμαστε γιομάτοι οίκτο για τον εργάτη που κακοπληρώνεται, τον άνεργο που πεινά, γιομάτοι  άτονο ειδυλλιακό  θαυμασμό για τον αγωνιστή που διαδηλώνει, γιομάτοι …ιδεαλισμό του γραφείου  που εμπιστεύεται την ανθρώπινη  φύση  και πιστεύει στην πρόοδο, σίγουροι ότι απλώς περνάμε μια δύσκολη καμπή. Αρκεί να μη είναι δύσκολη για μας, όπως ανομολόγητα ελπίζουμε.  
           Εμείς … οι φοβισμένοι  μικροαστοί  που δουλεύουμε υπάλληλοι,  που έχουμε ένα μαγαζάκι, που μας επέτρεψαν να  κάνουμε μια μικροκομπίνα για να μπορούμε να κυκλοφορούμε με το τζιπ, που γίναμε δημοσιογράφοι σε ευυπόληπτα κανάλια ή έντυπα ζώντας τη ψευδαίσθηση πως κοιμόμαστε αγκαλιά με την εξουσία κλπ  τρία χρόνια τώρα μέχρι και την αναπνοή μας συντονίζουμε με τις  οδηγίες των κυρίαρχων κέντρων εξουσίας  μήπως και τη  γλυτώσουμε και δεν  βλέπουμε την όψη του κόσμου που έχει αλλάξει γύρω μας. Τα πάντα γκρεμίζονται, όχι με έναν τρομερό σεισμό, αλλά με μικρούς  συνεχείς που τους ίδιους δεν τους αντιλαμβανόμαστε αλλά νιώθουμε τα αποτελέσματά τους.
           Διαλύονται σε κουρέλια πεποιθήσεις και ιδεολογίες που στήριξαν τον τρόπο ζωής μας των τελευταίων χρόνων. Κι ενώ ανασύρονται όλα τα πέπλα των ψευδαισθήσεων εμείς δεν  ανακαλύπτουμε  παρά  μόνο το σωρό μνησικακίας και μίσους που έχουν πήξει μέσα στην καρδιά μας ενάντια στον πολιτικό, το δημοσιογράφο, το γείτονα, το συνάδελφο κλπ. Μεταμορφωνόμαστε σε ζώο με ματωμένο ρύγχος, φονική ανάσα. Κι αφήνουμε το δρόμο ανοιχτό για το φασισμό, το έγκλημα
           Η πολιτική για μας δεν εντοπίζεται στην κοινωνία μεταξύ  των κοινωνικών τάξεων, είναι ζήτημα καλών ή κακών πολιτικών, εντίμων ή άτιμων δημόσιων  λειτουργών, δεν καθορίζεται η φύση της εξουσίας από τον ταξικό χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής. Παραμορφώθηκε η συνείδησή μας από τον κυρίαρχο λόγο και σε συνδυασμό με την παραμορφωμένη γνώση της πραγματικότητας φτάσαμε να κάνουμε αποδεκτά,  πολλοί από μας, το λόγο και τη δράση του φασιστικού μορφώματος  της Χρυσής Αυγής που διακηρύττει τη βούλησή της για επιβολή εκείνης της τάξης πραγμάτων που συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι μας βολεύει. Στην πραγματικότητα δεν έχει άλλο σκοπό παρά να ενισχύσει την άρχουσα τάξη. Αν χρειαστεί  ακόμα και με το έγκλημα. Αυτό όμως δεν θέλουμε να το ξέρουμε…
            Κι έτσι περίσσεψαν οι καταδίκες για το αποτρόπαιο έγκλημα στην Αμφιάλη. Οι μικροπολιτικές που παίζονται πάνω στην  εκμετάλλευσή του είναι τόσο πασιφανείς που δεν θα είχαν καμιά τύχη αν δεν τρώγαμε το χυλό που μας έδιναν πιστεύοντας μάλιστα πως διατηρούμε την ανεξαρτησία μας, αν εμείς τολμούσαμε έστω και λίγο να εναντιωθούμε.
              Δεν είναι σύμπτωση οι  δολοφονικές επιθέσεις, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του παλικαριού,  από τη Χ.Α στις εργατικές συνοικίες. Κάνει τη βρώμικη δουλειά για το σύστημα. Πρέπει να τσακιστούν οι αντιστάσεις, το σθένος και η θέληση όσων αγωνίζονται. Και η αλήθεια είναι πως τελικά η πρωτοπορία του αγώνα από κει ξεκινά, είναι εργατική. Κι όλοι οι υπόλοιποι λόγια και διακηρύξεις επαναστατικές για απεργίες διαρκείας που καταλήγουν από το 90%  στο 35% πριν κλείσει ακόμα το πρώτο πενθήμερο απεργίας. Όταν πέρυσι,  το εργοστάσιο της χαλυβουργίας  στον Ασπρόπυργο άνοιξε μετά από εννέα μήνες απεργίας κατόπιν εισαγγελικής εντολής με επέμβαση των ΜΑΤ.
             Κι απλώνεται παντού η γεύση της πίκρας και της ξεραϊλας, αυτή η αθυμία  που προέρχεται από τη συναίσθηση της κοινωνικής ματαιότητας της ζωής μας. Εδώ και καιρό μοιάζει να παραδοθήκαμε. Τι μας απέμεινε; Μερικά κουρέλια από παλιές ιδεολογίες που επικαλούμαστε για άλλοθι  της υποταγής μας, μια αγανάκτηση  που την επιδείχνουμε  στις συντροφιές μας, κριτικές κι άρνηση της υποταγής σε ακίνδυνα ιστολόγια.    
        Ο φόβος μη δεσμευτούμε, ο υπέρτατος ατομικισμός μας, η αδυναμία  μας να υποταχθούμε σε μια αγωνιστική πειθαρχία μας καταντά ανίκανους ν’ ανατρέψουμε την ίδια την υποδουλωτική τάξη. Και βυθιζόμαστε…

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ ΣΤΟ ΠΕΡΑΜΑ



       Το Σάββατο στη Μακρόνησο, που έχει ανακηρυχθεί ιστορικός τόπος από το Υπουργείου Πολιτισμού,  παρουσιάστηκε η παράσταση Μίκης Θεοδωράκης  «Ποιος τη ζωή μου…», που παρακολούθησαν περισσότεροι από 5.000 θεατές.  
           Δυο μέρες πριν στο Πέραμα είχε γίνει και η επίθεση με λοστούς και καδρόνια από μέλη της Χρυσής Αυγής σε μέλη του ΚΚΕ που έκαναν αφισοκόλληση.
         Δυο επεισόδια, χαρακτηριστικά για την υποβόσκουσα πολιτική που  διαμορφώνεται, και ενώ  διατηρεί κάποια γνωρίσματα της μεταπολίτευσης  ακόμα δεν έχει πλήρως εκδηλώσει όλα τα χαρακτηριστικά της στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης.
       Το ένα, η εκδήλωση στη Μακρόνησο, είναι ένα από τα επεισόδια της εθνικής συμφιλίωσης  της μεταπολίτευσης, όπου για να επιτευχθεί με όρους των νικητών  χρειάστηκε η επιστράτευση  μιας επιλεκτικής μνήμης  και ξαναγράψιμο της ιστορίας της ματωμένης δεκαετίας του ’40 όχι άμεσα από τους νικητές  ή τους ηττημένους  του εμφυλίου αλλά από τους νικητές της μεταπολίτευσης, την υβριδική πολιτική του ΠΑΣΟΚ- αριστερός λόγος με εκσυγχρονισμένη καπιταλιστική πολιτική.
          Το άλλο, οι κλιμακούμενης βίας  επιθέσεις της Χ.Α, από μετανάστες μέχρι κομμουνιστές, συμβάλλουν στην επικράτηση του φόβου, εξοικείωση με τη βιαιότητα  και ενίσχυση της υποστήριξης  της θεωρίας των δυο άκρων που συγκροτεί τη νέα πολιτική στα χρόνια της κρίσης.  
          Αυτά τα δυο περιστατικά, η  εκδήλωση στη Μακρόνησο και η  επίθεση της Χ.Α σχηματικά περιγράφουν το προσκήνιο και παρασκήνιο της πολιτικοκοινωνικής μας σκηνής.
            Στο προσκήνιο, η δημοκρατία της συναίνεσης στη μεταπολίτευση που στηρίχτηκε στην εθνική συμφιλίωση, την οποία ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ με την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης και προσχώρησε και η Νέα Δημοκρατία με το κάψιμο των φακέλων.  Κι έτσι ένιωθε δικαιωμένος και ο αριστερός λόγος απλώς και μόνο γιατί μετά τη δικτατορία εγκαταλείφθηκε ο θεσμοθετημένος αντικομμουνισμός. Γιατί κανένας άλλος αγώνας εκτός απ’ αυτόν που ήταν  απέναντι στην ήττα και τις σκληρές συνέπειές της δεν δικαιώθηκε με τη μεταπολίτευση. Και σε εκδηλώσεις σαν  αυτές στη Μακρόνησο αυτό που ανακαλείται στη μνήμη είναι ο αγώνας ενάντια στο  μετεμφυλιοπολεμικό κράτος της εξορίας και της καταδίωξης των αγωνιστών και όχι ο αγώνας με τα οράματά της αντίστασης. Γι’ αυτό κι αυτές οι γιορτές αποχρωματισμένες  και αποστεωμένες  ιδεολογικά καθίστανται ακίνδυνες, γιατί έχει εκμηδενιστεί    κάθε αντιστασιακό πνεύμα.
             Σε συμφωνία με το δημοκρατικό  πνεύμα της μεταπολίτευσης είναι και οι δηλώσεις εκπροσώπων των συγκυβερνώντων σχετικά με τις επιθέσεις της Χρυσής Αυγής. Του γραμματέα της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ Π. Ρήγας που ζητά να αναληφθούν δράσεις για την προστασία του πολιτεύματος και του Κοινοβουλίου «από τις εγκληματικές δράσεις της Χρυσής Αυγής», και του  κυβερνητικού  εκπρόσωπου Σ. Κεδίκογλου που προτρέπει ««οι απόπειρες δημιουργίας εμφυλιοπολεμικών καταστάσεων πρέπει να μας βρουν όλους απέναντι».
             Οι κυβερνώντες στον επίσημο λόγο τους αντιτίθενται στις πρακτικές και μεθόδους του φασιστικού μορφώματος, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Μάλιστα με την επαναφορά όλο και πιο συχνά  της θεωρίας  των δυο άκρων, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο  ότι αυτό το φασιστικό μόρφωμα δίνει στους κυβερνώντες την ευκαιρία να περιλάβουν, όταν χρειαστεί,  στην καταδίκη των ενεργειών των φασιστών και καταδίκη ενεργειών αριστερών, και δη κομμουνιστών σαν παράπλευρη …προσθήκη. Είναι η χρυσή ευκαιρία για την κυρίαρχη τάξη να εξουδετερώσει μια και καλή, και όχι μόνο σε ιδεολογικό επίπεδο, τις αντιδράσεις της πολιτικής της. Γιατί στο παρασκήνιο ποτέ ο κόσμος των νικητών που πριν εξήντα χρόνια κινδύνεψε και διασώθηκε με την τρομοκρατία δεν  έπαψε να επαγρυπνεί, όσο η δική μας βουλιμία για  ευμάρεια επεκτεινόταν προς πάσαν κατεύθυνση.
              Η Χρυσή Αυγή λοιπόν  δεν έχει έρθει από το πουθενά.  Κατάφερε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να περάσει  στο προσκήνιο της κεντρικής πολιτικής σκηνής  με τον τραμπούκικο λόγο της που στηρίζεται σε μια παραφθαρμένη εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας, αναμοχλεύοντας ζητήματα που  ανησυχούν τη μεγάλη μάζα εργαζομένων κι ερμηνεύοντας  προβλήματα ανασφάλειας, μεταναστών, εγκληματικότητας, κρίσης, ανεργίας κλπ μέσα από ένα ρατσιστικό και φασιστικό λόγο. Κολυμπά στα βαθειά νερά ιδεολογικών ρευμάτων που διαπερνούν το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και συναντούν ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κατεστημένου. Κι αυτή είναι και η δύναμή της.   
          Συγχρόνως  ενσπείροντας το φόβο ανοίγει το δρόμο για την επιβολή, με το πρόσχημα της νομιμότητας, της κυρίαρχης  πολιτικής προς κάθε πλευρά που αντιδρά και γίνεται επικίνδυνη. Κι ενώ μοιάζει οι δράσεις της να υπερβαίνουν  την υπάρχουσα κατάσταση και να επιδιώκουν την αλλαγή της, στην πραγματικότητα όλα γίνονται για χάρη της διατήρησης αυτής της κατάστασης ακόμα και με πρόληψη αυτών των παραγόντων που θα την έβλαπταν –γι’ αυτό και η επίθεση εναντίον μελών του ΚΚΕ. Η σταθεροποίηση κι ενίσχυση του συστήματος για κατοχύρωση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης είναι ο πραγματικός στόχος της πολιτικής δραστηριότητας της Χ.Α, ενώ η μεταβολή του, φαινομενική στην πραγματικότητα,  στην οποία ισχυρίζεται πως αποβλέπει μπορεί να θεωρηθεί σαν το μέσο για να το επιτύχει.
            Με τη  Χ.Α είναι η ευκαιρία που δίνεται στον  αντικομμουνισμό ως …ιδεολογία να ξαναγίνει εμπόρευμα  εκτεθειμένο στο πάγκο, για τους παλαιάς κοπής, της εθνικοφροσύνης, για τους εκσυγχρονισμένους, της ανάπτυξης και ελεύθερης οικονομίας. Ένα  καταναλώσιμο προϊόν για αφελείς που αναζητούν εχθρούς συγκεκριμένους για να αποδοθεί κάπου η εξαθλίωσή τους,   που προσφέρεται ιδιοτελώς χάριν κερδών προσωρινών η και μακροπρόθεσμων, που ευδοκιμούν σε εποχές πολιτικής ανωμαλίας και πολιτικής αποδιοργάνωσης, ετοιμάζοντας το περιβάλλον εκείνο όπου ο πολιτικός   πια  αντικαθίστανται χωρίς προσχήματα από δυνάμεις της τάξης.