Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΞΟΡΜΗΣΕΙΣ

           Ο  αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ε. Βενιζέλος καταδίκασε το «ειδεχθές έγκλημα» της χρήσης χημικών στη Συρία, υποστήριξε ότι  η χώρα καλείται να παίξει ρόλο σταθερότητας και τάχθηκε υπέρ μιας αναλογικής απάντησης με αποτέλεσμα. Ο  υπουργός άμυνας Δ. Αβραμόπουλος μίλησε για τον ξεκάθαρο ρόλο της Ελλάδας και για την ετοιμότητά μας να ανταποκριθούμε στις διεθνείς συμβατικές μας υποχρεώσεις, το οποίο μεταφραζόμενο σημαίνει να χρησιμοποιηθούν οι Βάσεις για την επέμβαση στη Συρία.
           Κι έτσι μέσα σε όλα που μας ταλανίζουν ξαναθυμηθήκαμε τις  Βάσεις του θανάτου, που όλο έφευγαν και όλο έμεναν τη δεκαετία του ’80.  Ήταν τότε,  το 1983,  που το  ΠΑΣΟΚ  με φρέσκα ακόμα τα οράματα  και τα συνθήματα της «αλλαγής» υπέγραφε τη συμφωνία παραμονής, την οποία όμως  προπαγάνδιζε σαν συμφωνία απομάκρυνσης των βάσεων. Ζητούμενο ήταν τότε να νομιμοποιηθούν οι στρατηγικές επιλογές του ελληνικού αστισμού, η προσήλωση στη Δύση, η συμμαχία με ΗΠΑ, μέσα από τον αριστερό λόγο του ΠΑΣΟΚ. Το ζήτημα των Βάσεων το διαχειρίστηκε χωρίς κόστος, καθιστώντας ακίνδυνη την κριτική της αριστεράς για τις βάσεις που υποστήριζε ότι η παρουσία των βάσεων στη χώρα μας θεμελιώνει την ολόπλευρη εξάρτηση της από τις ΗΠΑ και αποδυναμώνοντας και  το επιχείρημα ότι η απομάκρυνση των βάσεων είναι ένα βήμα στην κατεύθυνση του αφοπλισμού με τις πρωτοβουλίες του Α. Παπανδρέου για την ειρήνη. Το ΠΑΣΟΚ κατάφερε ακόμα και τη θεωρία της εξάρτησης της χώρας  να την αντιστρέψει. Απέναντι στα θεωρητικά σχήματα που ήθελαν την Ελλάδα μια μικρή υπανάπτυκτη και εξαρτημένη χώρα το ΠΑΣΟΚ μαζί με την εκσυγχρονισμένη κυρίαρχη τάξη αντιπρότεινε το όραμα της ενσωμάτωσης της χώρας στα διεθνή καπιταλιστικά κέντρα. Η μαγική εικόνα της  χώρας μας,  που πιστέψαμε για αληθινή,  ως ισότιμο μέλος της ΕΕ που διαπραγματεύεται, συναποφασίζει, προεδρεύει τελικά σε τίποτα δεν  επαληθεύει την εικόνα της αποικίας ή της ημιαποικίας -γίναμε η ισχυρή  Ελλάδα του Σημίτη. Ποιος νοιαζόταν πια για τις βάσεις; Μόνο η κομμουνιστική αριστερά που δεν αποσύνδεε το ζήτημα της εξάρτησης από αυτό της αστικής εξουσίας και του ιμπεριαλισμού.
           Κι όλοι οι υπόλοιποι διεκδικούσαμε ολοένα και μεγαλύτερη ενσωμάτωση στη διεθνή οικονομία, έτοιμοι να  πολεμήσουμε κάθε ανταγωνιστή μας που μπαίνει εμπόδιο σ’  αυτή τη διαδικασία. Ο θεσμοθετημένος νέος ιμπεριαλισμός της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας επιτάχυνε την μέγιστη δυνατή διείσδυση, κινητικότητα και αποδοτικότητα του διεθνούς κεφαλαίου και τον έλεγχο των αγορών.  Η δική μας οικονομική διείσδυση στα Βαλκάνια  μας έκανε όλους, με τη συνδρομή του  κυρίαρχου λόγου,  να νιώθουμε σαν ένα από τα …κεφαλοχώρια του ιμπεριαλισμού.
          Κάτι η ΕΟΚ, κάτι η ΕΕ, κάτι η Ευρωζώνη ο ρόλος του εθνικού κεφαλαίου  όλο και περιορίζεται. Τα εθνικά κεφάλαια  και ολόκληρη η οικονομία κάθε χώρας τείνει να μετασχηματιστεί σε πολυεθνική επιχείρηση, που  την υπερασπιζόμαστε σχεδόν όλοι,  πολύ περισσότερο μάλιστα όσο  σε μια πλειοψηφία εξασφαλιζόταν η οικονομική ευμάρεια, στην οποία προσβλέπαμε όλοι. Ο ιμπεριαλισμός  λοιπόν πια  δεν εκπορεύεται μόνο από ένα κράτος, των  ΗΠΑ, αλλά από το καθένα χωριστά και από όλα μαζί τα κράτη της ΕΕ. Κι όταν ήρθε η οικονομική κρίση, αυτή δεν  έσπασε  την αλληλεξάρτηση και τη διεθνοποίηση της οικονομίας, δεν οδήγησε στην απομόνωση,  αλλά τη σύσφιξε ακόμα περισσότερο, μέχρις ασφυξίας… των λαών.
          Σε μια τέτοια περίοδο, που όλοι εξαρτώνται από όλους οι διεθνείς ανταγωνισμοί βρίσκονται στον παροξυσμό τους. Το αόρατο χέρι της αγοράς όπως πάντα χρειάζεται τη συνδρομή της σιδερένιας γροθιάς –οι νατοϊκές δυνάμεις αιματοκυλούν τον κόσμο για τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Η στρατιωτικοποίηση και οι τοπικοί πόλεμοι είναι το προνομιακό πεδίο των  ιμπεριαλισμών, με στόχο την αυξημένη επιρροή και στρατηγική υπεροχή, αλλά και  επιλογή και τρόπος λύσης προβλημάτων κάθε κράτους που βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την αλυσίδα, αρκεί να βρεθούν οι κατάλληλες θεωρίες που θα τους υπερασπιστούν και θα τους εξωραΐσουν.  Στην προκειμένη περίπτωση  οι καταγγελίες για χρήση χημικών από το καθεστώς Ασσαντ, που συνοδεύονται από τις απαραίτητες εικόνες παιδιών που αργοπεθαίνουν, χρησιμοποιούνται για να πείσουν –ηθικά και συναισθηματικά- την πλειοψηφία των λαών να συναινέσει στην στρατιωτική επέμβαση.
          Μετά τον πόλεμο στον Κόλπο, που λειτούργησε πιλοτικά σαν γενική πρόβα, και με την οδυνηρή εμπειρία του Αφγανιστάν και του Ιρακ οι ΗΠΑ και οι συν αυτώ, επικαλούμενοι, τροποποιώντας ή χειραγωγώντας,  πότε το διεθνές δίκαιο, πότε αποφάσεις του ΟΗΕ, όταν συμφωνούν με τις δικές τους, εφαρμόζουν την πολιτική του στυγνού ιμπεριαλισμού, και με στρατιωτικές επεμβάσεις,  για να διατηρήσουν σχεδόν το σύνολο του παγκόσμιου πλούτου στα χέρια τους.
         Και η δική μας κυρίαρχη τάξη δια της πολιτικής ηγεσίας, αναγνωρίζοντας σαν πρωταρχικό εγγυητή της εξουσίας της τον ιμπεριαλισμό, από τον οποίο εξαρτάται και στον οποίο  υποτάσσεται και ενδίδει κι επειδή  σ’ αυτόν στηρίζει τις ελπίδες της για τη διαιώνιση της κυριαρχίας της, δεν είναι δυνατό να μη προσφέρει ανταλλάγματα και υπηρεσίες που θα της ζητηθούν.
           Μόνο που δεν πρέπει να λησμονείται το  ιστορικό παρελθόν, ιδιαίτερα από τις υποτελείς τάξεις που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μοιρολατρικά την κατάσταση, πιστεύοντας πως δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής  απ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα. ¨Όμως μη ξεχνάμε πως κι όταν η άρχουσα τάξη μας  διεκδίκησε, μέσα από το κανάλι του μεγαλοϊδεατισμού το ρόλο του περιφερειακού αστυνόμου των Μεγάλων Δυνάμεων, που οδήγησε τον ελληνικό λαό σε αλλεπάλληλες τραγωδίες, η εγκατάλειψή του δεν οφειλόταν μόνο στην εξάρτησή της από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα αποφάσεων όσο στο φόβο της για την εργατική τάξη και τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Μάλιστα μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την βίαιη εκπρολεταριοποίηση των προσφυγικών πληθυσμών, η άρχουσα τάξη  φοβήθηκε ότι κάθε μαζική εθνική  αντιιμπεριαλιστική κινητοποίηση μπορεί να ενδυναμώσει και να φέρει  στο προσκήνιο τον βασικό της εχθρό,  την εργατική τάξη(Ιδιώνυμο Βενιζέλου). Και ο τρόμος της αυτός επιβεβαιώθηκε  είκοσι χρόνια μετά με το έπος της αντίστασης ενάντια στους φασίστες κατακτητές, ξένους και ντόπιους, τη δεκαετία του ’40.

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ΜΩΡΟΛΟΓΙΩΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ



              Σίγουρος  για τις πολιτικές επιλογές του,που σχεδιάζονται από τα κυρίαρχα κέντρα,μέσα από την ασφάλεια που του προσφέρει το αξίωμά του ο υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας δικαιολογεί το ζήτημα για την  επανεκκίνηση πλειστηριασμών «γιατί διαφορετικά θα καταρρεύσουν οι τράπεζες».Σίγουρος για το κύρος του που του εξασφαλίζει η θέση του ως πρωθυπουργού διαβεβαιώνει ο Α. Σαμαράς ότι «Η Κυβέρνηση μελετά ένα πλαίσιο ρυθμίσεων που θα εξασφαλίζει την προστασία των αδυνάτων, δεν θα επιτρέπει καταχρηστικές συμπεριφορές και θα προφυλάσσει τη στεγαστική πίστη προς όφελος όλων των Ελλήνων». Σίγουρη για την ανατρεπτικότητά της που της εξασφαλίζει η διαφημιζόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της μέσα από την ασφάλεια που της προσφέρει η καθηγητική έδρα και η κοινωνική της θέση η Λ. Διβάνη βιάζεται με ένα λογικοφανές ευφυολόγημα να καταδικάσει τη συμπεριφορά του νέου που σκοτώθηκε στο τρόλεϊ για ένα εισιτήριο.
                Στην πολιτική και στη διανόηση  συνεχίζεται η ακατάσχετη μωρολογία με τη φιλοδοξία αυτός ο λεκτικός καταιγισμός να θεωρείται έξυπνος, ευσπλαχνικός και υπεράνω συμφερόντων, πολιτικά ουδέτερος. Λόγοι απατηλοί  αλλά αποκαλυπτικοί των ταξικών συμφερόντων αυτών που τον αρθρώνουν  και γι’ αυτό συμπίπτουν στην τελική αποδοχή του υπάρχοντος συστήματος. Η διαχειριστική νοοτροπία, δηθεν σαν αποτέλεσμα των σκληρών  μαθημάτων της πραγματικότητας, η απόρριψη κάθε αντίδρασης, με το πρόσχημα του τυχοδιωκτισμού, στην οικονομίστικη διαχείριση της πραγματικότητας,η απαγγελία μαγικών λέξεων που υποτίθεται  ότι υπερβαίνουν τις  κοινωνικές αντιθέσεις απαριθμώντας κάποιες αόριστες αξίες, όπως ελευθερίας και ισότητας, δικαιώματος στη διαφορά, ταυτότητας, ατομισμού, αλληλεγγύης κλπ βρίσκονται στη βάση των επιχειρημάτων τους. Γι’ αυτό και όλα αυτά, δηλώσεις κυβερνώντων ατάκες και σκυλοκαβγάδες μιας διανόησης με ευλύγιστη ραχοκοκαλιά δεν είναι πια παρά  μικρογεγονότα. Σε τέτοιες δηλώσεις ή θέσεις  που απορρέουν  από την πεποίθηση  των υποκειμένων ότι αυτοί παρευρίσκονται σε μια παράσταση που δεν ενέχει προσωπικούς κινδύνους,  όσο το πολιτικοκοινωνικό statusquo δεν απειλείται,  δεν έχει νόημα όχι μόνο ο σχολιασμός τους  για να απορρίπτονται  αλλά ούτε κάν η αναφορά  τους.
          Πολιτικοί και διανοούμενοι διαδραματίζουν ρόλους με διάφορες λειτουργίες, όπως  φιλανθρωπική, εκφράζοντας τον ύψιστο βαθμό την αρετή της συμπόνιας με προσφορές υπέρ αναξιοπαθούντων (δηλώσεις Σαμαρά για πλειστηριασμούς), παιδαγωγικήυποδεικνύοντας τον ομαλό τρόπο  προσαρμογής μας στην πραγματικότητα (ποικίλες δηλώσεις για εφαρμογή νομιμότητας και ηθικής, όπως η ατάκα της Διβάνη)
         Ολη η προσπάθεια  εξουδετέρωσης κάθε κοινωνικής αντίδρασης  από πολιτικούς  και διανούμενους εδώ και χρόνια,  που γίνεται  ακόμα και μέσα από ένα λόγο λεκτικά ανατρεπτικό,  αποκτά πια νόημα: αφού  το σύστημα δεν μπορεί να πείσει πια με τη δημοκρατία του επιδιώκει να πείσει με τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας ξεπεράσματός του. Αυτά τα σχόλια που επικεντρώνονται στη νομιμότητα ή την ηθική ή και τη φιλευσπλαχνία δεν είναι παρά μια προσπάθεια εξουδετέρωσης κάθε δυναμικής που το ξεπερνά, προσπάθεια να εμποδιστεί η μετατροπή του κοινωνικού ανταγωνισμού σε πολιτική δυναμική. Και σ’ αυτήν την επιχείρηση πρωτοστατούν «ανατρεπτικοί» διανοούμενοι ή χαρακτηριζόμενοι  σοσιαλιστές πολιτικοί ή και δημοσιογράφοι πρώην αριστεροί κλπ. όπως συμβαίνει πάντα, όταν σε κάθε  ιστορική περίοδο το πολιτικό προσωπικό κάθε φάσης που έχει ξεπεραστεί γίνεται η τελευταία γραμμή άμυνας για να εμποδιστεί η ανάδυση και κατανόηση του καινούργιου. Ολο αυτό το κοινωνικό συνοθύλευμα κυριαρχημένο από τη μικροαστική ιδεολογία αναδεικνύει σε δομικά τα κάθε φορά δευτερεύοντα επιφανειακά και εξαρτώμενα χαρακτηριστικά του πολιτικού οικοδομήματος που θα πρέπει ν’  αλλάξουν (π.χ τρόποι επιλογής στο δημόσιο)
            Όμως  πια έχουν ξεπεραστεί τα αιτήματα της μεταπολίτευσης και οι συνθήκες που τα κυοφόρησαν. Ο πολιτικοκοινωνικός εκδημοκρατισμός και εκσυγχρονισμός του συστήματος, που στη χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση δεν αποτέλεσε  απλά μια επιλογή του συστήματος αλλά κυρίως αναγκαιότητα μπρος στην απειλή των λαϊκών δυνάμεων, διαλύεται μέσα στην εξαθλίωσή μας. Όπως από τη μεριά του συστήματος τελειώνουν όλα αυτά σαν δυνατότητα θα πρέπει και από τη μεριά των υποτελών τάξεων να τελειώσουν σαν όραμα, σαν στόχος. Η δημοκρατία των κομμάτων πείθει όλο και πιο λίγους. Μόνο που ενώ το κεφάλαιο βρίσκεται μια φάση μπροστά, εμείς ασθμαίνοντας ακολουθούμε και δεν μπορούμε να περάσουμε από τα δημοκρατικά αιτήματα στις ταξικές διεκδικήσεις, να γίνει πια η σαφής διάκριση ανάμεσα σε εκσυχγρονιστές, μεταρρυθμιστές  του συστήματος που το σταθεροποιούν  και κομμουνιστές. Δηλ. διάκριση μεταξύ θέσεων λειτουργικών στον εκσυχγρονισμό του καθεστώτος και θέσεων ανταγωνιστικών, που κινούνται από ταξική σκοπιά.
            Σε μια εποχή που τα δημοκρατικά αιτήματα ήταν επίκαιρα και ο εκσυγχρονισμός του καπιταλισμού τροφοδοτούσε αυταπάτες στο εργατικό κίνημα είχε νόημα η κριτική σε πρόσωπα και επιμέρους πολιτικές. Τώρα πια όμως περάσαμε στο στάδιο της πλήρους ρήξης που την εγκαινίασε η άρχουσα τάξη. Γι’ αυτό  πια το πρόβλημα δεν είναι ούτε η κυβέρνηση, ούτε η διανόηση, ούτε τα  κυρίαρχα κέντρα εξουσίας που επιβάλλουν την πολιτική. Το πρόβλημα είναι οι υποτελείς τάξεις τι κάνουν τώρα που αποκαλύπτεται και βιώνουν στο πετσί τους την διάλυση της αυταπάτης ότι το ξεπέρασμα του καπιταλισμού  θα πραγματοποιηθεί από την εσωτερική  διάβρωση που θα του προκαλούν  μακροχρόνιες μεταρρυθμιστικές βελτιώσεις του κοινωνικού συστήματος με κατεύθυνση το σοσιαλισμό.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

ΕΠΙΤΗΡΟΥΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

           Ο υπουργός Εσωτερικών Γ. Μιχελάκης  υποστήριξε ότι «"Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος ελέγχου προσέλευσης και αποχώρησης των δημοσίων υπαλλήλων.  Αυτή η ιστορία με την κάρτα είναι ένα ξεπερασμένο σύστημα. Προσωπική μου άποψη είναι να υπάρχει μια κάρτα με barcode… Θα καταγράφει τις ώρες που μπαίνεις και βγαίνεις μέσα σε ένα υπουργείο ακόμα και για μια δικαιολογημένη έξοδο. Να μπορεί να καταγράφεται αυτό και να είναι δικαιολογημένο». Κι όλες αυτές οι προτάσεις γίνονται στα πλαίσια της… αγωνιώδους προσπάθειας κυβερνώντων και παρατρεχάμενων να εξασφαλίσουν την άριστη λειτουργία του δημοσίου  προφυλάσσοντας το από τους κοπανατζήδες. Κι εμείς, με υπονομευμένη εμπειρία και σκέψη από την κυρίαρχη ιδεολογία,  τους πιστεύουμε, αφού χρόνια τώρα λειτουργούμε ελεγχόμενοι, με γνώμονα κριτήρια που δεν είναι δικά μας αλλά εμφυτευμένα από την κυρίαρχη τάξη.  Είχαμε δεχτεί  σαν απολύτως φυσικό την εφαρμογή ενός πρότυπου ελέγχου  των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα των εταιρειών  και απαιτούμε τώρα τον ίδιο έλεγχο στο δημόσιο, με μεγαλύτερη επιτήρηση και σε περισσότερες μορφές.
           Παντού, εργοδότες και προϊστάμενες αρχές παραπονούνται για τις απεργίες, τις κοπάνες, ακόμα και για τις προσπάθειες βελτίωσης της ζωής  εκείνων των ενοχλητικών ανθρώπων που πάνω τους μετά λύπης τους βασίζονται. Και ο Ταίηλορ και ο Φορντ τι άλλο προσπάθησαν από το να δημιουργήσουν μια  υποχωρητική, ελεγχόμενη εργατική δύναμη; Για να γίνει κατορθωτό αυτό επιστρατεύτηκε ο καταμερισμός εργασίας, οι αλυσίδες παραγωγής, ο στυγνός δεσποτισμός, ενώ στις μέρες μας προσφέρονται περισσότερες δυνατότητες  παρακολούθησης και ελέγχου των λεπτομερειών της δουλειάς, των ικανοτήτων των εργαζομένων χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας.
           Σήμερα ολοένα  περισσότερο  ο έλεγχος μοιάζει  να είναι ο σκοπός που χρησιμοποιεί την τεχνολογία σαν μέσο, γιατί κυρίως  έτσι ελέγχεται το πιο ανεξέλεγκτο γρανάζι της παραγωγής, δηλ. ο άνθρωπος - εργάτης. Η χρήση της τεχνολογίας για την επίτευξη μεγαλύτερου ελέγχου στο χώρο δουλειάς, έχει αλλάξει τις βασικές σχέσεις ανάμεσα στους εργοδότες και τους μισθωτούς, με τους τελευταίους περισσότερο ελεγχόμενους και ανίσχυρους  από ποτέ. Η ειρωνεία είναι  πως η εργατική τάξη σωπαίνοντας  εγκρίνει αυτήν την αλλαγή, μη απαιτώντας να σταματήσει η επιτήρηση του χώρου δουλειάς. Και καθώς συνεχίζεται η επιτήρηση μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο με την πάροδο του χρόνου σε φυσιολογική.
          Οι δυσμενείς επιδράσεις της επιτήρησης  του χώρου δουλειάς  φυσικές αλλά και ψυχολογικές αποσιωπώνται ευλόγως. Και δεν είναι μόνο ότι αφαιρείται  ο έλεγχος και η αυτονομία των υπαλλήλων στους χώρους δουλειάς που συμβάλλει στην  αύξηση του άγχους, όσο οι ύπουλες επιδράσεις που μπορεί να έχει η συνεχής επιτήρηση και έλεγχος, δημιουργώντας κλίμα δυσπιστίας, σπάσιμο των μεταξύ των υπαλλήλων σχέσεων, ξεφτελισμό της αυτοπεποίθησης τους και χάσιμο της αξιοπρέπειας και εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Έτσι μέσω της επιτήρησης εφαρμόζεται μια εκλεπτυσμένη στρατηγική που εγγυάται στον ιδιωτικό τομέα την κυριαρχία της εταιρείας και στο δημόσιο την προϊσταμένη αρχή που δεν περιορίζεται να προκαλεί μόνο άγχος αλλά και κάτι περισσότερο. Δημιουργεί ένα αίσθημα αδυναμίας, σαν να είναι ο εργαζόμενος ο ανήλικος που πρέπει να δίνει λόγο στους γονείς του, παύουν οι εργαζόμενοι  να είναι ο εαυτός τους όταν δουλεύουν γι’  αυτούς, εν ολίγοις αφήνονται να χειρίζονται τις ζωές τους.
          Και βέβαια ο στόχος όλων αυτών των πρακτικών παραμένει ίδιος πάντα, υψηλός έλεγχος των υπαλλήλων μέσω ενός αυταρχικού στυλ που δίνει έμφαση στην μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας του εργαζομένου και στην ελαχιστοποίηση της πληρωμής του. Στο πλαίσιο της  επιτήρησης του χώρου δουλειάς αυτό σημαίνει  εκφοβισμό του υπαλλήλου, ώστε να υπακούει στην εταιρεία ή στην προϊσταμένη αρχή και να δουλεύει σκληρότερα. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι ούτε και παλαιότερα αλλά πολύ περισσότερο τώρα οι εργαζόμενοι δεν παραπονούνται ιδιαίτερα, αφού όταν έχεις ανάγκη τη δουλειά πρέπει να συμβιβαστείς.
Εξαγγέλλονται σχέδια και προγράμματα  (στο δημόσιο επαναλαμβάνουν τα περί διαθεσιμότητας, κινητικότητας, αξιολόγησης κλπ)  για ένταξη  των εργαζομένων  στις νέες συνθήκες εργασίας που απευθύνονται σε κοινές αγωνίες των εργαζομένων,  υποσχόμενα  βελτίωση της δουλειάς και φιλοδοξώντας  να σπάσουν κάθε διάκριση του τύπου εμείς και  εκείνοι, ανάμεσα στη διεύθυνση – εργοδοσία  και το εργατικό κίνημα, δημιουργώντας μια νέα κοινωνική ταυτότητα για τους εργαζόμενους: ότι είναι μια ομάδα που μπορεί να ανταγωνίζεται άλλες ομάδες εργαζομένων αλλά  και τα συνδικάτα. Έτσι εκβιάζεται μια  μεγαλύτερη συνεργασία  με την εργοδοσία - προϊστάμενη αρχή,  δημιουργείται διάθεση για παραχωρήσεις και υποταγή στις επιθυμίες της υπονομεύοντας και το συνδικαλισμό
            Τελικά είτε ο εργαζόμενος  γίνει ανταγωνιστικότερος είτε εξυπνότερος, τίποτε δεν θα του εγγυάται την απασχόληση. Παρόλ’ αυτά  ακόμα οι  εργαζόμενοι δρουν βραχυπρόθεσμα, συνδέονται με τις επιμέρους συνθήκες εργασίας και ακόμα δυστυχώς με ατομικές περιπτώσεις.
           Για χρόνια η  επιδίωξη βελτίωσης της παραγωγικότητας  προκαλούσε σύγχυση επιλογών, απειλούσε κάποιες θέσεις απασχόλησης αλλά  υποσχόταν τη σωτηρία, μόνο που ήταν  προσωρινά, σε άλλες. Κι έτσι πολλά  συνδικάτα συχνά ενδιαφέρονταν κύρια να σώζουν υφιστάμενες θέσεις απασχόλησης και  να παρουσιάζουν  την παραγωγικότητα σαν μέρος των γενικότερων  εργατικών συμφερόντων, αν αντλείται αρκετό όφελος.
        Και καταλήξαμε τώρα, ακόμα και οι  επιτυχημένοι αγώνες για τη διατήρηση  των θέσεων απασχόλησης, μέσω μιας μαχητικής άμυνας, να ακυρώνονται ειδικά στο υπάρχον  οικονομικό πλαίσιο, από μια κατοπινή απώλεια αυτών των  θέσεων, λόγω πια  της κατά μέτωπο επίθεσης του κεφαλαίου. Ενώ το εργατικό κίνημα φαίνεται σαν να βρίσκεται εν υπνώσει…

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

    Κι επειδή στα χρόνια που ζούμε πολιτικές επιλογές και αποφάσεις των κυρίαρχων κέντρων αδιαφορούν για τις ανθρώπινες ζωές που ισοπεδώνουν επικαλούμενοι μάλιστα τη σωτηρία μας, ίσως να μην είναι και τόσο αυθαίρετο να θυμηθούμε ότι και   η μικρασιατική εκστρατεία έγινε εν ονόματι  της εθνικής ενοποίησης και ομογενοποίησης και κατέληξε σε καταστροφή.
        Κι ίσως γι’  αυτό και  οι επισημάνσεις, γραμμένες πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,  του Κ. Βάρναλη για τη μικρασιατική καταστροφή μπορούν να βοηθήσουν ακόμα και τώρα στην κατανόηση των αιτιών  εκείνης της καταστροφής… ίσως κάπως σχηματικά και της δικής μας;
      « Μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του κόσμου! Ενας στρατός, ο στρατός ολάκερος ενός κράτους να καταστρέφεται σύρριζα, να σκορπίζεται δεξιά κι αριστερά και να φεύγει τρεχάλα, να ρίχνει τα όπλα του και να «ν’ αρνείται να συνεχίσει τον αγώνα»(θ. Τζάτζαρη, Λεξικόν Ελευθερουδάκη, άρθρ. «Μικρασία») κι όμως να είναι ευχαριστημένος  γι’ αυτό! Και πίσωθέ του να είναι πιο πολύ ευχαριστημένος ο μισός λαός, δηλαδή οι πολιτικού αντίπαλοι της κυβέρνησης, γιατί τώρα θα τήνε ρίχνανε εύκολα, θα διώχνανε από τον τόπο μια δυναστεία, που ήτανε ο ανεύθυνος και απαραβίαστος αρχηγός ενός πολιτικού κόμματος, και θα παίρνανε αυτοί την εξουσία… του Δημόσιου Ταμείου.

        Ούτε λοιπόν η ελληνική κεφαλαιοκρατία είχε καμίαν άλλη φροντίδα σ’ όλην αυτήν την υπόθεση από το να θησαυρίζει όσα μπορούσε περισσότερα και με προμήθειες και καταχρήσεις, όπως συμβαίνει πάντοτε, μα ούτε και τα δυο μεγάλα  πολιτικά κόμματα, που διαχειριζόντανε τα συμφέροντα της ντόπιας και της ξένης κεφαλαιοκρατίας είχανε άλλη σκέψη από  την εξουσία, ήγουν τις μασέλες τους. Γαυγίζοντας γύρω από το ίδιο κόκκαλο και έχοντας πίσω τους χωρισμένο στα δυο τον ελληνικό λαό και τον ελληνικό στρατό είχανε ρίξει κάθε παραβάν και κάθε ντροπή  μπροστα  στα μάτια του κόσμου. Η εργατιά πολεμούσε στο μέτωπο, η κυρίαρχη τάξη θησαύριζε, οι πολιτικοί τρωγόντουσαν και εξαιτίας αυτηνών των τελευταίων η μισή Ελλάδα ευχότανε τη νίκη του στρατού κι η άλλη μισή την καταστροφή του. Κι αυτή η μισή με τα όργανά της σ’ όλους τους κλάδους της ζωής σαμποτάριζε τον πόλεμο. Η ήττα του στρατού, θα ήτανε ήττα της κυβέρνησης και η ήττα της κυβέρνησης νίκη των αντιπάλων της!

         Μα ο στατός; Ο στρατός έβλεπε από πολύ κοντά την τραγική πραγματικότητα. Εβλεπε  με τα ίδια του τα μάτια κι όχι με τα κύρια άρθρα των εφημερίδων και τα ανακοινωθέντα ή τους ρητορικούς λόγους της κυβέρνησης. Εβλεπε  μπροστά του μια απέραντη ήπειρο, που πήγαινε να την καταχτήσει. Και μετρώντας τις δυνάμεις του τις έβρισκε πολύ δυσανάλογες για ένα τέτοιο μεγάλο σκοπό. Εβλεπε το λαό, το στρατό και τους αξιωματικούς του  διαιρεμένους. Εβλεπε τη ρεμούλα στο ζήτημα των προμηθειών, του ανεφοδιασμού του και της  τροφής του. Εβλεπε όλην την Ευρώπη και τους Ρώσους να βοηθάνε τους Τούρκους διπλωματικά και με αφθονία  πολεμικού υλικού ενάντια στους… Εγγλέζους!

         Γιατί όσο κι αν δεν καταλάβαινε καλά, μυριζόταν όμως, πως βρισκόταν εκεί για ξένα ιντερέσα. Δεν ήξερε όμως, πως ο Βενιζέλος  έστειλε εκεί τον ελληνικό λαό να εξασφαλίσει με το αίμα του την αρπαγή των πετρελαίων της Μοσούλης για τους Εγγλέζου ιμπεριαλιστές. Και πως ο Κωνσταντίνος δέχτηκε να συνεχίσει αυτή την εντολή για το «τίμημα» της παλινόρθωσής του. Με τέτοιο περιεχόμενο η μικρασιατική  εκστρατεία δε μπορούσε να χρησιμοποιήσει για το σκοπό της κανένα φλογερό και γόνιμο προσχημα, που να ξεγελά τις μάζες.

           Γιατί στα καθεστώτα των τάξεων πάντοτες τα ιδανικά είναι προσχήματα της κυρίαρχης τάξης για ν’ αρπάξει ευγενικά την ξένη λεία. Κι όταν η άρχουσα τάξη βρίσκεται στην περίοδο της ανόδου της, τα ιδανικά της πιάνουνε. ¨Όταν όμως βρίσκεται στην περίοδο καθόδου της, τα ιδανικά της γίνονται κούφιες λέξεις  και δεν πιάνουνε  στην ψυχή του λαού. Κι αυτό είναι το πιο σίγουρο σημάδι για να γνωρίσει κανείς τη χρεοκοπία ενός καθεστώτος και να προφητέψει το τέλος του. Οι ιδεαλιστές όμως συλλογίζονται αντίστροφα: νομίζουνε, πως η παρακμή των ιδανικών ενός καθεστώτος φέρνει και την παρακμή του καθεστώτος. Τέτοιος συλλογισμός συμφέρει  στα καθεστώτα που κλονίζονται. Γιατί τους  δίνει το δικαίωμα να βαστήξουνε τα ιδανικά- προσχήματα με τη βία!(..._

          Σήμερα υπάρχει σ’ όλο τον κόσμο μεγάλη φτώχεια από προσχήματα! Γι’ αυτό μεταχειρίζονται οι ληστές της ανθρωπότητας τα πιο ξετσίπωτα προσχήματα. Ο Χίτλερ θέλει να κατακτήσει (για πρώτη δόση) τη μισή Ευρώπη, γιατί οι κάτοικοί της δεν είναι … άριοι! Είναι κατώτερες ράτσες!(Σπουδαίο ιδανικό! Ούτε να φτύνεις απάνω του!) Ο ιταλικός φασισμός ζητεί να φάγει την Αβυσυνία, επειδή λέει στη χώρα αυτή διατηρείται ακόμα η δουλεία(αν και ως θεσμός έχει καταργηθεί) ωσάν η αργατιά και η αγροτιά της Ιταλίας να μην είναι σκλάβες μιας μικρής μειοψηφίας μεγαλοκαπιταλιστών (…)

           Μπορούμε όμως να περηφανευόμαστε οι Ρωμιοί, πως εμείς πρώτοι μετά τον παγκόσμιο πόλεμο μεταχειριστήκαμε στη μικρασιατική μας εκστρατεία τέτοιας λογής προσχήματα. Ο Λόυδ Τζώρτζ, που μας έστειλε εκεί, το φώναξε από το βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων, πως ο ελληνικός στρατός δεν είναι μονάχα πρωτοπόρος του πολιτισμού στην Ασία μα και υπερασπιστής της χριστιανοσύνης. Πολύ μεγάλο «ιδανικό» για έναν πολύ μικρό λαό. Ετσι ο στρατός του μικρού αυτού λαού δεν κατάλαβε το λόγο της εκστρατείας αυτής, όπως δεν κατάλαβε γιατί πήγε στην Ουκρανία. Κι ήθελε να φύγει πίσου, πριν φτάσει η καταστροφή, που ζύγωνε μέρα με την ημέρα. Κι όταν έγινε η μοιραία, η αναπόφευκτη καταστροφή, τότες όποιος στάθηκε τυχερός να μη σκοτωθεί η να μη πιαστεί αιχμάλωτος, έφυγε ευχαριστημένος. Και δεν είδα κανένα να βλαστημά τον Κεμάλ που το έστειλε πίσου στο χωριό του άναυλα. Ξέπεσε ο λαός; Όχι! Παραείχε ψευτίσει και ξεπέσει η κυρίαρχη τάξη του.    
       Μονάχα σαν έγινε η καταστροφή αρχίσανε να βρίσκουνε, πως όλη εκστρατεία ήτανε τυχοδιωκτική κι εγκληματική. Γιατί ξεπερνούσε πολύ τις μικρές δυνάμεις του έθνους. Γιατί έγινε χωρίς καμιάν οργάνωση, χωρίς τάξη, χωρίς πειθαρχία και χωρίς κανένα ηθικό. Γιατί λαός και στρατός ήτανε διαιρεμένοι. Και τότε μοναχά  πήρε ν’ ακούγεται αριά και πού, πως και κείνοι, που πρωταρχίσανε την εκστρατεία, και κείνοι, που τη συνεχίσανε, ήτανε όλοι τους πουλημένοι στους ξένους.

         Η δεύτερη λοιπόν πράξη της μικρασιατικής καταστροφής παίχτηκε στη «ζώνη του εσωτερικού», ανάμεσα στους φταίχτες. Δηλαδή ανάμεσα  στα δυο μεγάλα πολιτικά κόμματα, το λαϊκό και των φιλελευθέρων. Απάνου στην προσπάθειά τους οι κυβερνητικού να ξεφύγουν την ευθύνη λέγανε πως έφταιξε η…  Τύχη ή η δειλία του στρατού. Μα οι βενιζελικοί δεν τις  χάφτανε  αυτές τις αοριστίες και τις γενικότητες. Υποστηρίζανε πως έφταιγε η ανικανότητα της κυβέρνησης και των στρατηγών της(…)

        Αυτή η επιχειρηματολογία των δυο κομμάτων, για την ευθύνη της μικρασιατικής καταστροφής, είναι κυρίως στάχτη στα μάτια του κόσμου. Χρησιμεύει να κρύβει τη βαθύτερην αλήθεια: πως και τα δυο κόμματα ήτανε όργανα του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού στη Μικρά Ασία και πως το καθένα για να προτιμηθεί στην αγορά και να μείνει στην εξουσία, πρόσφερνε όσα μπορούσε περισσότερα στο Φόρεϊν Οφφις. Και τα δυο λοιπόν κόμματα είναι  ένοχα. Και τα δυο παραδώσανε  τον ελληνικό λαό «ως πρόβατον επί σφαγή» στου ξένους και φέρανε στην άγονην  Ελλάδα  ενάμισι εκατομμύριο πεινασμένους και άστεγους «αδερφούς».
        Ολη όμως η δικολαβική φλυαρία των δυο κομμάτων για ευθύνες και προδοσίες δεν ικανοποιούσαν το λαό. Ητανε ολότελα θεωρητική η συζήτηση! Ο λαός δεν ζητούσε να  μάθει ποιος φταίει. Ζητούσε να  ιδεί τα κεφάλια των φταιχτηδών να πέφτουνε(…

.                            
  Κ.  Βάρναλη "Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ", από τα "Φιλολογικά απομνημονεύματα, εκδ. Κέδρος, 1981