Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

ΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗ


         Επιμένουν οι κυβερνώντες στις μεταρρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται περικοπές μισθών και  συντάξεων, απολύσεις, περικοπές παροχών υγείας κλπ., υποστηρίζοντας ότι θα μπουν έτσι τα θεμέλια για να ανταποκριθεί η οικονομία μας στις απαιτήσεις των αγορών, ώστε να ξεκινήσει ο κύκλος της ανάπτυξης. Συγχρόνως ομολογείται από τους σχεδιαστές του πακέτου οικονομικών μέτρων που εφαρμόζεται στη χώρα μας και αλλαχού ότι ο σχεδιασμός τους είναι λανθασμένος, αλλά  επιμένουν στην απαρέγκλιτη εφαρμογή τους από τους λαούς. Ο ορθολογισμός στα όριά του ή απλώς η καταστρατήγησή του;
          Με τον ορθό λόγο θεωρείται  ότι εξηγούμε αναζητώντας τις αιτίες ενός φαινομένου, υποστηρίζουμε τις προτάσεις μας με αποδείξεις, αποκρούοντας και ελέγχοντας την αυθαιρεσία κι επιτρέποντας να οργανώσουμε τη δράση μας, για να προβούμε σε κάποια πράξη, με βάση ένα προδιαγεγραμμένο  σχέδιο ή μια  αρχή. Κι αυτό είναι το κομβικό σημείο. Ο ορθός λόγος δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη θεμελίωσή του σε μια σταθερή και αδιαμφισβήτητη αρχή, που εξασφαλίζει τη βεβαιότητα απαλλάσσοντάς μας από την αμφιβολία. Το πρόβλημα είναι ποιο είναι το ύστατο θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζουμε όλο το λογικό μας οικοδόμημα. Υπάρχει το πρόβλημα ότι το θεμέλιο στην περιοχή της καθαρής νόησης μπορεί να παράγει προτάσεις λογικά επαρκείς αλλά κενές, ενώ η εμπειρία μάς παρέχει θεμέλια ασταθή γιατί δεν μπορεί να διατυπώσει προτάσεις καθολικής ισχύος που φαίνεται να χρειαζόμαστε όχι μόνο στην επιστήμη αλλά και στη ζωή.
      Όταν  λοιπόν οι αποφάσεις των κυβερνώντων επικαλούνται  τον ορθό λόγο θέτουν  τον καπιταλισμό ως άρρητο θεμέλιο για όλα τα επιχειρήματα που δικαιώνουν  την κυρίαρχη πολιτική ακόμα κι όταν καταλήγουν οι προτάσεις τους να μην  έχουν  τη λογική επάρκεια για να πείθουν κι ούτε, ακόμα κι όταν  επικαλούνται  την ιστορική εμπειρία, να αποκτούν, όπως θα ήθελαν, καθολική ισχύ.
          Χρόνια τώρα ενστερνιστήκαμε την αντίληψη ότι η πολιτική εξουσία αντλεί την νομιμότητά της  όχι μόνο από το ότι είναι αντιπροσωπευτική αλλά και από την ορθολογικότητά της, που ταυτίζεται  με  την αποτελεσματικότητά της. Αυτός ο ορθολογισμός που απαιτείται επιτρέπει την υιοθέτηση των πιο αποτελεσματικών μέσων για την πραγματοποίηση των όποιων σκοπών. Κατά πόσο αυτοί οι σκοποί θα ικανοποιούν τα βασικά αιτήματα των μαζών είναι αποτέλεσμα ή συνάρτηση των αγώνων των λαϊκών τάξεων. Κι είναι αυτή η αποτελεσματικότητα της εξουσίας που εξασφάλιζε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική συναίνεση που απολαμβάνουν οι σύγχρονες δημοκρατικές κυβερνήσεις, οι οποίες βέβαια δεν αμφισβητούν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
           Και ήρθε η κρίση, που αντιμετωπίζεται  σαν κάποια ατυχή στιγμή για την καπιταλιστική διαδικασία, για την οποία πρέπει να αισθανθούν υπεύθυνοι οι εργαζόμενοι που αναπτύσσουν διεκδικητικούς αγώνες και δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για την πορεία της οικονομίας.
          Ο ορθολογισμός  λοιπόν της εξουσίας συνεχίζει να θεμελιώνεται στην αδιαμφισβήτητη αρχή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, θεωρώντας πως η κρίση δεν είναι συστατικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας  κι  αδιαφορώντας ακόμα κι αν τα επιχειρήματά της καταλήγουν σε αντιφάσεις. Ο ορθολογισμός της εξουσίας  συσκοτίζει την πηγή της δυστυχίας μας δεν την κάνει αναγνωρίσιμη και δικαιώνει την εφιαλτική πραγματικότητα που γίνεται αποδεκτή σαν υπέρτερη μοίρα. Μια αίσθηση μηδαμινότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, μια αργή αλλοίωση  της ανθρώπινης συμπεριφοράς διαμορφώνεται  από την κυρίαρχη εξουσία. Η λογική φαίνεται να  ηττάται πάλι όχι πια με συνεργό την άμεση φυσική  βία αλλά έμμεσα με την οικονομική εξαθλίωση. Κι όμως  αν  αυτοαναιρείται η λογική και  ταπεινώνεται, είναι γιατί  αποκρύβεται το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται ο λόγος και η πράξη της άρχουσας τάξης, που είναι η κερδοφορία της κι η εξασφάλιση της κυριαρχίας της. Τίποτε που να τα εξασφαλίζει δεν θεωρείται αφύσικο,  αντιτιθέμενο στη λογική, διεστραμμένο ή απάνθρωπο. Ο ορθολογισμός της διαμορφώνει έναν κόσμο που κινείται  με την ποσοτική αντίληψη, ότι κάθε τι που τείνει στο υπερθετικό είναι και καλύτερο και επιδιωκόμενο, εις βάρος και αυτής της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης των υποτελών τάξεων  που την μετατρέπει σε αντικαταστατό εξάρτημα στην παντοδύναμη μηχανή των πάσης φύσεως εκμεταλλευτών  της.
         Η παγκόσμια οικονομία φτάνει σε ένα οριακό σημείο. Η έλλογη σκέψη μας κατανοεί ότι  όπως λειτουργεί μέχρι τώρα δεν μπορεί  να προχωρήσει παρακάτω. Αυτό δεν συνεπάγεται βέβαια ότι κάποια επανάσταση είναι αναπόφευκτη. Κάλλιστα μπορεί  να παραμείνει σαπίζοντας ή να βρει  η κοινωνία νέους τρόπους διαφυγής ή να καταστρέψει μέρος των παραγωγικών δυνάμεων ή…  Το σίγουρο είναι ότι η καπιταλιστική οικονομία έχει φτάσει σε οριακό σημείο και στρατολογούνται κυβερνήσεις ανάλογα με τις συνθήκες να το ξεπεράσουν –προκρίνεται προς το παρόν η λιτότητα. Το φαινόμενο είναι συνολικό κοινωνικό και όχι απλά  οικονομίστικο. Στην τελική είναι πρόβλημα εκλογής τρόπου ζωής, που βάζει πρόβλημα καθεστώτος. Γιατί η χρησιμοποίηση από τον κυρίαρχο λόγο της πείνας, ανέχειας, εξαθλίωσης κλπ. για τη διατήρησή του σημαδεύει την εγκατάλειψη της έλλογης τάξης του ανθρώπου ακόμα κι αν την επικαλείται για να  εκλαμβάνουμε αυτή την εκδοχή ζωής ως αναπόφευκτη και αδιαμαρτύρητα να την αποδεχόμαστε.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

ΕΠΙ... ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ

        Αναρωτιέται κανείς  τι νόημα έχουν πια οι κοινοποιήσεις απόψεων, πολλές φορές ούτε καν με τρόπο σαφή και συνεκτικό, πέρα από την πρόκληση μιας συζήτησης που μοιάζει όμως, σε ένα περιβάλλον  εκρηκτικών προβλημάτων, πολυτέλεια όταν δεν έχει τη δυνατότητα υλοποίησης των συμπερασμάτων της.  Ο προσδιορισμός βέβαια  της ιδεολογικής ταυτότητας των απόψεων που αναπτύσσονται δίνει και το στίγμα του στόχου αυτών των κοινοποιήσεων. Όταν όμως    προτάσεις και θέματα που απασχολούν πολλούς καταλήγουν να είναι ευχές, ούτε καν διαδικασίες που έστω να έχουν μπει εμβρυακά στην πράξη και να αποτελούν μέρος μιας δραστηριότητας η οποία να επιδιώκει να κινητοποιήσει για όλα όσα προτείνονται και αναφέρονται, ο προβληματισμός γίνεται βασανιστικός.
      Πώς θα μπορούσαμε να κινητοποιηθούμε  όταν απαιτούμε  έτοιμες λύσεις με το μικρότερο κόστος και ελάχιστα στην πράξη  συμμετέχουμε στη διαμόρφωση των όρων διεξαγωγής του κοινωνικού  αγώνα για την ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικοοικονομικής κατάστασης;
        Πώς να αποφύγουμε τον κίνδυνο,-στον κοινωνικό όλεθρο που παράγει ο κόσμος της οικονομίας  και του κεφαλαίου, στη δικτατορία των μηχανισμών παραγωγής ιδεολογιών που παράγουν απάθεια και ακίνδυνη κριτική-, η κοινοποίηση απόψεων που εντοπίζουν το πρόβλημα της  πολύπλευρης εξαθλίωσής μας στην καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας να μη συμμετέχει στην αυταπάτη μιας αντίστασης, ενώ  στην πραγματικότητα να ενσωματώνεται στο κυρίαρχο σύστημα παρέχοντάς του και άλλοθι  ελευθερίας και ανεκτικότητας;
        Πόσο διατεθειμένοι είμαστε, ενσωματωμένοι  στο υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα,να συγκρουστούμε με την οικονομική εξουσία που ισχυροποιεί το κεφάλαιο και μεγιστοποιεί την εκμετάλλευση των εργαζομένων, όταν μας απειλεί ο κατασταλτικός μηχανισμός, που διαφυλάσσει τις κυρίαρχες αξίες του συστήματος εκμετάλλευσης, με τα πιο βάρβαρα μέσα, ενώ η πνευματικοεπιστημονική εξουσία  κινητοποιείται για να συμμορφωθούμε με τις επιταγές του καπιταλισμού με κάποιες παραχωρήσεις και με υποσχέσεις  ακόμα για  σχετική υλική εξασφάλιση σε ένα άδηλο μέλλον;
      Τρία χρόνια τώρα, που με γεωμετρική πρόοδο βιώνουμεστην πράξη τον σκληρό καπιταλισμό, η κοινοποίηση, με ένα κλικ,  απόψεων που ελπίζουν να συμβάλλουν στην αποκάλυψή του, πόση σημασία και σπουδαιότητα μπορεί να έχει,  στο βαθμό που μένει σε ένα επίπεδο προσωπικό και δεν συνοψίζει ούτε δημοσιοποιεί   αντιστάσεις που σίγουρα έχουν  ήδη ξεκινήσει να αναπτύσσονται σε κεντρικούς τομείς της καπιταλιστικής κοινωνίας όπου αυτή παράγεται και αναπαράγεται;
        Εχει περάσει πια ο καιρός όπου μπορούσαμε και  αρκούμαστε να επιζητούμε απλώς επαφή, έστω και με ένα κλικ, με όσους έχουν αναλογη θέση προκειμένου να διευρυνθούν συλλογισμοί και συμπεράσματα μας ή και να αναιρεθούν ακόμα.
         Βέβαια ίσως η ενεργοποίηση της γλώσσας της κριτικής πάνω στην ίδια την πρακτική που έπλασε χρόνια πριν μύθους για επαναστάσεις  μέσα στους οποίους κυρίαρχη θέση είχε η ελευθεριακή φιγούρα που επιδιώκοντας  την αυτοχειραφέτησή της στους χώρους δουλειάς, προσωπικής ζωής, διασκέδασης κλπ. αποδεχόταν  τις πιο ύπουλες μορφές αλλοτρίωσης ενσωματώνοντας την κυρίαρχη ιδεολογία είναι ένα πρώτο βήμα για την ένταξή μας σε μια συλλογική πράξη αντίστασης. Ισως ακόμα αυτή η κοινοποίηση απόψεων, με ένα κλικ, βοηθά να ξεπεραστεί η αόρατη εξουσία του φόβου, από τη στιγμή που την καταστήσουμε  ορατή άρα και αντιμετωπίσιμη, που μας διακατέχει όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την επιτακτική ανάγκη για οργανωμένη παρέμβαση. Κι ισως η συνειδητοποίηση, έστω και σε προσωπικό επίπεδο, ότι δεν αρκεί η μη συνειδητή έκρηξη της δυσαρέσκειας ενάντια στη σύγχρονη αθλιότητα, που όπως αποδείχτηκε τα τρία τελευταία χρόνια ακόμα κι όταν γίνεται μαζική ξεπερνώντας το ατομικό επίπεδο καταλήγει να στραγγαλίζεται από τα χέρια της εκτόνωσης αδυνατώντας να μετασχηματιστεί σε συνειδητή πράξη, συντελέσει στην αγωνιστική αφύπνιση.
       Προβληματισμοί, αμφισβητήσεις, αγωνίες και αμφιβολίες που για χρόνια περιορίζονταν στους μικρόκοσμούς μας τώρα γίνονται τροχοπέδη για τους αγώνες κάτω από την πίεση της νέας τάξης πραγμάτων. Γιατί χρόνια τώρα είχαμε αποδεχτεί το καπιταλιστικό σύστημα που προσπαθούσαμε το πολύ πολύ να εκσυγχρονίσουμε βελτιώνοντάς το. Και τώρα βιώνουμε στην πράξη ότι οι ταξικές διαιρέσεις και οι κοινωνικές ιεραρχήσεις δεν έχουν εξαφανιστεί, ενώ συγχρόνως  συνειδητοποιούμε την αδυναμία μας να αντιπαλέψουμε μόνοι ο καθένας την κατά μέτωπο επίθεση του καπιταλισμού και αναζητούμε συμμάχους και δυνάμεις για να αναθαρρήσουμε, να οργανώσουμε τη δική μας επίθεση ξεπερνώντας την κριτική των λόγων.
     Τα χρόνια που έρχονται είναι χρόνια υλικής εξαθλίωσης, χρόνια σφαγείου. Μόνο με την υπέρβαση του ατομισμού, την ενότητα σκέψης θα μπορέσουμε να ετοιμαστούμε για την επικείμενη τελικη αναμέτρηση. Το πολιτικό κενό, η αποκάλυψη της ιδεολογικής ταυτότητας  των διαλυμένων  παραδοσιακών κομμάτων, η εξαθλίωση ακόμα και  των μεσαίων στρωμάτων, δεν μας αφήνουν περιθώρια ούτε καν να αναρωτηθούμε για τη δυνατότητα μεταρρύθμισης, προς όφελος των εργαζομένων, όπως πριν κάποιες δεκαετίες, του καπιταλιστικού συστήματος. Μπροστά στην κτηνωδία και τον πολιτικό μεσαίωνα που φέρνει η καπιταλιστική επίθεση όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα: η πολυτέλεια των ιδεολογικών αποχρώσεων, οι προσωπικές ευαισθησίες, η ελευθερία της προσωπικότητας  και άλλα τέτοια κομφόρ  των κυρίαρχων τάξεων. Η μοναδική επιλογή αν αρνηθούμε να συρθούμε στο σφαγείο, με τις πολλαπλές όψεις του, που μας ετοιμάζουν, είναι η σύγκρουση με το κυρίαρχο σύστημα  όπου η  αυτόβουλη και ανεξάρτητη συμμετοχή δεν είναι δυνατή  -εντασσόμαστε ή όχι σ’  έναν σχηματισμό.
      Και αν μετά τρία χρόνια συνεχούς καταμέτωπον επίθεσης του καπιταλισμού καταλήγουμε να θεωρούμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, με τις ηρωικές του παραδόσεις  και με τις συντριπτικές του ήττες στο πεδίο της μάχης και της πολιτικής,  μπορεί να αποτελέσει πηγή αντικαπιταλιστικής έμπνευσης και αποτελεσματικής σύγκρουσης με τις πραγματικότητες που διαμορφώνονται είναι όχι μόνο γιατί είναι η πιο συγκροτημένη και οργανωμένη αντικαπιταλιστική δύναμη και επομένως δύναμη του κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά και γιατί έχει τα θεωρητικά εφόδια, την πολιτική εμπειρία, την κοινωνική γνώση γι’ αυτό.

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

   Ακόμα και πριν από μια πενταετία  πιστεύαμε, η πλειοψηφία, ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να υπάρξει μια στρατηγική που θα στόχευε, έστω και μερικά, στον παραμερισμό των κατεστημένων θεσμικών συστατικών του  κοινωνικού κράτους, πολύ δε περισσότερο στην ίδια την καταστροφή του. Κι όμως οι πολιτικές δυνάμεις που θα  προξενούσαν τέτοια δραματική μεταβολή  στο κοινωνικό κράτος βρέθηκαν, και δεν ήταν  μόνο τα μέχρι πρότινος κόμματα εξουσίας αλλά και ένα φάσμα πολιτικών δυνάμεων που περιλαμβάνει και ένα τμήμα που αυτοπροσδιορίζεται σαν αριστερό,  πολύ ευκολότερα από ό,τι πιστεύαμε. Είναι μάλιστα  αξιοθαύμαστη η σύγκλισή τους μεταξύ της γενικής ιδεολογικής  τους προοπτικής και της ετοιμότητάς τους να καταργηθούν επιδοτήσεις και θεσμοί κοινωνικών ασφαλίσεων.
          Άφωνοι  σχεδόν  παρακολουθούμε τον ανεκδιήγητο υπουργό υγείας Α. Γεωργιάδη να έχει επιδοθεί σε έναν αγώνα ταχύτητας για την ολοσχερή εξαφάνιση των παροχών υγείας, ενώ οι απειλές για συρρικνωση μέχρι εξαφανίσεως της κοινωνικής ασφάλισης δεν έχουν τέλος. Κι όλα αυτά είναι δυνατά γιατί ακριβώς, στα πλαίσια του αστικού κράτους,  συνοδεύονται από περιστολή της δημοκρατίας, εξουδετέρωση των συνδικάτων και από θεμελιακές αλλαγές στο κομματικό σύστημα -εκπροσώπηση του φασιστικού μορφώματος στο κοινοβούλιο, μετατόπιση πολιτική των κομμάτων προς τα δεξιά κλπ.
           Είναι αλήθεια ότι ο αγώνας για νομοθεσία εργατικής προστασίας, επέκτασης των κοινωνικών υπηρεσιών και κοινωνικής ασφάλισης που διεξήγαγε όλο τον περασμένο αιώνα το εργατικό κίνημα επέφερε στους περισσότερους εργαζόμενους σημαντικές βελτιώσεις στις συνθήκες ζωής τους. Την ίδια στιγμή βέβαια η γραφειοκρατική μορφή διοίκησης των κοινωνικών υπηρεσιών συναρτάται  με τη λειτουργία κοινωνικού ελέγχου που  ασκείται απ’  αυτή.  Σ’ αυτούς που προσφέρονται οι υπηρεσίες  δεν πρέπει μόνο να αποδεικνύουν την ανάγκη για να έχουν το προσόν της παροχής προστασίας και υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους, αλλά θα πρέπει να παρουσιάζονται  άξιοι – οικονομική κατάσταση, είδος εργασίας και ασφάλειας κλπ. - τέτοιων υπηρεσιών. δηλ. να προσαρμόζονται  στα κυρίαρχα οικονομικά και πολιτικά στάνταρ της κοινωνίας. Οσο μεγαλύτερη η ένδεια τόσο αυστηρότερα  τίθενται τέτοιες απαιτήσεις.  Στην τελική ανταλλάσσονται οι υλικές παροχές για τους έχοντες ανάγκη με την αναγνώριση υποταγής σ’ εκείνη την τάξη και οργάνωση της κοινωνίας που παράγει τη φτώχεια.   Η αξίωση μάλιστα για υπηρεσίες πρόνοιας για τους φτωχούς συναρτάται παντού με τη συμμόρφωση σε κανόνες συμπεριφοράς που τα ανώτερα στρώματα είναι εντελώς ελεύθερα να παραβαίνουν.  
           Αλλωστε το κοινωνικό κράτος χρησίμευσε μεταπολεμικά ως η πιο σημαντική μορφή κοινωνικής ειρήνης. Αυτός ο ειρηνευτικός τύπος συνίσταται κατ’ αρχάς στην υποχρέωση του κρατικού μηχανισμού να παρέχει βοήθεια και προστασία, είτε με χρήμα είτε με υπηρεσίες, σ’ εκείνους τους πολίτες που είχαν περιπέσει σε καταστάσεις  ανάγκης και κινδύνων, χαρακτηριστικές των κοινωνιών της αγοράς. Κατά δεύτερο λόγο το κοινωνικό κράτος βασιζόταν στην αναγνώριση του τυπικού ρόλου των συνδικάτων  τόσο στις συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας όσο και στη διαδικασία διαμόρφωσης των  πολιτικών επιλογών.  Ετσι οριοθετούνταν και κατευνάζονταν η ταξική σύγκρουση, εξισορροπώντας τις ασύμμετρες σχέσεις ισχύος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας κι ήταν ένας αποτελεσματικός τρόπος για ξεπέρασμα των  όρων που γεννούν  ακραίες συγκρούσεις και αντιφάσεις. Εν ολίγοις το κοινωνικό κράτος σε όλη τη μεταπολεμική  εποχή θεωρήθηκε σαν πολιτική λύση των αντιθέσεων. Λειτουργούσε και ως πηγή   όχι μόνο παροχών προστασίας και κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά και ως πηγή  στρεβλομένων παραστάσεων για την ιστορική πραγματικότητα που φθείρουν την ταξική συνείδηση και την οργάνωση των αγώνων των εργαζομένων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ενώ η αιτία των εργατικών αγώνων παρέμεινε αμετάβλητη τα μέσα πάλης των εργαζομένων διευρύνθηκαν, γιατί οι εργαζόμενοι κατέκτησαν με το κοινωνικό κράτος κάποιες διευρυμένες δυνατότητες αντίστασης στην εκμετάλλευσή τους. Συγχρόνως ζώντας με την αυταπάτη που πρόσφερε αφειδώς το καπιταλιστικό όνειρο βελτίωσης της ζωής επιδίωκαν την ενσωμάτωσή τους στο σύστημα χωρίς πια να επιδιώκουν την ανατροπή του.  Η πολιτική σύγκρουση τελικά  κατέληξε να συνδέεται  περισσότερο με την ταχύτητα και τους τρόπους πραγματοποίησης του κοινωνικού κρατικού μοντέλου παρά με το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Κι έτσι ο καπιταλισμός εδραιώθηκε παντού και … στις συνειδήσεις μας.
       Βεβαίως τις τελευταίες δεκαετίες, όσο τα προβλήματα καπιταλιστικής κρίσης διευρύνονται, αυτός  ο τύπος κοινωνικής ειρήνης γίνεται αντικείμενο  αμφισβήτησης και πολιτικής διαμάχης από την ίδια την κυρίαρχη πολιτική.   Τώρα κατηγορείται το κοινωνικό κράτος ότι παρεμποδίζει τις δυνάμεις της αγοράς να λειτουργήσουν κατάλληλα και ωφέλιμα. Κι  αυτό γιατί ο μηχανισμός του κοινωνικού κράτους βαρύνει το κεφάλαιο με ένα φορτίο από φόρους και διοικητικές προδιαγραφές που αναστέλλουν την επενδυτική ετοιμότητα. Ασε που  επιτρέπει στους εργαζόμενους και τα συνδικάτα να έχουν  αξιώσεις, δικαιώματα και συλλογικές θέσεις ισχύος που αναστέλλουν  και την εργασιακή ετοιμότητα ή τουλάχιστον τη θέληση των εργαζομένων  να εργαστούν σκληρά και παραγωγικά – έτσι οδηγούν σε μια δυναμική ύφεσης  και αυξανόμενων απαιτήσεων.  Συνεχώς  επαναλαμβάνεται με ένταση ότι οι προοπτικές για επένδυση και κέρδος είναι σκοτεινές επιρρίπτοντας  το φταίξιμο μάλιστα στο κοινωνικό κράτος, στο οποίο κατά βάση αναφέρονται όταν κάνουν λόγο για συρρίκνωση του κράτους.  Παρακάμπτεται έτσι  το γεγονός ότι  το κοινωνικό κράτος άφησε άθικτες τις δομές εξουσίας και τις σχέσεις  ιδιοκτησίας στην ίδια την παραγωγή, συντηρώντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον έλεγχο του κεφαλαίου στην παραγωγή  κι επομένως τη βασική δομή της ταξικής σύγκρουσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.   Εξάλλου η θεσμική δομή του κοινωνικού κράτους καθόλου ή ελάχιστα έχει συμβάλλει στην αλλαγή διανομής εισοδήματος ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις –εκμεταλλευτών, εκμεταλλευομένων. Αντίθετα πάντα τονιζόταν η διαρκής  απειλή  στην οποία είναι εκτεθειμένες οι κοινωνικές, πολιτικές και κοινωνικές υπηρεσίες  από την οικονομική κρίση την οποία επικαλούνταν οι κυρίαρχες τάξεις κάθε φορά για τις μειώσεις των κοινωνικοπολιτικών δαπανών σε αντίδραση για τις δημοσιονομικές συνέπειες της ύφεσης.
           Και την τελευταία τριετία  η ραγδαία κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους  γίνεται μ’  αυτή τη λογική. Η ολοσχερής  απουσία όμως επιδοτούμενων παροχών υγείας ή επιδοτούμενης δημόσιας εκπαίδευσης ή ακόμα και συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης μπορεί όχι πολύ μακροπρόθεσμα να έχει εμφανέστατα διαλυτικά αποτελέσματα που να αφήσει το σύστημα σε μια κατάσταση εκρηκτικών συγκρύσεων. Γι’  αυτό όλο και περισσότερο το κυρίαρχο σύστημα αντικαθιστά πια τη βία της αφομοίωσής μας σ’ αυτό, μέσω παραχωρήσεων ή μιας σχετικής υλικής αφθονίας,  με την αφομοίωση δια μέσου της βίας.
    

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

“RENDEZ VOUS ” ΣΤΑ ΓΟΥΝΑΡΑΔΙΚΑ


           Στις αρχές του χρόνου ο  βουλευτής Καστοριάς του ΣΥΡΙΖΑ, Βαγγέλης Διαμαντόπουλος είχε χαρακτηρίσει  τις καταλήψεις στη Βίλα Αμαλία και στη βίλα Κάλλας ως "πραγματικά πολιτιστικά κέντρα» που  "θα γίνουν τα εφαλτήρια που θα σας πάρουν όλους και θα σας σηκώσουν" και χθες μέσα στη βουλή έδωσε «ραντεβού στα γουναράδικα»,  παραποιημένη τη λαϊκή έκφραση που χρησιμοποιούσε ο  Α. Βελουχιώτης και έδωσε αφορμή να αναπτύξουν με όλη τους την άνεση κινδυνολογίες για εμφυλίους οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι και οι δημοσιογράφοι όπως ο Γ. Πρετεντέρης.
            Τέτοιες δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που παραπέμπουν σε επαναστατικές εποχές  μοιάζει να θέλουν να συντηρούν ρευστό και νεφελώδες το τοπίο των πολιτικών τους επιλογών που χαρακτηρίζεται από ασάφεια, σκόπιμη ίσως, για να μπορεί να μεταλλάσσεται. ¨Ίσως θεωρείται ότι με τέτοιες δηλώσεις η αποτύπωση του ιδεολογικού τους προσώπου δεν είναι πάντα ούτε έκδηλη ούτε αντιληπτή και μπορούν κάθε φορά να δίνουν την ερμηνεία που βολεύει κατά τις περιστάσεις.   Ακόμα κι αν διάφορες ετερόκλητες δηλώσεις ή ενέργειες, περισσότερο ή λιγότερο… επαναστατικές  θέλουν να θεωρηθούν σαν κινήσεις τακτικής  για κινητοποίηση ή συσπείρωση γύρω από συγκεκριμένους στόχους, με την προοπτική μιας δήθεν ριζοσπαστικοποίησης, ή  σαν προσπάθειες να περιλάβουν όλους τους εργαζόμενους, αλλάζοντας κάθε φορά κριτήρια ή στόχους,  στην πράξη εξελίσσονται σε δαμόκλεια σπάθη  κάθε κινήματος που ισχυρίζονται ότι προασπίζονται,  συσκοτίζοντας τις ταξικές και αγωνιστικές  του προοπτικές. Μοιάζει με πολιτική επιπολαιότητα και αφέλεια, αν όχι εσκεμμένη παραπλάνηση, σε μια περίοδο  οικονομικής εξαθλίωσης, αυταρχισμού, οργανωμένης συνολικής καπιταλιστικής επίθεσης να χρησιμοποιούνται εκφράσεις επαναστατικές χωρίς αντίκρισμα ή να καλλιεργείται η πεποίθηση ότι το αυθόρμητο ή το τυχαίο, αυτό και μόνο, μπορεί να στηρίξει την αγωνιστική αντίδραση ή ακόμη να έρχονται στο προσκήνιο συγκρούσεις που είχαν νόημα σε άλλες εποχές, σαν να πολεμά κανείς φαντάσματα η να παραβιάζει ανοιχτές θύρες. (π.χ. παλιότερη πρόταση του Τάσου Κουράκη για μισθοδοσία ιερέων από την επιβολή φόρου στους αυτοπροσδιοριζόμενους ως χριστιανοί ορθόδοξοι)
           Αυτός ο νεφελώδης  και ψευδοεπαναστατικός λόγος της αξιωματικής αντιπολίτευσης ίσως θα ήταν και φαιδρός αν δεν γινόταν η γενική επίθεση της αστικής ιδεολογίας  σε ένα περιβάλλον πλήρους εξαθλίωσης  που μπορεί να οδηγήσει στη λιποταξία, έξω από τα μέτωπα της μάχης. Η στοίχιση λοιπόν της αντιπολιτευόμενης αριστεράς πίσω από πολιτικές που στην τελική διασφαλίζουν την αναδιάρθρωση του καπιταλισμού ίσως πιστεύεται ότι θα εξευμενιστεί όταν συνοδεύεται και από φαινομενικά ριζοσπαστικές δηλώσεις, παρόλο που η σκοπιμότητά τους μοιάζει διάφανη. Ο πολιτικός τους λόγος περισσότερο αποβλέπει να προσαρμόσει και να μας συμφιλιώσει με τους διαμορφωμένους υλικούς όρους ύπαρξής μας παρά να τους ανατρέψει. Γιατί δεν εντοπίζει ούτε καταδείχνει, αλλά συσκοτίζει  και αποκρύβει τη ρίζα των προβλημάτων  ακόμα και αυτά τα ίδια τα προβλήματα. Στο τέλος ο ρόλος του γίνεται και αρνητικός όταν συσκοτίζοντας  και παραποιώντας  την ταξική πραγματικότητα δίνει την εντύπωση ότι η ροή των γεγονότων δεν εξαρτάται από τη δική μας παρέμβαση, σαν η ιστορία να μας δημιουργεί κι αρκεί να επικαλεστούμε λόγια που συνδέονται με επαναστατικές πράξεις για να θεωρηθούμε επαναστάτες.
         Το περίεργο είναι ότι ο στόχος του κυρίαρχου λόγου όπως εκφράστηκε και από τον Σ. Κεδίκογλου και από τον Γ. Πρετεντέρη, αν και διέστρεψαν τη σημασία της έκφρασης, ταυτίστηκε με αυτόν της  αξιωματικής αντιπολίτευσης, ανεξάρτητα από τις αξιολογικές κρίσεις τους. Ο κυρίαρχος λόγος όλο και περισσότερο θέλει να μας πείσει για την επαναστατικότητα του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο όσο και  ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο που δεν συμπεριφέρεται  πολιτικά ως αντικαπιταλιστική δύναμη.  Γι’  αυτό και η αναφορά στην πραγματικότητα εκτοπίζεται από μια αναφορά πάνω στην απεικόνισή της που και για το ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση δεν διαφέρει και πολύ- είναι θέμα οπτικής γωνίας. Σαν να επαναλαμβάνεται η ίδια η προ τριακονταετίας ιστορία με τον Α. Παπανδρέου και ακόμα πιο παλιά με τον… γέρο της δημοκρατίας, το Γ. Παπανδρέου – όλοι βαπτισμένοι από το κυρίαρχο σύστημα  σχεδόν… επαναστάτες.
           ¨Ολο το πολιτικό σύστημα όλο και πιο δεξιά τοποθετείται με ξεκάθαρο στόχο να εγκλωβιστεί στο περιθώριο η κομμουνιστική αριστερά μήπως και πεθάνει από ασφυξία. Κι αυτό αποδεικνύεται καθημερινά με τις κυβερνητικές αποφάσεις και τα νομοσχέδια που ψηφίζονται στη βουλή, που σιγά σιγά ξεδιπλώνουν όλη τη γκάμα των μεθόδων που έχει στη διάθεσή του όταν απειλείται.
        Κι έτσι   απαγορεύονται οι συναθροίσεις «λόγω των μέτρων ασφάλειας και των ρυθμίσεων κυκλοφορίας των οχημάτων» εξαιτίας της επίσκεψης Β. Σόιμπλε,  απολύονται χιλιάδες εργαζόμενοι χωρίς καν να μπει κανείς στο κόπο να βρει λογικά και πειστικά επιχειρήματα, ενώ  ο ίδιος ο πρωθυπουργός επαίρεται για τη διαπραγματευτική του ικανότητα που κατάφερε τη δοκιμαστική μείωση του ΦΠΑ εστίασης και η αξιωματική αντιπολίτευση κρύβει το ιδεολογικό της πρόσωπο πίσω από φράσεις η συμβολικές ενέργειες που παραπέμπουν σε επαναστατικό παρελθόν και σε παρόντα ιδεολογικό τυχοδιωκτισμό.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

ΤΙ ΚΟΥΡΑΣΗ !



              Τι κούραση! Ενώ νιώθουμε την ανάγκη της άλλης κοινωνίας αυτή δεν έχει γίνει ακόμα θέληση αλλαγής  από εκατομμύρια μάζες και τη διαφημίζουν περιφέροντάς τη σαράντα χρόνια τώρα εκείνοι που κινούνται μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος πολιτικοοικονομικού περιβάλλοντος, εκείνα τα κομμάτια και οι ταξικές δυνάμεις που δεν θέλουν και δεν μπορούν  να ξεφύγουν απ’  αυτά τα πλαίσια, για να καταλήξουν  να την εξαργυρώσουν  σε υπουργικές καρέκλες και σε προγράμματα εκσυγχρονισμού, αναδιάρθρωσης, αναδιαπραγμάτευσης κλπ.
            Τι κούραση! Σαράντα χρόνια τώρα οράματα για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, που όταν ήταν ζωντανά κινητοποίησαν μάζες, διαμόρφωσαν κινήματα, ενέπνευσαν δράσεις ηρωικές, τα περιφέρουν  από τον ένα πολιτικό σχηματισμό στον άλλο αφού αποστεώθηκαν, απομυζήθηκαν και τελικά νεκρώθηκαν. Ζωντανά δεν χρειάζονται σε κανέναν που υπηρετεί το καπιταλιστικό σύστημα ή το πολύ που θέλει είναι να το εκσυγχρονίσει ή να το διορθώσει, γιατί αυτά εμπνέουν αγώνες για ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης, ενώ νεκρά το πολύ πολύ να γίνουν ψήφοι.
           Τι κούραση! Πάνω στα πτώματα αυτών των οραμάτων πριν τριάντα και βάλε χρόνια  πάτησε ο Παπανδρέου με το ΠΑΣΟΚ για να ανέβει στην εξουσία μαζί με το λαό, όπως υποσχόταν.  Κάπου βέβαια στη στροφή  της αλλαγής χάθηκε τελείως ο λαός  από το προσκήνιο που απέμεινε να εμπιστεύεται χαρισματικούς ηγέτες, να φαντασιώνεται αγώνες σε συμβολικό επίπεδο, ενώ όλο και περισσότερο μόνο να  διαπραγματευτεί τολμούσε   κάποια βελτίωση των όρων ζωής του που  το κυρίαρχο σύστημα μπορούσε ακόμα να παραχωρήσει εις ανάμνηση παλιών αγώνων.
           Τι κούραση! Ενώ πια μάθαμε, ( ή μήπως όχι;) πως κάθε κατάληψη  της πολιτικής εξουσίας από ένα οποιοδήποτε κόμμα μέσα στα όρια και τα πλαίσια της παρούσας κοινωνίας είναι αναπόφευκτα διαδικασία που δεν μπορεί να «προσφέρει» αυτόματα ή με διαπραγματεύσεις  ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής,  που δεν απελευθερώνει τις υποτελείς τάξεις αλλά τις δένει μ’  άλλες αλυσίδες επιμένουν να συνεχίζουν  να μιλάνε κάποιοι για τον «αγώνα των εκατομμυρίων Ελλήνων, που με τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, θα αποκτήσουν ένα πολύτιμο προγεφύρωμα για την αντεπίθεσή τους»
           Αποστάσαμε τόσο που κάποιοι θεωρούν πως θα μας πείσουν για την επαναστατικότητά τους μιλώντας για   φάντασμα που  πλανιέται πάνω από την Ελλάδα και  είναι «το φάντασμα του ΣΥΡΙΖΑ και της Αριστεράς που καταφέρνει να ενώνει το λαό μας σε ένα ευρύ μέτωπο νίκης και ανατροπής» για να διαμορφώσει «ένα ηγεμονικό πρόγραμμα υπεράσπισης της πολιτικής Δημοκρατίας και των οικονομικών, κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων»;
          Αποστάσαμε τόσο που κάποιοι θεωρούν, χαμένοι στο λαβύρινθο του πολιτικού ρεαλισμού, πως αρκεί να απευθυνθούν σε όλες τις δυνάμεις της αριστεράς για να οδηγήσουν «από κοινού τη χώρα και το λαό στο μεταμνημονιακό ξέφωτο. Στο ξέφωτο της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας» αποσπασμένοι από τις  διεργασίες των υποτελών τάξεων  και αγωνιστικές κινητοποιήσεις τους;
        Αποστάσαμε τόσο που μπορούμε να πειστούμε η μεγάλη πλειοψηφία του λαού ότι στο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για τη χώρα «έχει τη δική του θέση ο κάθε μη ευνοημένος και μη προνομιούχος, ο καθένας και η καθεμιά που έχει πληγεί, έχει ματώσει από τα μνημόνια της βαρβαρότητας» παραβλέποντας τη θολούρα της λύσης που προτείνεται μέσα στα διαμορφωμένα πλαίσια της οικονομικοπολιτικής κατάστασης που δεν επιδιώκεται να μεταβληθούν;
           Ζώντας μια ζωή σε έναν κοινωνικό χώρο που τον εκσυγχρονισμό του καπιταλισμού  βαφτίσαμε σοσιαλισμό, όπως υπαγόρευε το εισόδημα μας και η κατά προσδοκία ταξική μας θέση, αρνούμενοι να αποτινάξουμε την καπιταλιστική ιεραρχία, όταν εμείς οι ίδιοι πιστεύαμε πως είμαστε ένα μικρό της γρανάζι,  - μπακάληδες του πνεύματος, πετυχημένοι επιχειρηματίες, δημοκράτες δικηγόροι, ελεύθεροι δημοσιογράφοι, φοιτητές με προοπτικές ανόδου,  υπάλληλοι με διασυνδέσεις κλπ.- είναι φυσικό να ανακαλύψουμε τον σοσιαλισμό που μας ταίριαζε στα χρόνια της ευμάρειας και να επιμένουμε να αναζητούμε ένα αντίγραφό του και τώρα, στα χρόνια της εξαθλίωσης.
           Τι κούραση!  Ενώ η επιθυμία για ξεπέρασμα της κρίσης  είναι ανάγκη της κοινωνίας, ενώ βγαίνει από όλους τους πόρους της σαν άρνηση και κρίση της παλιάς κοινωνίας παίρνει τη μορφή της μιζέριας, άγχους, φυγής κι ελάχιστα της αγωνιστικής κινητοποίησης.
           Πόσο πολύ αποστάσαμε ώστε  ένας πολιτικός σχηματισμός με διάφορες ετερόκλητες δηλώσεις κι ενέργειες σε μια προσπάθεια να περιλάβει όλο το εκλογικό σώμα στήνοντας γι’ αυτό με τρόπο σπασμωδικό κάποιες βάσεις να… αυτοανακηρύσσεται το φάντασμα που φοβούνται όλοι.
         Μόνο που πραγματικά υπάρχει το φάντασμα που φοβάται η Ευρώπη και δεν είναι άλλο από κείνο του κομμουνισμού. Και είναι αυτό το φάντασμα που φοβίζει κι όλους τους κατά προσδοκία αστούς ακόμα και μέσα στην εξαθλίωσή τους.
        Κι υπάρχει ένας κόσμος που πιστεύει κι αγωνίζεται για την ανατροπή που θα φέρει τα πάνω κάτω. Αυτός ο κόσμος, ο αποκάτω,   με τα πεινασμένα στομάχια και ψυχές γεννά οράματα που όταν δεν μπορούν οι αποπάνω να τα σκοτώσουν τα κλέβουν για να τα αλλοιώσουν…