Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ

    Πάνε πολλά χρόνια πια που έχουμε πάψει να μιλάμε για φοιτητικό κίνημα, κι όχι άδικα. Από την επονομαζόμενη γενιά του ένα ένα τέσσερα μέχρι και τη δεκαετία του ’80 θεωρούσαμε ότι οι φοιτητές συγκροτούσαν την εμπροσθοφυλακή του κινήματος που θα άλλαζε την ιστορία.  Κι αν στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης το ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα εκφραζόταν στη  βάση μιας αντιφασιστικής πολιτικής γραμμής που διεκδικούσε δημοκρατικό  εκσυγχρονισμό του πανεπιστημίου και  της κοινωνίας,  η σύγκρουσή του όμως με το σύστημα και τους συμμάχους του στα επόμενα χρόνια  περιοριζόταν  περισσότερο στη βάση ενός βερμπαλιστικού αντιιμπεριαλιστικού λόγου. Εδώ και χρόνια είχε καταλήξει  το νόημα της πολιτικής πάλης στο πανεπιστήμιο να εντοπίζεται  στο μέτρημα των «κουκιών», στη δημιουργία διασυνδέσεων στις σχολές, στη στρατολόγηση στις παρατάξεις για το ψηφοδέλτιο, δηλ. οι συνηθισμένες συνδικαλιστικές πρακτικές  που συναντούσαμε σ’ όλους τους επαγγελματικούς χώρους. Το κίνημα των φοιτητών κυρίως  μετεξελίχθηκε σε  κίνημα παρατάξεων. Τα προβλήματα που συναντούσε κανείς στο πανεπιστήμιο παρέπεμπαν στα αντίστοιχα προβλήματα  που αφορούσαν στην κεντρική πολιτική σκηνή και αναπαρήγαγαν την κρίση των κομματικών στρατηγικών στην κοινωνία.
          Ακόμα και οι μαζικές κινητοποιήσεις στα πανεπιστήμια  με τις καταλήψεις ενάντια στο νόμο Γιαννάκου, πριν μερικά χρόνια,  που ήταν η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια εφαρμογής της «νεοφιλελεύθερης συνταγής» στην Παιδεία, μια προσπάθεια εφαρμογής στο πανεπιστήμιο της  καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, περιορίστηκαν στα πλαίσια του πανεπιστημίου, χωρίς να αρθρωθεί λόγος για την κοινωνία ευρύτερα ή να γίνει προσπάθεια σύνδεσης μ’ αυτήν.  Κι ύστερα ήρθαν οι διαπραγματεύσεις, ο φόβος απώλειας εξαμήνου ή ημερομηνιών για μεταπτυχιακά και οι φοιτητές  έμειναν περιορισμένοι στο σημείο που ξεκίνησαν, μη μπορώντας ή μη θέλοντας να πάνε παραπέρα. Και ουσιαστικά  συναίνεσαν. Δεν αμφισβητήθηκε η  εκπλήρωση της  βασικής επιλογής του πανεπιστημίου  η κατανεμητική λειτουργία  του (κατανομή της γνώσης, του καταμερισμού της εργασίας της κοινωνικής διαστρωμάτωσης)   σε σχέση με την οικονομία και  την κοινωνία και  στη συλλογιστική της πλειοψηφίας των φοιτητών  η δυσπιστία για την πολιτική  διάσταση των πραγμάτων συνέχισε να είναι εγκατεστημένη.
       Και τώρα  με την κρίση, φαίνεται  πως η ζωή στα πανεπιστήμια ακολουθεί  τους δικούς της ρυθμούς. Περνά δίπλα  από τους 1.500.000 άνεργους,  δίπλα από τα θύματα του ρατσισμού, δίπλα από τον κοινωνικό εκφασισμό. Ο καθένας και η δουλειά του, ο καθένας και το βιογραφικό του, ο καθένας και ο εαυτός του. Άλλωστε αυτή ήταν και η ύψιστη  αξία της φιλελεύθερης ιδεολογίας.
       Ίσως ακόμα και τώρα μέσα σε συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης  και ανεργίας, σε περιβάλλον ταυτόχρονα οικονομικής και ιδεολογικής αβεβαιότητας, ένα μεγάλο τμήμα του φοιτητικού πληθυσμού φαντάζεται ότι η ατομική ευδοκίμηση, λόγω ικανοτήτων,  μπορεί να ευοδωθεί στην  αλλοδαπή ή ότι είναι θέμα χρόνου και υπομονής  νέα και δυναμικά επαγγέλματα να  φανούν στον ορίζοντα. Έχοντας εσωτερικεύσει την κυρίαρχη ιδεολογία ελπίζουν ότι είναι δυνατό να ανασυρθούν  από το σωρό και αν στηριχτούν  στις δικές τους δυνάμεις, παρόλο που  ο ανταγωνισμός σε συνθήκες κρίσης και ανεργίας είναι αμείλικτος, με  όπλο του ο καθένας  τη γνώση του και την ατομική του πρωτοβουλία θα τα καταφέρει.
       Ακόμα και τώρα που το σχέδιο «Αθηνά» έχει άμεσα επιπτώσεις  στην προσωπική ζωή πολλών φοιτητών οι αντιδράσεις  φαίνεται να είναι αρκετά υποτονικές και σε καμιά περίπτωση  δεν μοιάζει να  αμφισβητούν την κοινωνική δομή και ούτε γίνονται μια δύναμη που θα γίνει πηγή αποδιοργανωτική και αναδιοργανωτική για την κοινωνία,  ένα βήμα από το οποίο θα μπορούσε να ξεκινήσει μαζικά μια άλλη αντίληψη για την οργάνωσή της.
       Τρία χρόνια με τα μνημόνια και η νεολαία, σπουδάζουσα και εργαζόμενη, δεν αρθρώνει λόγο ρήξης, δεν αναζητά στον δρόμο της καμιά  επαναστατική θεωρία και όπως και όλη η κοινωνία το  πολύ πολύ αυτό που θέτει σε αμφισβήτηση είναι η πολιτική τάξη.
         Η αγωνιστικότητα των φοιτητών των προδικτατορικών και μεταδικτατορικών χρόνων φαίνεται πολύ  μακρινή και  ξένη για τους νέους της εποχής των μνημονίων. Τα χρόνια εκείνα το πανεπιστήμιο αντιμετωπιζόταν σαν μέσον  αναβάθμισης του ταξικού προορισμού εκείνης της  νεολαίας που προερχόταν από τα αγροτικά και εργατικά στρώματα. Ήταν γι΄ αυτή  τη νεολαία  μια δυναμική  ιδεολογική διεκδίκηση αλλά και επένδυση, που απαιτούσε η πραγμάτωσή της τον εκσυγχρονισμό της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας.
      Εδώ και χρόνια όμως πια ένα μεγάλο κομμάτι νέων  μέσα από τον ανταγωνισμό  και την αναζήτηση της επιτυχίας μαντρώνεται στον εκπαιδευτικό μηχανισμό, αποδεχόμενο την ένταξή του στην υπάρχουσα κοινωνική δομή, χωρίς προβληματισμό  για την επικράτηση σκληρών αστικών προτύπων στα πανεπιστήμια. Φαίνεται σαν  να θέλουν όχι ν’ αλλάξουν την κοινωνία, αλλά μάλλον να εναρμονιστούν μ’ αυτή, επιδεικνύοντας  ένα πνεύμα ρεαλισμού.
       Και τώρα, μέσα σ’  αυτόν τον κοινωνικό και ιδεολογικό πολτό της μικρομεσαίας Ελλάδας, ενώ οξύνεται η καπιταλιστική επίθεση και  η οικονομική εξαθλίωση  αναδεικνύει την ταξική διάσταση της κρίσης, στο πανεπιστήμιο ευκρινώς καταγράφονται πια οι τάσεις της ανασυγκρότησης του κεφαλαίου με τις διαδικασίες αποκλεισμού απ’ αυτό, με διάφορους τρόπους, χιλιάδων νέων.
        Αυτή η πραγματικότητα όμως ίσως να  οδηγήσει ένα μεγάλο κομμάτι του φοιτητικού κόσμου στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας για αντίσταση και  οργάνωση του, σε ταξική βάση, μαζί με όσους πλήττονται από την καπιταλιστική επίθεση.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΝΕΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ


           Η ελληνίδα επίτροπος Μ. Δαμανάκη δηλώνει ότι το θέμα της μείωσης του κατώτατου μισθού παραμένει ανοιχτό και εξαρτημένο από την πορεία υλοποίησης της συμφωνίας του Δεκεμβρίου, ο Γ.Γ του Υπουργείου Οικονομικών Γ. Μέργος εκφράζει την άποψη ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενώ ο υπουργός εργασίας Γ. Βρούτσης  διαβεβαιώνει ότι «Ο κατώτατος μισθός όπως έχει διαμορφωθεί από το 2012 με την πράξη του υπουργικού συμβουλίου στα 586,08 ευρώ δεν πειράζεται».
            Οι όροι εργασίας ολοένα και χειροτερεύουν και οι διάφορες δηλώσεις για τον κατώτατο μισθό διαμορφώνουν το κλίμα για περαιτέρω επιδείνωση. Η ανεργία με τα στοιχεία του μήνα Νοεμβρίου έφτασε στο εφιαλτικό ποσοστό του 27%, αλλά  η πολιτική που εφαρμόζεται  δεν παρεκκλίνει ούτε κεραία από τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών και διεθνών κέντρων. Θες η αναλγησία  και αυταρχικότητα της κυρίαρχης τάξης, θες η αδυναμία του εργατικού κινήματος, θες οι ψευδαισθήσεις μας που δεν μας εγκαταλείπουν μοιάζει να συνηθίζουμε και να προσπαθούμε να βολευτούμε στις νέες συνθήκες. Σαν να συμβιβαζόμαστε με την ιδέα ότι δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρχουν ποτέ πια αρκετές θέσεις πλήρους  απασχόλησης για όλο το οικονομικό ενεργό πληθυσμό, ότι η μισθωτή εργασία δεν μπορεί να ξαναγίνει εργασία πλήρους απασχόλησης για όλους. Η πλειοψηφία ήδη αποτελείται  από κείνους οι οποίοι - νέοι, γυναίκες, υποαπασχολούμενοι, άνεργοι, κλπ. - περνούν  από τη μια προσωρινή δουλειά  στην άλλη, δουλεύουν σπάνια όλο το χρόνο, θεωρούν κάθε  δουλειά  σαν ένα τυχαίο  και πρόσκαιρο  μέσο επιβίωσης, ζουν μέσα στην ανασφάλεια και αισθάνονται να είναι στερημένοι από τα πάντα, χωρίς μια θέση στην κοινωνία, χωρίς δυνατότητα οργάνωσης. Και το υπομένουν.
           Διαμορφώνεται ένας θαυμαστός  καινούργιος εργασιακός κόσμος, που θέλει να τα βγάλει πέρα χωρίς τα συνδικάτα, που δεν θέλει καμιά σχέση με την αρχή  μιας αλληλέγγυας εκπροσώπησης  συμφερόντων που επεκτείνεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις μέχρι εταιρείες πώλησης προϊόντων. Σαν να ξαναγυρνάμε στον πρώιμο καπιταλισμό, όπου η  εργασιακή πίεση  είναι υπερβολική, οι συνθήκες εργασίας ανυπόφορες, μόνο που αυτό δεν είναι οφθαλμοφανές στις ελάχιστες θέσεις εργασίες στις οποίες  ακόμη μπορούν να απασχολούνται εργαζόμενοι.
         Πέρα από τον προπαγανδιστικό λόγο που εκθειάζει την επιχειρηματικότητα και όλο ανακαλύπτει ευκαιρίες για ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στην πραγματικότητα στις  ελάχιστες αγγελίες  εύρεσης εργασίας  εκείνες που έχουν περίοπτη έως και μοναδική θέση είναι οι παντός τύπου πωλήσεις. Διάφορες εταιρείες απασχολούν εργάτες για να πωλούν ή να διαφημίζουν προϊόντα, να συγκεντρώνουν στοιχεία κλπ, και  στις οποίες κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει ποιοι είναι αυτοί που έρχονται να δουλέψουν, δε ζητούν κανένα αποδεικτικό στοιχείο για ό,τι δηλώνουν οι υποψήφιοι υπάλληλοι, το μόνο που ενδιαφέρει είναι πόσο πεπεισμένοι και πόσο πειστικοί είναι στην παρουσίαση των προϊόντων που θα προωθήσουν Οι εναλλαγές στο προσωπικό λαμβάνουν μεγάλη έκταση, και γι’ αυτό πρέπει συνεχώς να στρατολογείται νέος κόσμος και έτσι υπάρχουν συνεχώς αγγελίες γι’ αυτές τις δουλειές.
          Άνθρωποι απελπισμένοι που γαντζώνονται από την τελευταία σανίδα σωτηρίας και δεν τους παίρνει οικονομικά να έχουν ενδοιασμούς για μια δουλειά που εκμεταλλεύεται τους ίδιους και ενοχλεί τους πελάτες. Το δικαίωμα στην πληρωμή έχει αποσυνδεθεί από τις ώρες εργασίας τους και εξαρτάται από την εκπλήρωση ενός ορισμένου αριθμού πωλήσεων. Το καλύτερο δηλ.  που έχουν να περιμένουν αυτοί  που  η αγορά  εργασίας δεν μπορεί να απορροφήσει σύμφωνα με τους κανόνες  που διέπουν την απασχόληση είναι να εξασφαλίσουν ένα εισόδημα, τις περισσότερες φορές,  μηδαμινό που εμφανίζεται σαν ελεημοσύνη όχι σαν δικαίωμα.
         Τέτοιες εταιρείες είναι τα ορυχεία της νεότερης εποχής, μόνο που επειδή οι εργαζόμενοι δεν κατεβαίνουν σε στοές, δεν έχουν μουτζουρωμένα πρόσωπα όσοι πρωτοξεκινάν να δουλέψουν θεωρούν ότι είναι και προνομιούχοι που βρήκαν δουλειά. Με τη συνεχή ελπίδα ότι θα πιάσουν τα στάνταρ για να πληρωθούν δεν αντιλαμβάνονται ότι το κόστος της εταιρείας για κάθε εργαζόμενο δεν είναι ούτε όσα χρειάζεται για τη συντήρησή του, αφού μπορεί να δουλεύει χωρίς να αμείβεται για πολύ καιρό. Ο εργοδότης καρπώνεται ο ίδιος το προϊόν αυξάνοντας τα κέρδη του, ενώ οι εργαζόμενοι χάνουν δικαιώματα, χάνουν την ιδιότητα του μισθωτού, ενώ αυτό που κάνουν είναι εξαρτημένη εργασία.  
          Μ’ αυτή την καπιταλιστική λογική που επεκτείνεται και κοιτά μόνο το συμφέρον της επιχείρησης θα καταλήγουμε να δουλεύουμε για μια επιχείρηση, μια εταιρεία δίχως να έχουμε καθόλου την ιδιότητα ούτε τη συνείδηση ούτε και τα δικαιώματα των εργαζομένων.
            Αλλά και η κρατική εξουσία, απροκάλυπτα στην ίδια λογική,  με τα επιδόματα ανεργίας που δίνει, ενώ  δεν αρκούν για τη συντήρηση αυτών που τα εισπράττουν, τα  αναγγέλλει με θριαμβικό τόνο, όπως τη χορήγηση  επιδόματος  ανεργίας για τους ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν κάνει διακοπή επαγγέλματος. Αποσυνδέει και μάλιστα με υποτιμητικό τρόπο ολοένα και περισσότερο όχι μόνο το δικαίωμα στο εισόδημα από την εκπλήρωση μιας συγκεκριμένης εργασίας, παίρνοντας μέτρα που διατείνεται πως δήθεν είναι εξαιρετικά και προσωρινά εν αναμονή της πλήρους απασχόλησης, αλλά και από την εξασφάλιση της επιβίωσης.
       Πόσο θα πρέπει να εξαθλιωθεί η ζωή μας για να αναγνωρίσουμε στην περιγραφή για την  κατάσταση του προλεταριάτου του 19ου αιώνα από τον Μαρξ τον εαυτό μας;
 «Γιατί όσο αναπτύσσεται  η αστική τάξη, δηλ. το κεφάλαιο, στο ίδιο μέτρο  αναπτύσσεται και το προλεταριάτο, η τάξη των σύγχρονων εργατών, που επιβιώνουν μόνο όσο βρίσκουν δουλειά, και βρίσκουν δουλειά μόνο όσο η εργασία  τους κάνει το κεφάλαιο να αυξάνεται. Οι εργάτες αυτοί, που είναι αναγκασμένοι να πουλάνε τον εαυτό τους με το κομμάτι, αποτελούν εμπόρευμα, όπως κάθε άλλο είδος, και συνεπώς, είναι εξίσου έκθετοι σε όλες τις τροπές του ανταγωνισμού, σε όλες τις διακυμάνσεις της αγοράς … το κόστος ενός εργάτη περιορίζεται  σχεδόν  στα όσα αυτός χρειάζεται για τη συντήρηση και αναπαραγωγή του είδους του..» («Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος»)

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΖΙΚΟΙ



     Το αδιέξοδο της αντίληψης, που θεωρώντας κάθε φορά  ότι είναι δυνατή μια διαδικασία επανάστασης, όπου μια πρωτοπορία θα ανοίξει το δρόμο, με  μεμονωμένες πράξεις βίας,  της ένοπλης  ανατροπής του καθεστώτος και οι μάζες θα πειστούν και θα ακολουθήσουν, αναδείχτηκε τη δεκαετία του ’70 τόσο στην Ιταλία όσο και στη Δυτική Γερμανία.  
         Στη σημερινή Ελλάδα της συναίνεσης και των πολλαπλών μνημονίων δεν θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι αναπτύσσεται ένα μαζικό κίνημα που δεν βλέπει να υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από τη βίαιη επανάσταση και την ένοπλη εξέγερση. Και οι ένοπλες όμως ομάδες που προβαίνουν σε βίαιες ενέργειες δεν φαίνεται να το κάνουν για να  επισπεύσουν την επανάσταση, αλλά μάλλον για να έχουν περισσότερο την άμεση και έντονη αντιπαράθεση με τον εχθρό  - κράτος και τον κίνδυνο, προκαλώντας του πλήγματα.
          Καθώς λοιπόν  βουλιάζει η συναινετική πολιτική μέσα στο βάλτο της ανεργίας και  της φτώχιας, η λογική της ένοπλης πάλης  από οργανωμένες ομάδες  παράγει πράξεις που φαίνονται είτε να στοχεύουν στο γενικό πολιτικό  πεδίο με το ίδιο το αποσταθεροποιητικό περιεχόμενό τους (βόμβα στο The Mall) είτε να σχετίζονται πιο άμεσα  με συγκεκριμένα αιτήματα κινήματος ( επίθεση κουκουλοφόρων στα μεταλλεία χρυσού στις Σκουριές).  
         Μια αντιπαράθεση όμως τέτοιας μορφής σπρώχνει όλο και πιο βαθιά στην παρανομία τους φορείς της και το πιο κύριο, όλο και πιο μακριά από το συνδυασμό μαζικού αγώνα και ένοπλης πάλης, με κίνδυνο τη χρησιμοποίησή τους αλλά  και την  εκμετάλλευση των συνεπειών από τη  δράση τους προς όφελος ακριβώς αυτών των δυνάμεων που ισχυρίζονται ότι πολεμούν.
       Κι επειδή το ζήτημα δεν είναι σημερινό, ας θυμηθούμε τον Λένιν  στο άρθρο του «Από πού ν’  αρχίσουμε»
«…Κατ’ αρχήν ποτέ δεν απορρίψαμε και ούτε μπορούσαμε ν’ απορρίψουμε την τρομοκρατία. Η τρομοκρατία είναι μια στρατιωτική ενέργεια, που μπορεί να είναι απόλυτα ωφέλιμη και μάλιστα αναγκαία σε μια ορισμένη στιγμή της μάχης, σε ορισμένη κατάσταση του στρατού κα σε ορισμένες συνθήκες. Η ουσία όμως του ζητήματος βρίσκεται ακριβώς στο ότι η τρομοκρατία αυτή τη στιγμή δεν προβάλλεται καθόλου σαν μια επιχείρηση στρατού εν εκστρατεία, στενά συνδεδεμένη και προσαρμοσμένη σ’  όλο το σύστημα του αγώνα, αλλά σαν ένα μέσο μεμονωμένης επίθεσης, αυτοτελές και ανεξάρτητο από κάθε στρατό. Και βέβαια σε συνθήκες έλλειψης μιας κεντρικής  επαναστατικής οργάνωσης και αδυναμίας των τοπικών  επαναστατικών οργανώσεων η τρομοκρατία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο. Γι’ αυτό δηλώνουμε  κατηγορηματικά, ότι στις παρούσες συνθήκες ένα τέτοιο μέσο πάλη είναι ακραίο, άσκοπο, αποσπάει την προσοχή των πιο δραστήριων αγωνιστών από το πραγματικό, από το πιο σπουδαίο για τα συμφέροντα ολόκληρου του κινήματος καθήκον τους,  αποδιοργανώνει τις επαναστατικές και όχι τις κυβερνητικές δυνάμεις. Θυμηθείτε τα τελευταία γεγονότα: μπροστά στα μάτια μας οι πλατιές μάζες των εργατών των πόλεων και του «απλού λαού» των πόλεων φλέγονται από τον πόθο του αγώνα, ενώ οι επαναστάτες δεν διαθέτουν ένα επιτελείο καθοδηγητών και οργανωτών. Σε παρόμοιες συνθήκες το να πάρουν οι πιο δραστήριοι επαναστάτες το δρόμο της τρομοκρατίας δεν δημιουργεί άραγε τον κίνδυνο ν’ αδυνατίσουν τα μαχητικά εκείνα τμήματα, που μόνο σ’  αυτά μπορεί να στηρίζει κανείς σοβαρές ελπίδες; Μια τέτοια ενέργεια δε δημιουργεί άραγε τον κίνδυνο να αποκοπεί η σύνδεση ανάμεσα στις επαναστατικές οργανώσεις και στις σκόρπιες μάζες των δυσαρεστημένων, που διαμαρτύρονται και είναι  έτοιμες για αγώνα, είναι όμως αδύνατες ακριβώς γιατί είναι σκόρπιες; Και όμως αυτή τη σύνδεση αποτελεί ίσα-ίσα την μοναδική εγγύηση της επιτυχίας μας. Είμαστε μακριά πολύ από την άποψη να αρνηθούμε στα μεμονωμένα ηρωικά χτυπήματα κάθε σημασία. Το χρέος μας, όμως, είναι χρησιμοποιώντας όλη μας την ενεργητικότητα να προφυλάξουμε τον καθένα από την προσήλωση στην τρομοκρατία, από την αναγνώρισή της σαν κυρίου και βασικού μέσου πάλης, που τόσο ασπάζονται σήμερα τόσοι πολλοί»
        Στη σημερινή συγκυρία, οι όροι για αναχαίτιση της καπιταλιστικής επίθεσης θα δημιουργηθούν μέσα από την προσπάθεια οικοδόμησης ενός κινήματος που θα συνενώσει όλους όσοι δέχονται την καπιταλιστική επίθεση και θα αμφισβητήσει έμπρακτα τις επιλογές της κυρίαρχης τάξης. Ο αγώνας θα είναι δύσκολος και μακρύς και τη νίκη του θα εξασφαλίσει η μαζικότητα και η αποφασιστικότητα. Γι’ αυτό και θα πρέπει να υπάρχει μαζική συμμετοχή στην αυριανή απεργία και στις διαδηλώσεις.