Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝ ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΤΕ

           Περίσσεψαν οι προτροπές για ενότητα, πατριωτισμό και ομοψυχία από τους εκπροσώπους της εξουσίας, την ίδια στιγμή που παρακολουθούσαν την παρέλαση για την επέτειο του ΟΧΙ κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας από το φόβο επεισοδίων, ανάλογων των περσινών. 
             Η αντίφαση αυτή, ανάμεσα στις εκκλήσεις για ενότητα από τη μια και την απομόνωση των επισήμων σε ζώνη ασφαλείας μακριά από κόσμο, δεν καθρεφτίζει κάποια  σχιζοφρενική λογική της κυρίαρχης ιδεολογίας, αλλά αποκαλύπτει σχηματικά τον πυρήνα της:  οι εκπρόσωποι των ηγετικών ομάδων της άρχουσας ελληνικής τάξης ολοένα και περισσότερο αποδεσμεύονται και τυπικά από την κοινωνία,  φροντίζοντας μόνο για την παράταση αναπαραγωγής της ιδεολογίας τους, που θα διευκολύνει την εφαρμογή των αποφάσεων τους.
               Η εικόνα της απομονωμένης ηγεσίας που παρακολουθεί την παρέλαση εικονίζει ξεκάθαρα την ελληνική αστική ηγεσία, που με όλες τις ενέργειές της επιδίωκε και επιδιώκει τη δημιουργία ενός ασφαλούς πλέγματος  για να κρατήσει την εξουσία. Αυτό το πλέγμα  ασφαλείας το εξασφάλιζε  με την άνευ όρων πρόσδεση σε κάποια ξένη προστασία  και όταν  μάλιστα φοβόταν κάποιες προοπτικές, ακόμα και πολύ μακρινές για προετοιμασία από τις υποτελείς τάξεις άλλων, δυσμενών γι’  αυτή,  κοινωνικών λύσεων,  κατέφευγε στην πολιτική εμπλοκή του στρατού.
           Στις μέρες μας, με μια αστική τάξη που  αρχίζει να αλληλοσπαράζεται (όλες αυτές οι λίστες, που επιλεκτικά δημοσιοποιούνται,  τα αναθέματα στον Παπακωνσταντίνου κλπ. είναι ενδείξεις γι’  αυτό) και κρατά  με νύχια και με δόντια το σύγχρονο δίχτυ ασφαλείας της, την Ευρωπαϊκή Ενωση, η αναφορά για πολλοστή φορά στο ΕΑΜ ή σε πιο … διαχρονική  εκδοχή σε εθνική ενότητα  και πατριωτισμό είναι μια προσπάθεια να ξαναγραφεί το παρελθόν με έναν διαφορετικό τρόπο. Βλέπουμε λοιπόν  να προβάλλεται  μια συγκεκριμένη εικόνα και ερμηνεία για το παρελθόν, ακόμα και από πολιτικούς σχηματισμούς  που θεωρούν εαυτούς αριστερούς (πβ ΣΥΡΙΖΑ)   και έτσι αναπόφευκτα αφήνεται  να διαφανεί και  η ιδεολογία  τους στη  σύγχρονη  εποχή. 
             Για τα χρόνια εκείνα της αντίστασης στο ’40  σίγουρο είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία απέβλεπε σε ριζοσπαστική αλλαγή  του οικονομικού και  κοινωνικού καθεστώτος, όχι μόνο στην  Ελλάδα αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη. Η αύξηση μάλιστα  της επιρροής των κομμουνιστών στα κινήματα αντίστασης, και κατά συνέπεια ο φόβος για  ένταση της δράσης τους  εναντίον της ενδεχόμενης επανόδου στο παλιό καθεστώς, οδήγησε υπερασπιστές των προπολεμικών κυβερνήσεων και της κυρίαρχης τάξης  να θεωρούν τους κομμουνιστές περισσότερο επικίνδυνους από τους γερμανούς. Γι’  αυτό εξάλλου,  όπου η κομμουνιστική επιρροή  ήταν μεγαλύτερη οι άρχουσες τάξεις  έδειξαν τη μικρότερη συμπάθεια προς την αντίσταση, όπως στην Ελλάδα. Η φύση του παράνομου αγώνα κατά των δυνάμεων  κατοχής και των συνεργατών τους δίνει έτσι κι αλλιώς στον αγώνα των λαϊκών τάξεων τον επαναστατικό χαρακτήρα που ανησυχούσε τους αγγλοαμερικάνους και τα συντηρητικά στοιχεία της αντίστασης. Όλοι γνώριζαν ή υποπτεύονταν τον πολιτικό προσανατολισμό των λαϊκών μαζών που δεινοπαθούσαν και που  απέβλεπαν σε κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές, που  επιθυμούσαν πλήρη αλλαγή του καθεστώτος,  συνειδητοποιώντας  τη δύναμή τους και αποκτώντας όπλα. 
             Η σύγχρονη ανάγνωση της ιστορίας της αντίστασης ακριβώς σ’ αυτό  στοχεύει: Να εξαφανιστεί μέσα στον στόχο της  αόριστης εθνικής ενότητας το ταξικό περιεχόμενο των οικονομικών μέτρων, που, αρχής γενομένης από την Ελλάδα, επεκτείνονται σε όλη την  Ευρώπη, για την ανασύνταξη του καπιταλισμού. Η επίκληση από τους κυβερνώντες στην εθνική ενότητα δεν γίνεται πια για αντίσταση αλλά για συναίνεση  στις αποφάσεις τους, η το πολύ πολύ για σύγκρουση με τον …χρόνο, κατά τη ΔΗΜΑΡ (το "όχι" του 1940 είναι το 'όχι' του σήμερα στην αδράνεια, στην οπισθοδρόμηση και στην καθήλωση της Ελλάδας στο χθές). Για το σύνολο σχεδόν  της αντιπολίτευσης η αναφορά στην αντίσταση γίνεται για να νομιμοποιήσει ιδεολογικά, ιδίως για το ΣΥΡΙΖΑ, τον αντιπολιτευτικό της λόγο που  εντοπίζει το πρόβλημα είτε στους κακούς ξένους (Ανεξάρτητοι Έλληνες:Η Ελλάδα γιορτάζει το «ΌΧΙ» στους κατακτητές.  Ένα όχι που πρέπει να ακουστεί ξανά στους κατακτητές που έρχονται με οικονομικά όπλα») είτε στην αδυναμία των ντόπιων και ευρωπαίων κυβερνώντων να δώσουν στον καπιταλισμό το ανθρώπινο πρόσωπό του, που η λάθος  πολιτική των μνημονίων αντιστρατεύεται (ΣΥΡΙΖΑ: Σήμερα η πιο ουσιαστική πράξη μνήμης και τιμής της γενιάς της Εθνικής Αντίστασης είναι να συνεχίσουμε τους αγώνες για δημοκρατία, για κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτοί οι αγώνες σήμερα περνάνε μέσα από την ανατροπή των μνημονίων και των πολιτικών δυνάμεων που τα στηρίζουν).Κι έτσι ο λόγος για ταξικές αντιπαλότητες καταντά καθαρά διακοσμητικός.  Και μένει το ΚΚΕ μόνο να υπερασπιστεί αυτόν τον ταξικό λόγο.(Οι θυσίες του αγώνα αξίζουν για να πάψουν τα δεινά που φέρνουν η υποταγή ή η παγίδευση στην πολιτική που διαμορφώνει η αστική τάξη και τα κόμματά της με βάση τα συμφέροντά της )
        Την στιγμή που η κυρίαρχη αστική  ιδεολογία επιχειρεί μέσα από συγκεκριμένη  παρουσίαση  της οικονομικής κατάστασης να νομιμοποιεί κάθε φορά  το πακέτο μέτρων που εξαθλιώνουν το σύνολο σχεδόν λαού, η κυβερνώσα  αριστερά (ΔΗΜΑΡ) έχει μπει ήδη στις λεπτομέρειες και μάχεται για … το επίδομα γάμου, ενώ η αντιπολιτευόμενη (ΣΥΡΙΖΑ) ανοίγεται με τόλμη  στο κοινωνικό αρχιπέλαγος, σεβόμενη τους περιορισμούς του καπιταλιστικού πλαισίου με ένα λόγο ασαφή και αντιφατικό.
        Εβδομήντα σχεδόν χρόνια από τον β παγκόσμιο πόλεμο, η αίγλη της αντίστασης  χρησιμοποιείται ως δικαιωτικός μύθος  για τις ενέργειες και εκείνων από  τους αριστερούς που αποδέχονται ως αναπόφευκτους τους περιορισμούς του καπιταλιστικού πλαισίου, αλλά και για τους κυβερνώντες που ουσιαστικά  στρέφονται εναντίον σχεδόν του συνόλου των λαϊκών τάξεων. 
           Και κάπως έτσι ξαναφτιάχνεται η ιστορία της αντίστασης, καταπώς βολεύει στον καθένα… Ετσι είναι αν έτσι νομίζετε…

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΓΙΑ ΕΝΑ "ΑΣΤΕΙΟ"

           Η  χθεσινή  εκπομπή της Π. Τσαπανίδου στο ΣΚΑΙ, με το «αστείο» εις βάρος της Κανέλλη  στη διάρκεια του διαλείμματος, δεν διαφοροποιείται από το γενικό κλίμα που ο κυρίαρχος λόγος ξεκάθαρα πια  διαμορφώνει  για την αποδοχή του εκφασισμού μας. Το θεαματικό στοιχείο στην   αντίδραση της Κανέλλη, η έκδηλη συγκίνησή της, που σχετίζεται με τα προσωπικά συναισθηματικά όρια του καθενός μας,  φαινομενικά  προξένησε την κυριαρχία της έντασης και της συγκίνησης, ενώ στην πραγματικότητα ενήργησε ενάντια στις φορτίσεις και προς όφελος της αποϊδεολογικοποίησης του συμβάντος και της κάθαρσής του από πολιτικές ερμηνείες, παρόλο που ο λόγος της βουλευτού ήθελε και προσπαθούσε να είναι πολιτικός.
           Την  βιαιότητα του Κασιδιάρη πριν μερικούς μήνες, που αποκάλυπτε το πρόσωπο της Χ.Α, οι … χιουμορίστες της «Συντέλειας» την απογύμνωσαν από την πολιτική της διάσταση, υποβιβάζοντας το  επεισόδιο σε τουλάχιστο κακόγουστο αστείο σχολικής πενταήμερης κι αποδεικνύοντας ότι αυτό που ενδιαφέρει είναι να πεισθούμε ότι οι ιδεολογίες είναι παραληρήματα, και να συσκοτιστεί η γνώση και η συνειδητοποίηση  της φασιστικής βαρβαρότητας και των πολιτικών κινητήριων δυνάμεών της.
          Τα όσα συνέβησαν στην εκπομπή της Τσαπανίδου σε συνδυασμό με την ανεκδιήγητη συνέντευξη του  Μιχαλολιάκου από τον φέρελπι δημοσιογράφο Μπογδάνο δείχνει με ποιο τρόπο τα ΜΜΕ, και ιδιαίτερα ο ΣΚΑΙ,  επιβάλλουν την εικόνα που θέλουν της Χ.Α παίζοντας με τις αντοχές μας, τις  επιθυμίες,  τα ένστικτά μας. Ο «εξωραϊσμός» της Χ.Α   σε αντισυστημικό κόμμα γίνεται με την προβολή της διαφορετικότητάς της  στο στυλ και τον τρόπο έκφρασης, σαν να είναι ένα  εξωτικό καταναλωτικό προϊόν, αδιαφορώντας για την πολιτική της ιδεολογία και  καταργώντας στην πράξη τα όρια των πολιτικών διακρίσεων κι ας τα επικαλούνται λεκτικά, περισσότερο για να οριοθετήσουν το …άλλο άκρο. Συγχρόνως όμως  υπάρχει επιμονή και  γενική κατακραυγή  για τη χρήση  από τη Χ.Α τελετουργικών του χτες, όπως ναζιστικός χαιρετισμός, που … φοβίζουν ανακαλώντας μνήμες του παρελθόντος, ενώ ασχολούνται ελάχιστα με τα συμπτώματα βίας που εμφανίζονται και διοχετεύονται προς τη βάση, με την ευγενική χορηγία των χρυσαυγιτών,  και επιμελώς κατευθυνόμενα προς τους μετανάστες, προς το παρόν. Μ΄ αυτόν τον τρόπο επικεντρωνόμαστε, θετικά ή αρνητικά, στην παρουσία της Χ.Α και μας διαφεύγει πως ο κυρίαρχος λόγος την χρησιμοποιεί για να κάνει τον κοινωνικό δαρβινισμό εργαλείο διαρκούς διαίρεσης στους κόλπους των υποτελών τάξεων.
         Από την άλλη,  ο  λόγος της Τσαπανίδου, που απέδωσε  το «αστείο» στην αντρική νοοτροπία,  ζητώντας επανειλημμένα συγγνώμη και δικαιολογώντας  τους  «χιουμορίστες» ότι δεν είχαν κακή πρόθεση, αλλά  και το ίδιο το αστείο των συντελεστών της «Συντέλειας», αναδεικνύει και πάλι την τηλεόραση  σαν ένα σύνολο σημάτων τέτοιας επικοινωνιακής εμβέλειας που να φαίνεται ότι  απαιτούν συμμετοχή του δέκτη, δίνοντάς του τα μεγαλύτερα δυνατά περιθώρια προς συμπλήρωση των κενών του νοήματος, αφού όμως  του κατευθύνουν τις προσδοκίες και τους τρόπους ερμηνείας του  νοήματος, καλλιεργώντας του έτσι την ψευδαίσθηση για την ελευθερία της κρίσης του.  
          Το είδος του αστείου δείχνει την ισοπεδωτική αντίληψη για την πολιτική,  την ανικανότητα για  οποιαδήποτε κοινωνική κριτική που να μην  έχει απαλλαγεί  από τη βαριά υποχρέωση να έχει νόημα, και βλέπει στα πάντα μια ακαθόριστα χρωματισμένη και εύθυμη ατμόσφαιρα, όλα σαν διαφήμιση.  Και  βέβαια επιμονή  μέχρι τέλους ότι δεν υπάρχει  καμιά σχέση με την πολιτική, το πολύ πολύ με την ανοησία των αντρών. Εκεί δηλ. που πιστεύαμε πως στερεώθηκε η ισότητα των δυο φύλων έρχεται όχι μόνο η εργασιακή πραγματικότητα αλλά και κάτι τέτοιες ομολογίες που τη θέτουν υπό αμφισβήτηση. Και ενώ αυτή η δικαιολογία επιδιώκει την πολιτική αποφόρτιση, να που γίνεται  και αφορμή για να  ξαναθυμηθούμε ότι η ουσιαστική ισότητα των δυο φύλων δένεται διαλεκτικά με τον αγώνα για την αλλαγή του κοινωνικού συστήματος.
         Και βέβαια και στις δυο εκπομπές (Τσαπανίδου, Μπογδάνου) συνεχίζεται η  παραβίαση των εσκαμμένων,  από τη μια με την καταρράκωση του  πολιτικά ορθού λόγου από τον Μιχαλιάκο αλλά και και της ίδιας της σοβαρότητας του  δημοσιογράφου και από την άλλη με την   κακόγουστη πλάκα με αφορμή το επεισόδιο χειροδικίας  που υποτίθεται  ότι υπερέβαινε, γελοιοποιώντας, τις πολιτικές αντιθέσεις που  το προκάλεσαν. Το ίδιο το σύστημα παραβιάζει τους κανόνες του προκειμένου να ενεργοποιήσει επιλεκτικά αντανακλαστικά της κοινωνίας ασκώντας έμμεσα αλλά αποτελεσματικά την εξουσία του και μέσω των ΜΜΕ.
        Η πολιτική της κρίσης  που καθοδηγείται από την κυρίαρχη  τάξη διαμορφώνει  συνεχώς νέες όψεις κοινωνικής ζωής που θέλουν να καταστήσουν  αόρατο το οικονομικοπολιτικό πλέγμα που δεν μας αφήνει να ναρκοθετήσουμε συστηματικά όλους τους υποκατάστατους δρόμους σύγκρουσης με το κυρίαρχο σύστημα.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ

            Εκεί, γύρω στη δεκαετία του ’70, με την έκρηξη του ’68, χάθηκε από τον αριστερό λόγο, εκτός του κομμουνιστικού,  το προλεταριάτο σαν κέντρο της επαναστατικής διαδικασίας. Και η επανάσταση ενάντια στην άρχουσα τάξη, στο ταξικό κράτος, στο καθεστώς αντικαταστάθηκε από την αμφισβήτηση στο λόγο του συστήματος.  Η δράση έγινε συμβολική, όπως το απέδειξε η παντομίμα επανάστασης  του ’68.  
           Κι απέμεινε, ως   κληρονομιά από την εξέγερση του ’68, η ταύτιση της επαναστατικότητας με την παρέμβαση στο πεδίο του εποικοδομήματος,  ως κριτική των θεσμών εξουσίας του καπιταλιστικού κόσμου, που πια αντιμετωπίζονται σαν ξεπερασμένες και καθόλου λειτουργικές και όχι  στη βάση της οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων. Με την ταύτιση της οικονομικής εκμετάλλευσης, της κοινωνικοπνευματικής αλλοτρίωσης και ψυχικής απώθησης, καθώς ανακαλύπτουμε ότι ο  Φρόϋντ προεκτείνει την μαρξιστική κριτική, αυτή η κριτική στο σύστημα στηρίχτηκε  στην αρχή της μεταφοράς και της αντιστρεψιμότητας. Παλεύοντας ενάντια στην αστική ηθική  συμμαχείς με τον αγώνα εναντίον του ρατσισμού,  της φτώχιας κλπ., κάνεις έρωτα και αυτό γίνεται επαναστατική πράξη, ακόμα και τα ναρκωτικά γίνονται ένα από τα μέσα για την πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης. Κι αυτή η αντίληψη επιτρέπει  τη  φαντασιακή συμμετοχή  σε μεγάλους αγώνες, χωρίς μάλιστα σημαντική διακινδύνευση. Η απελευθέρωση των ηθών, της γλώσσας, του τρόπου ντυσίματος, η ευθύτητα στις σχέσεις με τους μεγάλους κλπ. αποτελούν  κατακτήσεις που μπορούν μάλιστα να  στοιχειοθετήσουν ένα κοινωνικό όραμα. Η επανάσταση, η ανατροπή  καταλήγει μια ευφρόσυνος,  μεταφυσική δραστηριότητα στην υπηρεσία θεμελιωδών αξιών της αστικής δημοκρατίας. Εισβάλλουν τα νέα επαναστατικά υποκείμενα, μετανάστες, φυλετικές μειονότητες, γυναίκες, φοιτητές, ομοφυλόφιλοι κλπ που θεωρούνται οι νέοι πρωταγωνιστές της επαναστατικής διαδικασίας. Η άρνηση των εκπροσωπήσεων, η υπεράσπιση της αυτονομίας οδηγούν στην ανάπτυξη κινημάτων που βιώνουν αυτή την αυτονομία τους σε διαφορετικές φάσεις και διαχωρισμένα το ένα από το άλλο. Η ανακάλυψη του κοινωνικού κινήματος, και μάλιστα  του κοινωνικού σε αντίθεση με το πολιτικό, έρχεται στο προσκήνιο. Κάτω από την προοδευτική και επαναστατική όψη τους όμως  βλέπουμε τώρα, με την εμπειρία της μετέπειτα γνώσης, ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για μια μορφή της ατομικής επανάστασης του εγώ.
           Το αποτέλεσμα ήταν  το όραμα αλλαγής της κοινωνίας να συρρικνωθεί  στην ανάπτυξη εναλλακτικών νησίδων μέσα στην κοινωνία, οργανωμένων  αυτόνομα, με δικά τους κανάλια και δομές, όπου μπορεί να καταφεύγει κανείς και να ζει λύνοντας τα ατομικά του προβλήματα, χωρίς τις προϋποθέσεις κάποιας συνολικής κοινωνικής ανατροπής. Καταλήγοντας  έτσι σε μια πολιτική που έχει αποφορτιστεί  από το εκρηκτικό περιεχόμενο των  ταξικών αντιθέσεων, το  διαπραγματεύσιμο ήταν πια  οι τρόποι και οι τακτικές επιβολής της αστικής κυριαρχίας, η διαμόρφωση ενός μπλοκ εξουσίας που στην τελική  θα διαχειριστεί,  εξασφαλίζοντας τη συναίνεση, τα συμφέροντα των καπιταλιστών και όχι η   ταξική έκφραση  της αντίστασης  των κινημάτων στην κυρίαρχη πολιτική. Κάπως έτσι η αμφισβήτηση  και το ξεπέρασμα της κυρίαρχης πολιτικής καταλήγει σε ένα αναμάσημα ρεφορμιστικών αντιλήψεων, εναλλακτικών προτάσεων στα πλαίσια του συστήματος,  ενώ το κύμα εγκατάλειψης της πολιτικής συντείνει, από άλλη διαδρομή, στην απομάκρυνση του κοινωνικού από το πολιτικό, στην παραίτηση από τον στόχο ενοποίησης, προσανατολισμού και πολιτικοποίησης των αγώνων με ταξικά χαρακτηριστικά.
          Η υποχώρηση του προλεταριάτου  από την πολιτική σκηνή σημάδεψε τη συνέχεια της πορείας των διαφόρων κινημάτων που δεν έχουν πια άμεση και πρακτική αναφορά στην εργατική τάξη. Η πολυδιάσπαση σε όλο  και πιο ειδικές  εσωστρεφείς απομονωμένες ομάδες του κινήματος οδηγούν στην αργή πορεία συρρίκνωσης,  αφομοίωσης, εξαφάνισης κινημάτων, οργανώσεων κλπ. Τα σοσιαλδημοκρατικά προγράμματα εκμεταλλεύτηκαν τις αδυναμίες τους και τα αποτελέσματα ξετυλίγονται  τώρα ξεκάθαρα  στις μέρες μας, μέσα  στη διαδικασία όξυνσης της οικονομικής κρίσης. Η καπιταλιστική ανασύνταξη προχωρά με την ένταση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης πάνω σε όλο και πλατύτερα κοινωνικά στρώματα.
           Παρόλ’   αυτά,  και  μέσα σ’  αυτές τις διαδικασίες, η απομόνωση από το εργατικό κίνημα  των όποιων αντιδράσεων συνεχίζει να  θεωρείται δεδομένο,   όπως και η άρνηση της πάλης  για τη συνολική  ανατροπή του καπιταλισμού. Ακόμα έχουμε την αντίληψη ότι το μόνο που μπορεί να κριθεί είναι η διατήρηση κάποιων δικαιωμάτων που να επιτρέπουν την επιβίωσή μας μέσα στην κρίση. Δεν έχουν διαλυθεί  ακόμα οι αυταπάτες μας, που καλλιεργήθηκαν  στα χρόνια της ευμάρειας, για τη δυνατότητα ουσιαστικών κατακτήσεων με μονιμότητα μάλιστα  και διάρκεια μέσα στον καπιταλισμό, όπου η βασική ταυτότητα  που αναγνωρίζεται είναι αυτή του καταναλωτή και όχι αυτού που παράγει, χάνοντας έτσι την ταξική μας συνείδηση. Αυτό το πνεύμα  του «εδώ και τώρα», του άμεσου αποτελέσματος,   που αντιμετωπίζει τον αγώνα σαν άμεση κατανάλωση προϊόντων, ιδεών κλπ. δίχως τη μεσολάβηση ιδεολογιών και μηχανισμών, μας έκανε να πιστέψουμε ότι η έξοδός μας στις πλατείες για κάποιες μέρες πέρυσι αρκούσε για αλλαγή της πολιτικής της οικονομικής εξαθλίωσης και ότι εναλλακτικές προτάσεις διανομής προϊόντων  συνεισφέρουν στην ανατροπή της  (ποιος θυμάται ακόμα το κίνημα της πατάτας;).
            Οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις δεν είναι γιορτή ούτε χάππενιγκ,  όπως πολλές μαρτυρίες του κυρίαρχου λόγου διέσωσαν από το Μάη του ’68, και σχεδόν ταύτισαν την εξέγερση με διασκέδαση, φυσική απόρροια του νεαρού της ηλικίας των πρωταγωνιστών της φοιτητών, υποβιβάζοντας την έννοια της επανάστασης σε μια καθαρά βιολογική και καθόλου ιδεολογική και ταξική  έκφραση.
           Οι ψευδαισθήσεις όμως  μας τελειώνουν για να εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε και να ωραιοποιήσουμε τη ζωή μας μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού  συστήματος. Σ΄ αυτή την  περίοδο ακραίας επιδείνωσης της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας δεν μπορεί να υπάρξει πια στρατηγική και πολιτικό πρόγραμμα  που να εξασφαλίζουν την  αξιοπρέπειά  και τη ζωή μας   αλλά   να αγνοούν  και πολύ περισσότερο να μην αντιτίθενται στη μικροαστική οργάνωσή της. Μέσα στα πλαίσια  του οργανωμένου  από τους κυρίαρχους του συστήματος πολιτικού παιχνιδιού, αν αποκλειστεί η προοπτική  συνολικής ανατροπής του στην παραγωγική βάση,  δεν υπάρχουν  άλλες εκδοχές της αντίδρασής μας  από την ενσωμάτωση ή τη διάλυση.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ ΑΠΕΡΓΙΑ

      Το σύνολο σχεδόν πια της κοινωνίας συνειδητοποιεί, αφού υφίσταται της επιπτώσεις της καπιταλιστικής επίθεσης,  το βάθος της κρίσης στην οποία βουλιάζουμε. Ο χώρος της εργασίας αποδιαρθρώνεται, η κοινωνία αποσυντίθεται, οι αξίες και οι ελπίδες με τις οποίες ζήσαμε καταρρέουν. Το μέλλον παύει να  είναι προέκταση των προηγούμενων τάσεων. Η κατεύθυνση της εξέλιξης των πραγμάτων είναι συγκεχυμένη, η πορεία μένει μετέωρη. Μέσα σ’  αυτήν την κρίση το κεφάλαιο επιμένει στο δικό του μονόδρομο, και η κυρίαρχη ιδεολογία  προτείνει τη δική της λύση. Μένει να δώσουμε κι εμείς τη δική μας πρόταση.
         Η κυρίαρχη ιδεολογία επιδιώκει την μετακύλιση της κρίσης σε εθνικισμό, ρατσισμό,  ραγιαδισμό ακόμα και φασισμό. Σ’  αυτό πρέπει να αντιδράσουμε περνώντας από την παθητική σε ενεργητική αντίσταση για να βγούμε από τη δύσκολη θέση που βρισκόμαστε, τροποποιώντας το συσχετισμό των δυνάμεων προς όφελός μας. Καιρός να ξεπεράσουμε τη σημερινή υπάρχουσα κατάσταση αυθόρμητης, ατομικής ή οικονομίστικης αντίδρασής μας. Να μην επιτρέψουμε πια την απορρόφηση των αντιδράσεων μας από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς  ή  την κατεύθυνσή  τους σε ανώδυνους για το σύστημα δρόμους. Να περάσουμε  σε ένα άλλο επίπεδο, όπου  τα κύρια χαρακτηριστικά θα είναι  η οργανωμένη αντίσταση των εργαζομένων στην καπιταλιστική επίθεση, η ακύρωση της δυνατότητας χειρισμού και εκτόνωσης της λαϊκής οργής.
        Αυτό θα είναι δυνατό μονάχα στο βαθμό που αναπτύσσονται  οι αγώνες των εργαζομένων στη βάση των προβλημάτων που  αντιμετωπίζουν και  βρίσκουν τον ταξικό  δρόμο να εκφράσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, για να υπερασπιστούν τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης. Οι αγώνες αυτοί μπορεί να είναι πολύμορφοι, μικροί και μεγάλοι, που θα αφορούν ζωτικά προβλήματα των εργαζομένων, αλλά συγχρόνως θα οδηγούν στην πράξη στη γέννηση ενός συντονισμού από τα κάτω, ώστε κάθε αγώνας να γίνει πόλος συσπείρωσης των εργαζομένων, με στόχο τη συνολική αντιπαράθεση με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Το σύνθημα δεν μπορεί παρά να είναι  αγώνας ενιαίος, πανεργατικός, γιατί είναι αναγκαία η ενότητα της   εργατικής τάξης μέσα στον αγώνα.
        Γιατί βέβαια, η κρίση ξαναφέρνει στο προσκήνιο την εργατική τάξη, που παρά τις συντονισμένες εκστρατείες απόδειξης της ανυπαρξίας της και του περιορισμένου ρόλου της στο σύγχρονο κόσμο, να που συνεχίζει να παραμένει στο κέντρο της παραγωγής και της κοινωνικής εξέλιξης (όλα αυτά τα χτυπήματα στα εργασιακά δικαιώματα γίνονται για κάτι ανύπαρκτο;)
      Ο δρόμος είναι δύσκολος, με μπρος και πίσω, επιτυχίες, προσωρινές αποτυχίες, χτυπήματα αλλά και συσπείρωση νέων δυνάμεων. Τα εμπόδια που θα πρέπει να ξεπεραστούν είναι πάρα πολλά. Παρεμβάλλονται εμπόδια από την εργοδοσία και τους διάφορους  εξουσιαστικούς μηχανισμούς, από τους ψεύτικους φίλους  τους εργατικού κινήματος, δηλ. την αστική επίδραση μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως εκδηλώνεται από τους ρεφορμιστές αριστερούς, που θέλουν να συνεχίσουν να έχει το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα τον οικονομίστικο  χαρακτήρα του, που διέπεται από τη λογική της ταξικής συνεργασίας και συμφιλίωσης, και  τελικά καθιστά και την οικονομική πάλη αναποτελεσματική. Κυρίως όμως πρέπει να ξεπεραστεί η σημερινή συνείδηση των εργαζομένων και η πρόσδεσή τους στο όχημα των αστικών συμφερόντων.
         Ρεφορμιστές, σοσιαλδημοκράτες κλπ πρόβαλλαν και επέβαλλαν στο εργατικό κίνημα τις ιδέες των σταδιακών μεταρρυθμίσεων, της συνεργασίας των τάξεων έως την ιδεολογική απορρόφηση των υποτελών από την κυρίαρχη, κηρύσσοντας  το θαυμασμό και την υποταγή στο καπιταλιστικό σύστημα. Και ενώ πίστευαν πως δικαιώθηκαν, πως ξεμπέρδεψαν με το κομμουνιστικό κίνημα και την απειλή του για γκρέμισμα του καπιταλισμού, ήρθε η κρίση και αποκάλυψε την αγωνία  με την οποία αναλώνονται όλο και περισσότερο στο παλιό καλό έργο του χειρισμού των εργαζομένων χρησιμοποιώντας όλες τις παλιές καλές μεθόδους αλλά και νεότερες.
           Οι παλιές μορφές πάλης λοιπόν  των εργαζομένων δεν είναι ξεπερασμένες ούτε και ανώδυνες για το σύστημα, ιδίως όταν η συμμετοχή σ’  αυτές είναι μαζική. Γι’  αυτό και η αυριανή απεργία, ακόμα κι αν αναγκάστηκαν οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές να την κηρύξουν και με απώτερο στόχο την εκτόνωση της δυσαρέσκειας και συσκότιση των στόχων τους, μπορεί να γίνει το μέτρο που θα αποκαλύψει τη δική μας αποφασιστικότητα αντίδρασης. Με την απεργία παίρνει επιθετικά χαρακτηριστικά η προσπάθεια  για οικοδόμηση της ταξικής αλληλεγγύης και  διατήρησης  και προώθησης από τους εργαζομένους της ικανότητας για σκέψη, για  διαμόρφωση ταξικής  ενιαίας συνείδησης  και ενίσχυση της αγωνιστικής αισιοδοξίας. Είναι ένα βήμα για την ακύρωση  του πρότυπου που οικοδομείται και αναπαράγεται από μηχανισμούς αλλά και ασυνείδητα, του ανήμπορου ανθρωπάκου, του αναδιπλωμένου στον εαυτό του, με μπόλικη φτώχεια και αδυναμία αντίδρασης. Γιατί βέβαια πρέπει να πάψει ο καθένας να έχει απέναντί του το  πρόβλημά του, να πιστεύει ότι είναι μια μοναχική μοναδικότητα και ότι με διάφορους τρόπους μπορεί σε ατομικό επίπεδο να ξεφύγει, είτε με τη θεά τύχη είτε με την απώλεια της αξιοπρέπειάς του είτε με το ζαρώνει στο χώρο του για να γίνεται αόρατος και να περιμένει τον από μηχανής θεό.
       Αλλάζουμε ιδέες, αποκτούμε πεποιθήσεις μέσα από σύνθετες διαδικασίες σκέψης, εμπειρίας και δράσης. Κυρίως μέσα από αγωνιστικές  κινητοποιήσεις καλλιεργείται το κλίμα εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης για να στηριζόμαστε και να εδραιώνεται η συνείδηση  ότι κανείς δεν είναι μόνος του απέναντι στο πρόβλημά του, πρόβλημα πια  επιβίωσής του,  που δεν θα αντιμετωπίζεται ως προσωπικό και μεμονωμένο.