Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

ΑΣΤΟΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ


        To 80,9% των πολιτών επιθυμεί την πάση θυσία παραμονή της χώρας στο ευρώ, το 77,8% % τάσσεται υπέρ της τροποποίησης του Μνημονίου και το 66,4% θα προτιμούσε τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα δημοσκόπησης της εταιρείας GPO, η οποία παρουσιάστηκε χθες βράδυ στην εκπομπή Ανατροπή του δημοσιογράφου Γιάννη Πρετεντέρη στον τηλεοπτικό σταθμό Mega
Στο ερώτημα «αν γίνεται δεκτή ως προϋπόθεση για την πάση θυσία παραμονή στο ευρώ η εφαρμογή του Μνημονίου» το 52,4% απάντησε «ναι», το 44,5% απάντησε «όχι», ενώ το 3,1% δεν απάντησε.
Στο ερώτημα «τι πρέπει να γίνει με το Μνημόνιο», το 20,4% τάχθηκε υπέρ της καταγγελίας του, το 77,8% τάχθηκε υπέρ της τροποποίησής του, ενώ δεν απάντησε το 1,2%.
               O   Γ. Δραγασάκης τόνισε ότι στη θέση του μνημονίου  πρέπει να μπει ένα πρόγραμμα ανόρθωσης, ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι θα υπάρξει αντικειμενικά μια περίοδος μετάβασης στην οποία κάποια από τα μέτρα, όπως τα εργασιακά, θα ακυρωθούν άμεσα και κάποια άλλα θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα πλήρες σχέδιο ώστε να γίνουν διαχειρίσιμες οι συνέπειές τους στην κατεύθυνση διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος σταθερότητας.
             “Ουσιαστικά όλη η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τους ρεαλιστικούς στόχους που θέσαμε προεκλογικά και το δίπολο που με συνέπεια υποστηρίξαμε: δηλαδή παραμονή της χώρας στο ευρώ και σταδιακή απαγκίστρωση από τις δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου”, δήλωσε ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ Φώτης Κουβέλης, μιλώντας στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματός του
       Με τα αποτελέσματα των   δημοσκοπήσεων, τις  δηλώσεις  πολιτικών αρχηγών κλπ. δίνεται η εντύπωση ότι  αναζητείται απεγνωσμένα ένας δρόμος, μια πολιτική   που θα μας  κάνει να πιστέψουμε ότι όλοι μπορεί να είμαστε ευχαριστημένοι σε μια κοινωνία που σπαράσσεται από ανομολόγητες ταξικές συγκρούσεις. Μόνο που όλα αυτά δεν είναι   τωρινά…

            «Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ Ή ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
            Ένα μέρος της αστικής τάξης ζητάει να γιάνει την κοινωνική αρρώστεια με σκοπό  να σταθεροποιήσει την αστική κοινωνία.
           Σαυτή την κατηγορία ανήκουν οι οικονομιστές, οι φιλάνθρωποι, οι ανθρωπιστές, οι άνθρωποι που απασχολούνται να καλυτερέψουν τη μοίρα της εργατικής τάξης, οι οργανωτές της αγαθοεργίας, οι προστάτες των ζώων, αυτοί που ιδρύουν εταιρίες για την εγκράτεια, με μια λέξη οι κάθε λογής μεταρρυθμιστές σαλονιού. Και φτάσαν  να επεξεργαστούν πλέρια συτήματα αυτού του αστικού σοσιαλισμού.
          Ας αναφέρουμε για παράδειγμα  τη «φιλοσοφία της αθλιότητας» του Προυντόν
          Οι αστοί σοσιαλιστές θέλουν τις συνθήκες ζωής στη σύγχρονη κοινωνία χωρίς τους αγώνες και τους κινδύνους που μοιραία βγαίνουν απαυτή. Θέλουν τη σημερινή κοινωνία, αλλά καθαρισμένη από τα στοιχεία που την επαναστατούν και τη διαλύουν. Θέλουν την αστική τάξη χωρίς το προλεταριάτο.  Η αστική τάξη, με το δίκηο της, παρουσιάζει τον κόσμο όπου κυριαρχεί, σαν το καλύτερο κόσμο.  Ο αστικός σοσιαλισμός επεξεργάζεται αυτήν την παρηγορητική εικόνα σένα μισό η ολοκληρωμένο σύστημα. Όταν παροτρύνει το προλεταριάτο να πραγματοποιήσει  τα συστήματά του και να μπει στη νέα Ιερουσαλήμ, δεν κάνει άλλο τίποτα στο βάθος παρά να το προσκαλεί, να διατηρήσει τη σημερινή κοινωνία, αλλά να απαλλαχτεί από τις εχθρικές αντιλήψεις που έχει γιαυτή την κοινωνία.
        Μια άλλη μορφή σοσιαλισμού, λιγότερο  συστηματική, αλλά πιο πραχτική, δοκίμασε να αποτρέψει τους εργάτες από κάθε επαναστατικό κίνημα, δείχνοντας τους πως δεν ήταν  τούτη ή εκείνη  η πολιτική μεταβολή που θα τους ωφελούσε, αλλά μόνο μια μεταβολή  στις σχέσεις  της υλικής ζωής, στις οικονομικές σχέσεις. Σημειώστε πως με την μεταβολή  της υλικής ζωής ο σοσιαλισμός αυτός δεν εννοεί καθόλου την κατάργηση του αστικού καθεστώτος παραγωγής,  που μόνο με επανάσταση είναι δυνατή, αλλά μονάχα την πραγματοποίηση διοικητικών μεταρρυθμίσεων πάνω στην ίδια τη βάση αυτού του αστικού καθεστώτος παραγωγής.
           Οι μεταρυθμίσεις αυτές, συνεπούμενα, δε θίγουν τις σχέσεις του κεφαλαίου και της μισθωτής δουλειάς αλλά μονάχα, το πολύ πολύ, ελαττώνουν για την αστική τάξη τα έξοδα της κυβέρνησής της και της απλοποιούν  την κρατική διαχείριση.
          Ο αστικός σοσιαλισμός  τότε μόνο παίρνει την άξιά του έκφραση όταν καταντάει μια απλή μορφή ρητορισμού.
         Ελεύθερο εμπόριο σε όφελος της εργατικής τάξης! Προστατευτικοί δασμοί σε όφελος της εργατικής τάξης! Φυλακές με κελιά  σε όφελος της εργατικής τάξης! Να τι είναι η τελευταία λέξη του αστικού σοσιαλισμού, η μόνη που την έχει πει στα σοβαρά. Γιατί ο αστικός σοσιαλισμός επιμένει απόλυτα σε τούτη δα   τη διαβεβαίωση πως οι αστοί  είναι αστοί για το χατήρι της εργατικής τάξης.»
                                 Κ. Μάρξ-Φ. Ενγκελς :   «Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος»
                                                                                 (Μετάφραση Μ.Π, Ιούνης 1948)

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

             Αυτή η ενότητα της αριστεράς… Μήνες  τώρα   έχει ανακηρυχθεί ως ο μονόδρομος εξόδου από την κρίση. Σχεδόν η αδυναμία ενοποίησης όλων των δυνάμεων που αυτοαποκαλούνται αριστερά καταλήγει να θεωρείται η  μοναδική αιτία της συνεχιζόμενης  κακοδαιμονίας μας… πρώην κομμουνιστές, νυν αναθεωρητές, τέως ριζοσπάστες, χθεσινοί αντίπαλοι συνεισφέρουν τα φώτα τους και τη διάθεσή τους για ενότητα, πρόθυμοι να μοιραστούν την εξουσία… Αναλύσεις θέσεων, κριτικές αποφάσεων … λόγια, λόγια, τόσο λίγα  αυτά που δεν είναι απλώς αντίλαλοι εξουσίας
Ο δικομματισμός πέθανε! Τώρα αναβιώνει το δίπολο Αριστερά – Δεξιά. Εμείς θα επιδιώξουμε την ενδυνάμωση της Αριστεράς, γιατί η ενότητα είναι μονόδρομος για να μπορέσουμε να βγούμε από την κρίση», είπε  σε δηλώσεις του  ο Τ. Κουράκης. Ο Τσίπρας μιλώντας ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσε ότι «θα είμαστε στην πρώτη γραμμή και επιμένουμε στην ανάγκη ενότητας και κοινής δράσης των αριστερών δυνάμεων» «Είναι δική μας υποχρέωση να πούμε την πρότασή μας. Προτείνουμε κυβέρνηση υπεύθυνης κεντρο-Αριστεράς», σημείωσε και ο Βενιζέλος μιλώντας στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος κλπ.)
            Πλήθος  βουλευτών ή υποψηφίων βουλευτών  που κρατούν μια θέση ανάμεσα σε δυο κόμματα, κι αν λάχει και τρία… φιλελεύθεροι, σοσιαλιστές, εθνικιστές… προσεχτικοί όταν το ένα καράβι κάνει νερά  να είναι έτοιμοι να περάσουν στο άλλο. Είναι πάντα έτοιμοι. Η αρμοδιότητά τους αγκαλιάζει όλα τα θέματα.  Μπορούν άνετα να καταλάβουν δημόσιες θέσεις και να αισθάνονται άνετα σε όλες. Όλα τα καθίσματα είναι καμωμένα στα μέτρα ολονών … όταν ξέρει κανείς τους μηχανισμούς λειτουργίας   της εξουσίας, τα υπόλοιπα είναι εύκολα. Έχοντας καταπιαστεί με τόσα θέματα έχουν πλουτίσει το υλικό των ιδεών τους ή ακριβέστερα το ρεπερτόριο των λέξεων τους,  χωρίς  στην πραγματικότητα να έχουν μάθει και πολλά πράγματα, γιατί απασχολημένοι πολύ να μιλούν δεν έχουν καιρό να ακούσουν ούτε τον εαυτό τους. Στο μόνο τομέα όμως που οι γνώσεις τους έχουν επεκταθεί σημαντικά είναι  πάνω σε ό,τι αφορά  τη νομή του εκλογικού κοπαδιού και την εκμετάλλευσή του.
(Για να επιτευχθούν οι στόχοι χρειάζεται σύγκλιση πολιτικών δυνάμεων. Είναι χρέος όλων ένα ισχυρό πολιτικό μέτωπο με την ευρύτερη δυνατή απήχηση. Οφείλουμε όλοι να αντιταχθούμε μαζικά στις δυνάμεις του λαϊκισμού είτε είναι αριστερόστροφες είτε δεξιόστροφες» δήλωσε η κυρία Μπακογιάννη κατά την επιστροφή της στη Ν.Δ, ενώ οΤζήμερος   δηλώνει «απευθυνθήκαμε σε όσους δεν θέλουν το παλιό πολιτικό σύστημα και υπάρχουν αντιδράσεις και για τον κ. Μάνο, όμως πρέπει να διαμορφώσουμε κουλτούρα συνεργασιών, με μία κοινή πλατφόρμα να ξεκινήσει η δουλειά»).
          Ο ζήλος και η φωνή αυτών που θεωρούν ότι ελέγχουν,  μέσω θεσμών,  λαούς και χώρες  επιστρατεύονται για εδραίωση  της  απρόσωπης εξουσίας. Επιφορτίζονται όλοι αυτοί να πείσουν  ή να απειλήσουν τον κόσμο, το λαό με τις κορυφαίες αλήθειες, που οφείλει  αυτός ο λαός να ακολουθεί ακόμα και αν είναι να καταστραφεί γι’ αυτές. Στο τέλος δεν είναι πια ικανοί, ακόμα κι αν το ήθελαν, να ξαναβρούν την επαφή τους με την πραγματικότητα κάτω από το βουνό των λέξεων, των δικών τους λέξεων,  που την έχει σκεπάσει. Αδύναμοι χωρίς τις εξουσίες τους, παρουσιάζουν ζήλο που φτάνει στην υπερβολή, με ρητορικά ξεσπάσματα  κηλιδωμένα από  κυνισμό, γίνονται επικίνδυνοι  όχι μόνο απέναντι σ’ εκείνους που τους αντιστέκονται αλλά και στους εντολοδόχους τους. Πιστεύουν πως ξεγελούν μ΄ αυτά τα κούφια λόγια, τα χυδαία μέσα, τα άτιμα ψέματα
(Η κυρία Λαγκάρντ τόνισε ότι οι Ελληνες πρέπει να φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους και να σταματήσουν να προσπαθούν να «δραπετεύουν» από τις υποχρεώσεις τους και κυρίως να φοροδιαφεύγουν. «Καμια συμπόνια», είπε χαρακτηριστικά. Απαντώντας σε ερωτήματα αν μπορεί να βγάλει από το μυαλό της τους γονείς και τις μητέρες που δεν έχουν πρόσβαση σε φαρμακευτική περίθαλψη, η γαλλίδα αξιωματούχος δηλώνει: «Σκέφτομαι πολύ περισσότερο τα παιδιά σε ένα σχολείο σε μικρό χωριό στο Νίγηρα, που πηγαίνουν στο μάθημα μόνο για δύο ώρες την ημέρα και αναγκάζονται να μοιραστούν στα τρία ακόμα και την καρέκλα του θρανίου και προσδοκούν τη μόρφωση. Τα έχω μονίμως στο μυαλό μου. Γιατί πιστεύω ότι χρειάζονται πολύ περισσότερη βοήθεια από ό,τι οι άνθρωποι στην Αθήνα»)
              Γύρω μας νιώθουμε ένα πνεύμα τερατώδες να κυριαρχεί πάνω σε όλα, όλα γίνονται αφύσικα, οι κακίες και οι αρετές. Φόβος, υποσχέσεις, απειλές … δίνουν την εντύπωση της αρρώστιας. Και νιώθεις πως η αρρώστια  εξαπλώνεται  και δεν μένει κανείς αμπόλιαστος. Όλη αυτή η πολιτική με τα μνημόνια, τους δανειστές κλπ. αποπνέει κάτι το παθολογικό.  Καταλήγουμε να φοβόμαστε μήπως ούτε μια σκέψη μας να μην είναι απαλλαγμένη από το ψέμα και δουλικότητα προς μια εξουσία που δεν κατανοούμε ούτε ελέγχουμε, αλλά νιώθουμε τη λέπρα της να μας τρώει σιγά –σιγά. Χάνουν τη σημασία τους λέξεις που κάποτε πιστεύαμε μεστές νοήματος, συγκινητικές λέξεις που ξεστομίζουν τα μεγάλα στόματα, οι ξεθωριασμένες γλώσσες των κυβερνώντων, τις λέξεις δικαιοσύνη, νομιμμότητα, δημοκρατία…
         Το παρόν έχει ανοίξει μια μεγάλη καταπαχτή. Τα παίρνει όλα, τα θέλει όλα. Είναι το βάραθρο. Όλοι κυλιόμαστε μέσα του. Οποιος ανησυχεί για το μέλλον γίνεται τρελός. Μπορεί να μην υπάρξει μέλλον;
     Κι ακριβώς γι’ αυτό πρέπει ν’ αντιδράσουμε. Τόσο έχουν ζορίσει τα πράγματα, που δεν μπορεί κανείς πια άνθρωπος να υποστηρίζει  σοβαρά πως μένει στις όχτες της ιστορίας και τη βλέπει να κυλά ενώ αυτός μένει ακίνητος.  Η συνείδηση του χρέους είναι  η συνειδητή πολιτική και ο οργανωμένος αγώνας.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

ΣΥΝΘΛΙΨΗ;


           Στη χθεσινή εκπομπή «Ανιχνεύσεις» της ΕΤ3 ο Γ. Γλυνός, σύμβουλος των Γ. Παπανδρέου και Λ. Παπαδήμου,  συνόψισε το μεταμνημονιακό  πολιτικό σκηνικό  με τρεις κουβέντες, λέγοντας πως το πρώτο μνημόνιο το υπέγραψε το ΠΑΣΟΚ, το δεύτερο το υπέγραψε  και η Ν. Δ και το τρίτο, πρόσθεσε με σιγουριά, θα το  υπογράψει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Η βεβαιότητα της εγχώριας και ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας για τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων αποτυπώνεται  στα λεγόμενα του πρωθυπουργικού συμβούλου.
          Η βεβαιότητα αυτή εδράζεται ίσως στην εικόνα που δίνει το λαϊκό κίνημα αυτά τα δυο χρόνια. Το λαϊκό κίνημα φαίνεται εν πολλοίς  ανοργάνωτο και κατά ένα μεγάλο μέρος  ακαθοδήγητο. Η δράση ομάδων που αντιδρούν, π.χ κίνημα δεν πληρώνω,  ακόμα κι αν σε κάποιους  τομείς προκαλεί χάος, ανησυχία, οργή στις αρχές, δεν έχει μπλοκάρει τη ζωή του κράτους. Δίνεται η εντύπωση ότι η λαϊκή αντίδραση είναι απομονωμένη σε τομείς ανώδυνους και ότι περιορίζεται σε αυτούς. Όλες αυτές οι αντιδράσεις φαίνεται σαν ένα μάγμα από πολιτικές κατευθύνσεις, διαφορετικές και αντιφατικές τακτικές, άλυτες εντάσεις  ή λυμένες με τρόπο επιφανειακό, κάτι που καθρεφτίζεται στη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και στην τακτική που ακολουθεί.
  Υπάρχει βέβαια μια  ζύμωση, που όμως  περιμένει μια κοινή και σαφή κατευθυντήρια γραμμή και μια ιδιαίτερη κατάσταση που θα ευνοήσει τη διοχέτευση των αντίθετων τάσεων προς το βασικό στόχο και το καθάρισμά τους  από τον ρεφορμισμό η τον ατομικισμό που χαρακτηρίζει αυτές τις αντιδράσεις. Οι αντιφάσεις  ολόκληρης της κοινωνίας υπάρχουν σε όλες αυτές τις δράσεις, αλλά  συγχρόνως ανοίγεται ένα τεράστιο πεδίο  ταξικής αφύπνισης και οργανωτικής  δουλειάς στα καταπιεσμένα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού. Προς αυτή την κατεύθυνση δραστηριοποιείται, με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα είναι αλήθεια, το ΚΚΕ.
           Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, με  τη μετακίνηση του εκλογικού σώματος προς το ΣΥΡΙΖΑ, το πολιτικό σύστημα φάνηκε έτοιμο να αποδεχτεί αυτήν την διεύρυνση. Δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μη υπόσχεται επαναδιαπραγμάτευση των οικονομικών συμφώνων, που να μη κάνει κριτική στο πρόγραμμα λιτότητας και να μην υπόσχεται ανάπτυξη σαν πανάκεια για όλα τα προβλήματά μας. Την ίδια στιγμή και ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά από κάποιες φραστικές αμφιταλαντεύσεις και βερμπαλιστικά πυροτεχνήματα, με την περιοδεία του προέδρου της επέδωσε στα ευρωπαϊκά κέντρα τα διαπιστευτήρια του και μπήκε στο μπλοκ εξουσίας.
           Φυσικά, αυτό δεν θα ήταν  κατ’ ανάγκη κάτι καθοριστικό   για τις πολιτικές εξελίξεις  σε εποχές ευμάρειας, ακόμα κι αν εφαρμόζονταν μέτρα που το κοινωνικό τους νόημα θα ήταν ανόρθωση της οικονομίας σε βάρος των εργαζομένων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση έχουμε ένα εγχώριο και ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα που κινείται αταλάντευτα προς τα εκεί όπου το κατευθύνουν οι ταξικές  και ιδεολογικές επιλογές του, δηλ. τον   ταξικό πόλεμο, που οδηγεί στον αφανισμό πολυάριθμα κοινωνικά στρώματα. Συγχρόνως,  η πλειοψηφία των εργαζομένων συνεχίζει να  πιστεύει πως με κάποιες αναδιατάξεις  στο πολιτικό σύστημα θα επέλθουν και διορθώσεις στις οικονομικοπολιτικές αποφάσεις και επιλογές του κυρίαρχου συστήματος. Συνεχίζουμε λοιπόν  να πιστεύουμε πως μέσα από πολιτικές διαδικασίες και διαπραγματεύσεις  θα υπάρξει βελτίωση. Και  αυτός είναι ο κίνδυνος,  η καλλιέργεια των ψευδαισθήσεων  να ανοίγει το  δρόμο προς την ήττα από έναν αγώνα που ποτέ δεν δώσαμε.
        Είναι  βέβαια απόλυτα λογικό να αναζητούμε δρόμους εξόδου με τις λιγότερες δυνατές απώλειες και γι’ αυτό να στρέφεται μεγάλο τμήμα των εργαζομένων προς ΣΥΡΙΖΑ που στη ρητορική του το υπόσχεται. Μόνο που φαίνεται πολύ αμφίβολο αν όλες αυτές οι υποσχέσεις έχουν μια προοπτική δραστηριότητας σε σχέση με την εργατική τάξη, αφού παρακάμπτεται  το  έντονο ταξικό πρόβλημα, που δεν ομολογείται.
              Ισως γι’ αυτό στη  ραγδαία άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ,   με την ελπίδα για βελτίωση της οικονομικής προοπτικής, υπάρχουν θετικές αντιδράσεις από ένα εκπληκτικά υψηλό αριθμό  ανθρώπων,  από κείνους που δε διακινδυνεύουν ούτε κατ' ελάχιστο  τη συμβατική  ζωή τους.
          Μόνο που υπάρχει ο κίνδυνος,  σε μια  τέτοια περίοδο ραγδαίας επιδείνωσης της πολιτικοοικονομικής  πραγματικότητας,  η έλλειψη μιας συγκεκριμένης στρατηγικής, ενός ώριμου και πραγματικά ριζοσπαστικού πολιτικού προγράμματος για μετασχηματισμό της κοινωνίας να  πάρει τραγικές διαστάσεις.
             Δυο χρόνια τώρα αυτές οι διάφορες μορφές αντίδρασης, τα διάφορα  «κινήματα», επέτειναν την ιδεολογική σύγχυση, γιατί όλα αυτά σχεδόν πάντα αφορούσαν ειδικές τακτικές χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, με στόχο την κινητοποίηση κάποιων τμημάτων των εργαζομένων που θίγονταν από τα οικονομικά μέτρα, που περιστρέφονταν γύρω από ιδιαίτερα προβλήματα, παραλείποντας  το πολιτικό άλμα από το ειδικό στο γενικό. Οι αντιδράσεις όμως φέρνουν αποτέλεσμα μόνο όταν υπάρχει ένα ώριμο και ευρύ κίνημα αντίστασης. Όταν υπάρχει ένα ανώριμο και πολιτικά αβέβαιο κίνημα αναζητεί μάλλον ρομαντικούς παρά πραγματικούς και  υπολογίσιμους δρόμους  για αντίδραση.  Κι ενώ στην  Ελλάδα του μνημονίου το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων βιώνουν τις επιπτώσεις των οικονομικών μέτρων,  η αγωνία μπρος στο άγνωστο, μαζί με το φόβο που καλλιεργήθηκε σκόπιμα για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, έχουν σαν αποτέλεσμα το γεγονός ότι πολλοί αρπάζονται από τις ελπίδες που σκορπίζουν οι δημοκρατικοί αριστεροί, ανανεωτές,  ριζοσπάστες κλπ., που υπόσχονται βελτίωση τη όλης κατάστασης χωρίς  καμιά κατ’ ουσίαν ρήξη.   
           Με τις νέες εκλογές και την  αναμενόμενη ανάδειξη μιας νέας αριστερόστροφης κυβέρνησης   είναι πολύ πιθανόν να δοθεί     παράταση του μεσοδιαστήματος μέχρι την πλήρη εξαθλίωσή μας και αυτό να εγγραφεί σαν νίκη της αντίδρασης του λαού  και των εκλογικών επιλογών του. Και εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος όχι  απλώς μιας διάψευσης, αλλά μιας μοιρολατρικής εγκατάλειψης των πραγμάτων όπως έχουν, αρκεί να μη χειροτερέψουν,  και τελικά να αργοπεθάνουμε συντεθλιμμένοι  από ένα σύστημα που απεγνωσμένα δραστηριοποιείται για να γίνει ικανό να μεταλλάξει και χωνέψει όλες τις αντιδράσεις.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ΠΕΡΙ ΕΚΛΟΓΩΝ ο λόγος


           Κάθε συζήτηση για το  εκάστοτε διακύβευμα των  εκλογών οφείλει να βασίζεται στη μελέτη των δεσμών τους με το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα, του οποίου είναι το ιδεολογικό στήριγμα,  και τη συγκεκριμένη συγκυρία διεξαγωγής τους. Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι στη σύγχρονη δημοκρατία  η ψηφοφορία και η κατά κανονικά διαστήματα έκφραση της «λαϊκής κυριαρχίας» εξαναγκάζουν κάθε φορά το κυρίαρχο σύστημα να δείχνει ιδιαίτερο  ενδιαφέρον στα όργανα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, εφόσον η ιδεολογική χειραγώγηση της κοινής γνώμης περιορίζει  πολύ τις δυσάρεστες εκπλήξεις  ενός εκλογικού αποτελέσματος.
         Τελικά,  αυτό που επιδιώκεται είναι ό,τι  θεωρείται   κοινή γνώμη, κατά το δυνατό, να συμπλέει με την  πολιτική βούληση που η κυρίαρχη τάξη προληπτικά υποβάλλει, για να επιβάλλει,  ιδιαίτερα όταν επιδιώκει να προαγάγει μια αντιλαϊκή ενέργεια ή όταν  είναι υποχρεωμένη να υπαχθεί στον εκλογικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση χρησιμοποιείται κατά προτίμηση η συναίνεση παρά η ισχύς, επιτρέποντας να φαίνεται ότι  η δύναμη  της άρχουσας τάξης στηρίζεται στη συναίνεση της πλειοψηφίας, εκφραζόμενης από όργανα δημόσιας κοινής γνώμης, επικυρωμένης από την ψηφοφορία.
         Στη συγκεκριμένη συγκυρία οι απτές συνέπειες της εφαρμογής των μνημονίων δείχνουν να ανατρέπουν τον συσχετισμό  των πολιτικών δυνάμεων, σαρώνοντας την παραδοσιακή διαχείριση της δημόσιας γνώμης που γίνονταν κυρίως με τα οργανωμένα κόμματα  εξουσίας, στο πλαίσιο καθορισμένων, αν και αόριστων  προγραμμάτων, ανεξαρτήτως της μετεκλογικής εφαρμογής τους, και με τα μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον,  η  ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης χρησιμοποιεί ευρύτατα τα θεσμικά μέσα που της παρέχει το κοινοβουλευτικό καθεστώς, για να διατηρηθεί.  Οι δεσμεύσεις όμως  των δυο πρώην  κομμάτων εξουσίας με τα διεθνή και ευρωπαϊκά κέντρα τους αφαίρεσε τη δυνατότητα υποσχέσεων και  ελιγμών  στον τομέα αυτό. Έτσι περιορίζεται η επιχειρηματολογία τους στην κλίση του ουσιαστικού «ευθύνη» και «συγκυβέρνηση», ενώ το σύστημα αναζητεί νέες ισορροπίες με μετασχηματισμούς  κομμάτων ή προγραμμάτων. Οι εκ των άνω μετασχηματισμοί των πολιτικών φορέων συνήθως συμπίπτουν με εσωτερικές ανακατατάξεις ή κρίσεις ηγεμονίας της κυρίαρχης τάξης. Ο μετασχηματισμός στις ισορροπίες μεταξύ των πολιτικών φορέων, οι αλλαγές στους ρόλους τους καταγράφουν τον τρόπο άσκησης της ηγεμονίας  σε μια συγκεκριμένη συγκυρία και στον ίδιο βαθμό ασκούν, με σχετικά σταθερό τρόπο,  την ηγεμονία και οι ποικίλες παραλλαγές του εκλογικού συστήματος, οι διάφορες μορφές ψήφου.      Στην παρούσα συγκυρία διαμορφώνεται ένα νέο δίπολο, Ν.Δ –ΣΥΡΙΖΑ,  ενώ  στην ψηφοφορία τείνουν να δώσουν μορφή δημοψηφίσματος, προβάλλοντας ως διακύβευμα των εκλογών την παραμονή ή όχι στο Ευρώ.  
          Η συμβολή βεβαίως  των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην ανάδειξη αυτών των  διλημμάτων  συνεχίζει να είναι  καθοριστική. Επειδή μάλιστα ευρύτατοι τομείς της κοινής γνώμης είναι ανοργάνωτοι και δεν τους έχουν επηρεάσει αντιλήψεις  που μπορούν να αντισταθούν στις επιθέσεις των μέσων  μαζικής επικοινωνίας, είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην επιρροή των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ακόμα κι αν γενικά γίνεται λόγος για απαξίωσή τους, και στον εγκλωβισμό τους στον  προβληματισμό  που προβάλλεται.  
     Όλες  οι εφημερίδες, ηλεκτρονικά μέσα, πολιτικοί,  κλπ. επαναλαμβάνουν με μονοτονία τα εφιαλτικά σενάρια που θα γίνουν πραγματικότητα   αν αθετήσουμε τις συμφωνίες που οι προηγούμενες κυβερνήσεις συνήψαν.   Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις γίνεται λοιπόν      ξεκάθαρος και  ο περιορισμένος ρόλος των εκλογών. Εκλέγονται βέβαια  τα μέλη του κοινοβουλίου, αλλά η πραγματική εξουσία παραμένει ανεξέλεγκτη, εφόσον διακηρύττεται σε όλους τους τόνους  ότι δεν επιτρέπεται να αλλάξει τίποτε από τις συμφωνίες που η προηγούμενη πολιτική ηγεσία είχε συνάψει, ενώ οι αρμοδιότητες οργάνων που δεν είναι εκλεγμένα πολλαπλασιάζονται με ενίσχυση των προνομίων τους.
     Επιπλέον, το εκλογικό σύστημα δεκαετίες τώρα αποδείχθηκε ένα ιδεολογικό μέσο ιδιαίτερα αποτελεσματικό ως προς την εγκαθίδρυση και τη διατήρηση της ηγεμονίας της αστικής τάξης.  Ως εκ τούτου  στους κόλπους  των λαϊκών τάξεων ο εκλογικός μύθος σπανιότατα αμφισβητείται, ίσως γιατί μερικές φορές φαίνεται να προσφέρεται ως πεδίο πάλης για τις κατώτερες τάξεις. Κι όμως οι εκλογές δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επικυρώνουν έναν συσχετισμό δυνάμεων που έχει  προηγουμένως επικρατήσει.
     Τα εκβιαστικά διλήμματα, οι απειλές που εκτοξεύονται ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού δεν αποβλέπουν παρά μέσα από τις εκλογές να εξασφαλιστεί  από τη μια  το μεθοδικό κλείσιμο διεξόδων  (ΚΚΕ) που δεν ελέγχονται από τα κυρίαρχα οικονομικά κέντρα και από την άλλη η εδραίωση  των ορίων μέσα στα οποία επιτρέπεται οι  καινούργιες πολιτικές δυνάμεις που  μπαίνουν στο μπλοκ εξουσίας  να κινηθούν (ΣΥΡΙΖΑ), με απώτερο στόχο την υποταγή, την άνευ όρων παράδοση μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

ΔΙΑΤΑΞΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ;

             Στο δεκαήμερο, μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου,  τα δυο πρώην κόμματα εξουσίας επέδειξαν  ζήλο πρωτοφανή για δημιουργία κυβέρνησης, απαιτώντας να συμμετάσχει και ο ΣΥΡΙΖΑ ή τουλάχιστον να δώσει ψήφο ανοχής.  Η απαίτησή τους αυτή δεν στηριζόταν  σε αριθμητικά δεδομένα, αφού οι βουλευτές των τριών κομμάτων (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) επαρκούσαν για κυβέρνηση συνεργασίας. Εξάλλου πολύ περιορισμένος λόγος γινόταν για συγκρότηση κυβέρνησης με συμμετοχή  και     των  Ανεξάρτητων  Ελλήνων του Καμμένου. Όλες οι ενέργειες  και πιέσεις στρέφονταν στην αριστερά και  επεδίωκαν  με τις κορώνες περί ευθύνης εθνικής να κυριαρχήσουν οι πολιτικές επιλογές των δυο πρώην μεγάλων κομμάτων και πάλι στον πολιτικό χώρο. Περιθωριοποιώντας το ΚΚΕ,  ήθελαν  να αφομοιώσουν, με τη συμμετοχή σε κυβέρνηση, τον ΣΥΡΙΖΑ, ευελπιστώντας στη δημιουργία μιας χειραγωγημένης αντιπολίτευσης.
              Δυο χρόνια τώρα όλη η προσπάθεια ήταν να αποδεχτούμε την κρίση και τους όρους με τους οποίους  τίθεται από την κυρίαρχη τάξη. Με τις εκλογές αναδείχτηκε ότι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος απορρίπτει τους επιβαλλόμενους όρους εξόδου από την κρίση (μνημόνιο), και παρόλο που βρίσκεται σε σύγχυση για τον τρόπο ξεπεράσματός τους, θεωρεί  σχεδόν πανάκεια τη συμμαχία των κομμάτων.
             Τα δυο πρώην κόμματα εξουσίας, που κατέληξαν να συμπεριφέρονται σαν εντολοδόχοι των κυρίαρχων οικονομικών κέντρων, συνέχιζαν,  με επανάληψη εκβιαστικών διλημμάτων, να μεταθέτουν τις ευθύνες τους  στη ΔΗΜΑΡ και ΣΥΡΙΖΑ, πιέζοντάς τους να διαχειριστούν την κρίση με τους όρους  τους οποίους οι ίδιοι έθεσαν.
               Ο κυρίαρχος λόγος απαιτούσε τα δυο αυτά κόμματα  να αποδεχτούν τους όρους επίλυσης της κρίσης, που έχουν προαποφασιστεί, και διακήρυττε ότι είναι υποχρεωμένα να   υποβάλλουν εποικοδομητικές προτάσεις, οι οποίες όμως για να τελεσφορήσουν, δεν μπορεί παρά να είναι  ευνοϊκές για το κεφάλαιο, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε. Τελικά,  όλο αυτό το δεκαήμερο  με τις διαβουλεύσεις  υπήρξε για να αποδειχθεί, από το κυρίαρχο σύστημα,  ότι οι αριστεροί δεν είναι σε θέση, από αδυναμία, να αναμετρηθούν με την κρίση σύμφωνα με τους δικούς τους όρους.
             Από την άλλη, το ΚΚΕ με τη στάση του δηλώνει ότι το πεδίο που ορίζει η κρίση δεν προσφέρεται για άσκηση κυβερνητικής  πολιτικής εκ μέρους της αριστεράς, μέσα στο υπάρχον πολιτικό σύστημα.  Το ΚΚΕ ξεκαθαρίζει και οριοθετεί  τη θέση του και προκαλεί και το ΣΥΡΙΖΑ να  αποσαφηνίσει και τη δική του  από τα πολλά διφορούμενα, ανεξάρτητα από φραστικούς εξωραϊσμούς ή ρητορικά επιχειρήματα. Το ΚΚΕ επεξεργάζεται την πολιτική του με κριτήρια που στηρίζονται στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, μόνο που ένα μικρό ποσοστό των εργαζομένων έχει ταξική συνείδηση και πολύ μικρότερο  που πιστεύει ότι ανήκει σ’ αυτήν την τάξη. Η αποσαφήνιση της θέσης του  δίνει την εντύπωση σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες πως το ΚΚΕ δεν μπορεί να ενσωματώσει κατά τρόπο συστηματικό επιλογές ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων και ομάδων, που αισιοδοξούν για ανώδυνη διέξοδο από την κρίση.  Εδώ έρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ  που ακριβώς στην προσέλκυση όλων αυτών επιδιώκει να θεμελιώσει την πολιτική του ηγεμονία στο χώρο της αριστεράς και  την αποτελεσματικότητά του.
               Δυο χρόνια τώρα, είναι αλήθεια ότι  το ΚΚΕ ήταν ξεκάθαρο  για τον ιδεολογικό αγώνα, για τις συνθήκες υπό τις οποίες  θα διεξαχθεί και για την αναγκαιότητα της οργάνωσης μιας δομής αγωνιστικής, που δεν μπορούμε  να παραβλέψουμε, στο μέτρο που στην αντίπαλη όχθη υπάρχουν δομές, οργανώσεις πανίσχυρες.
              Το ΚΚΕ πρέπει να χρησιμοποιεί και  όλα τα μέσα που το πολιτικό σύστημα διαθέτει για να αμφισβητεί τις υπάρχουσες δομές κυριαρχίας, χωρίς  να υποχωρεί από τις επιλογές του. Το κυρίαρχο σύστημα έχει όλα τα μέσα, ανεξάρτητα από τους αναλώσιμους τωρινούς εκπροσώπους του, να  περιθωριοποιήσει το ΚΚΕ, χωρίς  μάλιστα μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να αντιδράσουν, εφόσον   σε όλους τους τόνους  επαναλαμβάνεται ότι η  επιλογή της κομμουνιστικής αριστεράς, η συμμετοχή σε αγώνες των εργαζομένων για ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης, είναι ματαιοπονία.
                 Σε όλη την εκλογική περίοδο το αντιμνημονιακό μέτωπο, με ένα νεφελώδη λόγο έστρεφε το ενδιαφέρον του  επιλεκτικά και αποσπασματικά   σε προβλήματα φορολογίας, υπεράσπισης βιοτικού επιπέδου, μείωση ανεργίας κλπ.   πάνω στις οποίες εστιάζεται το ενδιαφέρον των εργαζομένων.  Αυτά τα προβλήματα, που οι εργαζόμενοι θεωρούν  σημαντικά,  δεν μπορεί παρά να είναι και τα θεμελιώδη προβλήματα που τους απασχολούν, κατευθύνουν τις επιλογές τους και επιδιώκουν άμεση αντιμετώπιση και λύση. Θεωρώντας το μνημόνιο ως  αιτία όλων αυτών των δεινών, αποκομμένο από το πολιτικοκοινωνικό σύστημα που το εξέθρεψε και την κυρίαρχη τάξη που το επέβαλλε,  ετερόκλητα πολιτικά υποκείμενα συνέπεσαν στην υπόδειξη του αιτίου. Οι όποιες λοιπόν ιδεολογικές κλιμακώσεις τους  δεν είναι αντιπροσωπευτικές των αντίστοιχων ταξικών και έτσι   η ενότητα που επιδιώκεται παίρνει χαρακτήρα διαταξικό.
           Και προεκλογικά και  σ΄ όλο αυτό το δεκαήμερο, που δεν  μπόρεσε να συγκροτηθεί κυβέρνηση, δεν  αναδείχτηκε η ταξική διάσταση της κρίσης- αυτό που φοβίζει.  Ηταν επομένως  πιο εύκολο τα δυο πρώην κόμματα εξουσίας να διολισθήσουν  από τις  προηγούμενες θέσεις τους, να προσεγγίσουν στους κλώνους τους, που στις προηγούμενες εκλογές αποσπάστηκαν απ’ αυτά, για  να συσπειρωθούν,  στις νέες οι εκλογές, οι εκλογείς που διαχύθηκαν στις εκλογές της 6ης Μαΐου. Καταλήγουν  στο τέλος όλοι να προτείνουν επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου και να επιμένουν στην ενότητα του ελληνικού λαού και των πολιτικών κομμάτων. Το πρόβλημα πια γίνεται  διαταξικό, βαπτίζεται εθνικό. Μεταφέρεται η σύγκρουση σε ένα πεδίο που η κυρίαρχη τάξη ξέρει πολύ καλά να χειρίζεται  και δεν την απειλεί.
             Η απόφαση για το χαρακτήρα της σύγκρουσης  είναι κρίσιμη, γιατί από το είδος της απάντησης  που δίνεται θα εξαρτηθεί το αν και κατά πόσο στις μάχες που έρχονται,  αυτές θα συνδεθούν η όχι με το ταξικό  κίνημα, με την κίνηση των λαϊκών τάξεων.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ;


     « Τίποτε από όσα γίνονται δεν συμβαίνει χωρίς τη θέληση κάποιου θεού. Και τίποτε απ΄ όσα συμβαίνουν δεν γίνεται χωρίς τη συμμετοχή και τη θέληση του ανθρώπου. Το θείο και το ανθρώπινο συνδυάζονται, συγκαλύπτονται… η ελληνική ειμαρμένη δεν εξαλείφει την ανθρώπινη υπευθυνότητα… Εξάλλου και εκεί ακόμα όπου η μοίρα φαίνεται να κυβερνά, ο άνθρωπος δεν παρασύρεται σε καμιά αδράνεια. Όταν λέμε πως κάτι  που συνέβηκε ήταν θέληση της μοίρας, εννοούμε πως συνέβηκε απλούστατα. Διαπιστώνουμε την αδυναμία του ανθρώπου. Αποδεικνύουμε πως συγκρούεται με το σύμπαν, που δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει. Ούτε όμως  επιδοκιμάζουμε τον τρόπο  που το σύμπαν αυτό κυβερνάται ούτε αρνούμαστε πως παίζει κάποιο ρόλο σ’ αυτό το σύμπαν ο άνθρωπος. Ακόμα κι ένας άνθρωπος, προειδοποιημένος από τους χρησμούς, σαν τον Οιδίποδα, προσπαθεί να παλέψει. Άλλωστε, όταν περιέλθει σε τραγικό αδιέξοδο, παραμένει πάντα κύριος της ίδιας του της αντίδρασης…
(Jacqueline De Romilly: Αρχαία Ελληνική Τραγωδία)
             Το κυρίαρχο σύστημα έδωσε στην κρίση διαστάσεις  μεταφυσικής, όπου οι επιλογές των κυρίαρχων οικονομικών κέντρων παίρνουν τη μορφή μοίρας, στην οποία όλοι πρέπει να υποταχτούμε.
           Η κρίση λοιπόν πήρε μεταφυσικά χαρακτηριστικά. Αφού ορίστηκε μονοσήμαντα  ως αποτέλεσμα δικής μας «ανήθικης» συμπεριφοράς, (η εξουσία ήταν διαπλεκόμενη, οι πολίτες διεφθαρμένοι και τεμπέληδες), και η έξοδος από αυτήν ορίζεται το ίδιο. Δεν υπάρχει αριστερή η δεξιά έξοδος  από την κρίση, αλλά πρωτίστως ηθική. Να αλλάξουμε νοοτροπία, να δουλέψουμε περισσότερο κλπ.  Πολλοί από μας εσωτερίκευσαν αυτήν την ανιστόρητη, «υπερταξική» ,  ηθικολογική ερμηνεία.
           Ίσως γι’ αυτό οι εκλογές ανέδειξαν τη σύγχυση του εκλογικού σώματος. Επαναλαμβάνει μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, μαζί με τις κυρίαρχες ελίτ,  ότι απαιτούνται κυβερνήσεις συνεργασίας και η συναίνεση τώρα προβάλλεται ως μια ρυθμιστική ιδέα, που θα στρογγυλέψει τις αιχμηρές διαφορές των πολιτικών κομμάτων εν ονόματι ενός καθήκοντος, στην περίπτωσή μας, εθνικού, και μιας αρετής, της δημοκρατικής. Στόχος πάντα βέβαια  η απονεύρωση  της δυναμικής της αριστεράς, ώστε να είναι αποτελεσματική η  χειραγώγηση των αντιδράσεων των εργαζομένων. Έχοντας λοιπόν  ηθικοποιηθεί η πολιτική  όλες αυτές τις μετεκλογικές μέρες η πιο αξιόπιστη ερμηνεία για το εκλογικό αποτέλεσμα έχει κι αυτή ηθικό χαρακτήρα, είναι «τιμωρία» των δυο πρώην μεγάλων κομμάτων. Μετά την τιμωρία έρχεται η μετάνοια και η συγχώρεση, για να ξαναρχίσουμε από εκεί που οι εκλογές διέκοψαν την πορεία των πολιτικών πραγμάτων.
      Μόνο που όλα όσα συμβαίνουν είναι γεγονότα πολιτικοοικονομικά στο συγκεκριμένο καπιταλιστικό σύστημα,  και όχι μεταφυσικά.
           Η πόλωση θα συνεχιστεί και θα ενταθεί.  Ίσως στην πραγματικότητα το αδιέξοδο το τροφοδοτεί  η σύγκρουση που  μαίνεται στα παρασκήνια,  στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας, για τις τελικές αποφάσεις που θα κληθεί να εφαρμόσει - θα είναι η ασφυξία μας μέσα στο μνημόνιο, θα είναι η έξοδός μας από την ευρωζώνη;
          Η δική μας ελευθερία πάντα παραμένει,  στον τρόπο που θα αντιδράσουμε… 
        Και αυτό όμως είναι το παν, γιατί το πολιτικοοικονομικό  σύμπαν η δική μας  δράση κι αντίδραση το διαμορφώνει.
         

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΑΜΦΙΣΗΜΙΕΣ



             Στην εκπομπή  της Κυριακής, στους "Πρωταγωνιστές" του Σ. Θεοδωράκη, έδωσε συνέντευξη ο γ.γ. της Χρυσής Αυγής Μιχαλολιάκος και οι Σαββόπουλος, Μάρκαρης, Κούλογλου σχολίασαν το φαινόμενο της ανόδου του κόμματος.   Αναφέρθηκαν  στην  ανυπαρξία πολιτικής ή  «στην πολιτική γύμνια της αριστεράς» και   επέμεναν   να ερμηνεύουν  την άνοδό της Χ.Α. χρησιμοποιώντας ψυχολογικούς όρους και τονίζοντας την   ανασφάλεια που οδήγησε τους ψηφοφόρους  στο κόμμα αυτό.   Ο Σαββόπουλος διέγνωσε πως είμαστε άρρωστοι και ότι θα πρέπει «να συνεννοηθούμε, να συναινέσουμε». Από το λόγο τους έλειπε ουσιαστικά η συγκεκριμένη  πολιτική διάσταση, που διαχέονταν  στην προσήλωσή τους στις μεγάλες αρχές και ιδέες της δημοκρατίας μας. Μέσα από τις κουβέντες τους περιγράφονταν  ένα κόμμα, που είναι μια ανορθογραφία της κοινωνίας μας, αποκομμένο όμως  από τη διαδικασία που το γέννησε.
            Στη συνέντευξη του Μιχαλιολάκου κονιορτοποιήθηκε  ο ορθός πολιτικός λόγος και ο Θεοδωράκης είτε δεν ήθελε είτε δεν μπόρεσε  να αντικρούσει  επαρκώς τον κυνικό του λόγο. Πρώτη φορά πολιτικός επιδοκιμάζει κυνικά τη βία, υποκρίνεται τον αντισυστημικό, ειρωνεύεται δημοκρατικές ευαισθησίες, αποενοχοποιεί το ρατσισμό, κηρύσσει πόλεμο στην αριστερή ιδεολογία με επιχειρήματα καφενείου, προβάλλει προκλητικές δικαιολογίες, στα όρια του εμπαιγμού, για συμπεριφορές της Χ.Α γεμάτος αυτοπεποίθηση, με ειρωνικές ατάκες. Η οικειότητα, η άνεση και η χαλαρότητα που χαρακτηρίζει τις συνεντεύξεις του Θεοδωράκη φάνηκαν ανεπαρκείς για να αναδείξουν το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής.  Ο δημοσιογράφος θεώρησε υποχρεωμένος, σαν να ήθελε να  υπερασπιστεί τη θέση του, να απαντήσει στην ερώτησή του Μιχαλολιάκου αν υπηρέτησε στο στρατό, τόνισε μάλιστα τη θητεία του στα σύνορα,  δεν αμφισβήτησε τις προθέσεις του Μιχαλολιάκου να δείξει το αληθινό πρόσωπο της αριστεράς κλπ.
             Βλέποντας την εκπομπή υποψιάζεται κανείς ότι  ο Μιχαλολιάκος και ο τρόπος συμπεριφοράς του θα μας αναγκάσει να αντιληφθούμε  πόσο απατηλή ήταν η ηρεμία, η βασισμένη στην αδιαφορία  και τη συμφωνία επί του ελάχιστου δυνατού κοινωνικού συμβολαίου,  που την τελευταία εικοσαετία καλλιεργούνταν έντονα.
           Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία στη χώρα μας πιστεύαμε ότι η πολιτική λειτουργεί  σε ένα ουδέτερο πεδίο, είχαμε υπερβεί τις διαχωριστικές γραμμές αριστερά – δεξιά, διαθέταμε μάλιστα λύσεις που θα άφηναν τους πάντες ικανοποιημένους, γιατί  οι όποιες συγκρούσεις υποβαθμίζονταν στο επίπεδο του ανταγωνισμού  συντεχνιακών συμφερόντων, που μπορούν να συμβιβαστούν μέσα από το διάλογο.    Η δημοκρατία μας ταυτίστηκε με τη συναίνεση και το διάλογο χωρίς τέλος, όπου η επιδίωξη είναι  η ανάπτυξη διαλογικών σχέσεων με τους άλλους, που θεωρούνται  πολιτικοί αντίπαλοι αλλά επί της ουσίας  διαφοροποιούνται μόνο ως προς τα μέσα υλοποίησης των ίδιων αξιών. Βέβαια, τα τελευταία  χρόνια, τονίζεται ιδιαίτερα  η σταυροφορία εναντίον της διαφθοράς και της διαπλοκής, που  τείνει να υποκαταστήσει   τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αριστεράς και δεξιάς.
          Με το μνημόνιο,  στη χώρα μας, χαράχτηκε   μια νέα πιο «εξειδικευμένη» διαχωριστική γραμμή, μνημονιακοί – αντιμνημονιακοί, και έδωσε την εντύπωση ότι  απειλεί την πολιτική συναίνεση που είχε επιτευχθεί.
         Και αυτή η διαίρεση βέβαια υπερβαίνει και εξαφανίζει ταξικές διαστρωματώσεις και, σε συνδυασμό με τον κυρίαρχο λόγο που απαξιώνει την κομμουνιστική ανάλυση της πραγματικότητας, επέτρεψε σε ακροδεξιά στοιχεία,  που δείχνουν να αντιτίθενται στη κυρίαρχη συναίνεση, να εμφανίζονται ως δυνάμεις που μάχονται το κατεστημένο, εκφράζοντας τη λαϊκή βούληση.  Συναρθρώνουν στο λόγο τους πολλά αιτήματα των λαϊκών στρωμάτων που λοιδορούνται ως οπισθοδρομικά από τις ηγετικές ομάδες του εκσυγχρονισμού  και παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως τους μόνους εγγυητές της εθνικής  κυριαρχίας.
           Μας καθησυχάζει να πιστεύουμε ότι οι σχεδόν  500.000 ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής είναι περιστασιακοί  που μέσα στη σύγχυση και την αγανάκτηση στράφηκαν σ’ αυτή, σαν διέξοδο για την εκτόνωση των αυξανόμενων ανησυχιών και φόβων που προκάλεσαν οι επιπτώσεις της εφαρμογής των μνημονίων. Δεν φαίνεται να ανησυχεί  σοβαρά την κυρίαρχη τάξη  οι αιτίες που τόσοι πολλοί εξέφρασαν τη βαθιά τους δυσαρέσκεια μέσα από ένα ξενοφοβικό  λόγο και δώσανε  την ευκαιρία σε ένα ναζιστικό κόμμα να παρουσιαστεί  ως ο υπέρμαχος των συμφερόντων του λαού απέναντι  τόσο σε ένα πολιτικό κατεστημένο όσο και στους ξένους που απεικονίστηκαν ως απειλή  για την ελληνική κοινωνία και την οικονομία της.  Το ΚΚΕ δεν κατάφερε να κάνει πειστικό τον λόγο του  σ’ αυτά τα τμήματα του πληθυσμού, να αμφισβητήσουν τη λογική της κρίσης, τη λογική δηλ. του καπιταλισμού και να τους δώσει προοπτική.
         Βέβαια όλοι θεώρησαν καθήκον τους να καταδικάσουν την άνοδο  της Χρυσής Αυγής  επαναδηλώνοντας την προσήλωσή τους στις μεγάλες αρχές της δημοκρατίας και εφιστώντας μας την προσοχή  στους κινδύνους του  φασισμού και  ρατσισμού,  που ο κυρίαρχος λόγος  σχεδόν τα αποσπά από το πολιτικό πεδίο, δίνοντάς τους ηθική διάσταση.
        Η είσοδος της Χ.Α  στο κοινοβούλιο  ίσως να είναι ο καταλύτης για την πόλωση που μορφοποιείται ολοένα και πιο ξεκάθαρα. Το κυρίαρχο σύστημα βέβαια θέλει τις διαχωριστικές γραμμές να τις τραβήξει ανάμεσα στα δυο άκρα που τα ταυτίζει – αριστεράς και δεξιάς-  και όλες τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις,  που κάποια στιγμή θα κληθούν να συμπράξουν και θα χρησιμοποιήσει την Χρυσή Αυγή  γι’  αυτό. Η κυρίαρχη τάξη όσο θα εξαθλιώνεται ο κόσμος θα επιστρατεύει περισσότερα φόβητρα, που εμείς οι ίδιοι θα τροφοδοτούμε, και η Χ.Α θα είναι ένα από αυτά, για να εξουδετερώνει αντιδράσεις μας και να απαξιώνει τον ταξικό λόγο της  κομμουνιστικής αριστεράς.
        Και η εκπομπή του Σ. Θεοδωράκη  ενώ νόμιζε κανείς  πως θα  ήθελε να αναδείξει τις πολιτικές διαστάσεις του φαινομένου αυτού απέφυγε να επιμείνει στα πραγματικά επίμαχα θέματα, σαν η εμφάνιση κομμάτων όπως η Χ.Α να καθορίζεται περισσότερο  από κοινωνικά στυλ ή μόδες  και προσωπικές επιλογές, παρά από συμπεριφορές συνδεδεμένες με κοινωνικές τάξεις και πολιτικοοικονομικές καταστάσεις.
     Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η εμφάνιση της Χ.Α στην τηλεόραση την αποδυναμώνει.
      Οι καιροί θα είναι  ολοένα και πιο σκληροί και πιο … πονηροί.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

         Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα του δικομματισμού από τις εκλογές βγήκε με κουρελιασμένη την αλαζονεία του, τραυματισμένη την κοινωνική συναίνεση που μέχρι τώρα εξασφάλιζε και προσπαθεί με ψευτομειλίχιες συμπεριφορές και ενωτικές προτάσεις η και κορώνες περί ευθύνης, αν χρειαστεί, να ξανακερδίσει την ηγεμονία, έστω και ψαλιδισμένη, στις γραμμές των εργαζομένων.
     ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ παραδέρνουν. Το κοινωνικό και οικονομικό οικοδόμημα βρίσκεται σε αδιέξοδο, το οποίο, όπως διαμορφώθηκε από τα εκβιαστικά διλήμματα της μεταμνημονιακής εποχής,  φαίνεται πως δεν μπορεί πλέον να αποτρέψει καμιά αυτόνομη κομματική εκπροσώπηση.
        Στο χώρο της  αριστεράς που καλύπτει ο ΣΥΡΙΖΑ  φαίνεται να παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα, έντονες συζητήσεις, αισιοδοξία  για δυνατότητα πίεσης για αλλαγή πολιτικής.
         Το ΚΚΕ χωρίς να μπορεί να κρυφτεί η απογοήτευσή του, επιμένει στις θέσεις του, ενώ πολλοί του προσάπτουν επικοινωνιακή αδυναμία – συνεχίζει το επικοινωνιακό κριτήριο να θεωρείται καθοριστικό … ακόμα.
          Με την άνοδο στο 17% του ΣΥΡΙΖΑ επίκεντρο έγινε η αριστερή κυβέρνηση, σαν να αφυπνίζεται  από το λήθαργο η ελληνική κοινωνία και να ξαναθυμάται και να απαιτεί την ενότητα των αριστερών δυνάμεων. Για να κάνουν τι;
         Η μέχρι τώρα κυριαρχία του δικομματισμού, των δυνάμεων που διαχειρίζονται τον καπιταλισμό και την κρίση του, δεν οφείλεται μόνο  στο  εκλογικό σύστημα, το οποίο μπορεί να αμβλύνει τη λαϊκή θέληση και να ενισχύσει τις άρχουσες πολιτικές δυνάμεις.  Η κυριαρχία του δικομματισμού είναι έκφραση κοινωνικών συσχετισμών, σχέσης κοινωνίας – πολιτικής, όπως διαμορφώνεται στις πράξεις και σκέψεις του εκλογικού σώματος, που δέχεται κυρίως ως πολιτική δράση και παρέμβαση εκείνη που έχει θεσμικά αποτελέσματα και μόνο. Όλες τις υπόλοιπες δράσεις, διαμαρτυρίες, απεργίες, διαδηλώσεις κλπ τις θεωρεί πράξεις περιθωριακές, συμπληρωματικές  ή και μάταιες.
         Απογοητευμένο λοιπόν αυτό το εκλογικό σώμα από τους φορείς του δικομματισμού στρέφεται στο ΣΥΡΙΖΑ που με το νεφελώδες λόγο του αφήνει να διαφαίνεται ότι δεν είναι μόνο ένα μοχλός  δράσης και  κινητοποίησης των εργαζομένων, αλλά και μια δύναμη που μπορεί να μετατρέψει  τον πολιτικό της  λόγο σε πράξη μέσα από κυβερνητικές θέσεις.
         Εν ολίγοις,  η ψήφος  που δόθηκε  στο ΣΥΡΙΖΑ θα φέρει την αγωνιστική δυναμική για προσβληθούν οι μηχανισμοί αυτοί που έφεραν τη χώρα σ’  αυτό το αδιέξοδο. Μετά την τριήμερη όμως διερευνητική εντολή διαπίστωσε ο Τσίπρας ότι  η «ασθενής πολιτική στήριξη» σε αντίθεση με την «την ευρεία κοινωνική στήριξη» δεν επιτρέπει να γίνει «το όνειρο μιας αριστερής κυβέρνησης πραγματικότητα».
       ΟΙ πέντε όμως  βασικοί άξονες για διάλογο του ΣΥΡΙΖΑ είναι στα πλαίσια  της επίσημης αντίληψης για την πολιτική. Και αυτή η αντίληψη κυρίως περιλαμβάνει    κόμματα που θεσμοθετούν και δεν περιλαμβάνει  τη  δράση των εργαζομένων για λογαριασμό τους, γι’  αυτό και ως αυτό που είναι, παρά μόνο, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ως στήριγμα για τις κομματικές πρωτοβουλίες και βλέψεις. Εν ολίγοις,  ως κόμματα υποστηρίζουμε  αυτά και επιδιώκουμε  εκείνα, στηρίξτε μας για να τα πετύχουμε. Εμείς θα κάνουμε κι εσείς θα ελέγχετε. Και ο ΣΥΡΙΖΑ  αυτήν την αντίληψη επιβεβαιώνει   με τους πέντε άξονες.
          Όμως η αριστερά υπάρχει λόγω της δυναμικής  της κοινωνίας για μετασχηματισμό της  και για την κίνηση της κοινωνίας και όχι η τελευταία για την αριστερά. Εξάλλου τώρα  το πρόβλημα κυρίως προέκυψε γιατί, στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος,  εκχωρήθηκαν εν λευκώ εξουσίες στην κυβέρνηση,  και το λαϊκό κίνημα, με την όποια δυναμική του,  εμπιστεύτηκε τις δυνάμεις που το εκπροσωπούσαν, και το ΠΑΣΟΚ ήταν μια από αυτές.   Τώρα ξαναβλέπουμε ότι πάλι μας διαβεβαιώνουν ότι κάποιοι θα εγγυηθούν  την αλλαγή πολιτικής, όπως θα προκύψει από τον νέο πολιτικό και κοινωνικό συμβιβασμό.  Αλλωστεοι εκλογές  συσχετισμούς δυνάμεων αλλάζουν και όχι πολιτικά συστήματα. Το πολύ πολύ να αλλάξουν την αντιπολίτευση  ή να διαμορφώσουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό, όπως και έγινε. Μετά απ’  αυτό όμως τι;
              Κάνοντας υπόθεση εργασίας:  Υποθέτουμε ότι θα μπορούσε να σχηματιστεί αριστερή κυβέρνηση, και με την ανοχή της κομμουνιστικής αριστεράς, για πέντε συγκεκριμένα μέτρα,(οι άξονες του  ΣΥΡΙΖΑ) όπως ακύρωση περικοπής μισθών,  ακύρωση αντεργατικών νόμων, απλή  αναλογική, δημόσιο έλεγχο τραπεζών, σύσταση διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου. Η Ευρώπη υποθέτουμε ότι διαπραγματεύεται και δέχεται να αναβληθεί η εφαρμογή κάποιων από τα μέτρα, χωρίς βέβαια ο πυρήνας της σχέσης εξάρτησής μας να μπορεί να αλλάξει. Εν ολίγοις παίρνουμε παράταση. Οι περισσότεροι θεωρούμε μεγάλη μας νίκη αυτήν την παράταση, εμπιστευόμαστε τη νέα μας αριστερή κυβέρνηση.
         Εκδοχές αυτής της υπόθεσης εργασίας
         Πρώτη εκδοχή:  Ολη αυτή η σύμπραξη αριστερών δυνάμεων ριζοσπαστικοποιεί μεγάλα τμήματα πληθυσμού και ο αγώνας γίνεται πια από ανθρώπους ταξικά συνειδητοποιημένους, που αποφασίζουν με επίγνωση, χωρίς να φοβούνται τις δυσκολίες, για τον κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αναρωτιέται όμως  κανείς αν υπάρχει αυτή η δυναμική. Και οι πιο αισιόδοξοι θα ισχυριστούν  ότι το εύρος της  λαϊκής διαθεσιμότητας   και δυναμικής  διαμορφώνεται στην πράξη και από την πράξη.
          Δεύτερη εκδοχή: Εφησυχάζουμε… για να αρχίσουμε πάλι να αγανακτούμε όταν θα ξαναρχίσει ό ίδιος κύκλος διλημμάτων και «μεταρρυθμίσεων», αφού τίποτε ουσιαστικά δεν άλλαξε. Και που θα στραφεί  όλη αυτή η αγανάκτηση; Θα ψάχνουμε πάλι να βρούμε ποιοί δεν  έπαιξαν σ΄ αυτό το παιχνίδι… μας μένει η Χρυσή Αυγή η κάποια πιο καθωσπρέπει εκδοχή της.
        Παραλλαγή της. Τα κυρίαρχα οικονομικά κέντρα αποδέχονται όλες τις αποφάσεις του κυρίαρχου λαού, γιατί εν τω μεταξύ και  οι λαοί της Ευρώπης πιέζουν τις κυβερνήσεις τους για πιο φιλολαϊκές πολιτικές….. και όλοι μαζί πάμε στην παραλία
    Κι ύστερα ξυπνήσαμε…
     Πιθανόν με κυβέρνηση πρόθυμη να «ματαιωθούν  τα μέτρα λιτότητας» όπως βάζει προαπαιτούμενο ο Τσίπρας παραδίνοντας τη διερευνητική εντολή.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΠΗ


      Αποδυνάμωση και αποτυχία των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας,  θεαματική αύξηση του ΣΥΡΙΖΑ, σχετική στασιμότητα του ΚΚΕ, σχεδόν θριαμβευτική είσοδο της Χρυσής Αυγής στο κοινοβούλιο τα χαρακτηριστικά του αποτελέσματος  των εκλογών. Επιπλέον, απουσία   αριστερών ριζοσπαστικών επιλογών, μόνο κατακερματισμός, εσωτερικές διαφοροποιήσεις  σε  κόμματα και ανάθεση ρόλων  πολιτικών αρχηγών σε ανεκδιήγητους τύπους- Μιχαλιολάκο  πρωτίστως και Καμμένο.
            Η αριστερά,  για την πλειοψηφία,  δεν αποτέλεσε πηγή αντικαπιταλιστικής  έμπνευσης  και αποτελεσματικής σύγκρουσης με τις πραγματικότητες και τα διλήμματα που συνόδευσαν την εφαρμογή του μνημονίου.  Η λογική που επικράτησε  στο σύνολο του εκλογικού σώματος δεν έχει πολιτικά χαρακτηριστικά. Οι προδομένοι των πρώην δυο μεγάλων κομμάτων, που αγανακτισμένοι πέρυσι βγήκαν στις πλατείες, φέτος ψήφισαν και επένδυσαν το θυμό και την αγανάκτηση σε όποιο  κομματικό σχηματισμό πλειοδοτούσε σε  εθνικιστικές κορώνες απαξίωσης της πολιτικής των μνημονίων ή, στην πιο αριστερή εκδοχή, πρότεινε δημιουργία αριστερών μετώπων αποσυνδεδεμένων από ταξικές διαιρέσεις. Και τώρα περιχαρείς περιμένουμε το αποτέλεσμα των εκλογικών  επιλογών μας, όπως πέρυσι ενθουσιαστήκαμε με τον ανασχηματισμό του Παπανδρέου, γιατί τον χρεώσαμε στην πίεση των αγανακτισμένων.
              Ενώ φαίνεται η σημασία  των δυο πρώην μεγάλων κομμάτων  για την εξασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης  να δέχεται σοβαρά πλήγματα, στην πραγματικότητα το πολιτικό παιχνίδι κυρίως και πρωτίστως εξαρτάται απ’  αυτούς.  Έσπευσαν  να μιλήσουν για οικουμενική ή εθνικής σωτηρίας κυβέρνηση με απώτερο σκοπό να εγκλωβιστούν όλοι στη λογική τους. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στα διάφορα κανάλια είδαν αυτήν την πρόσκληση να απευθύνεται σε όλα τα κόμματα, πλην Χρυσής Αυγής και ΚΚΕ, αφήνοντας να αιωρείται μια ταύτιση στα δύο άκρα.
       Ο ασκός του Αιόλου  άνοιξε. Και υπεύθυνοι είμαστε και εμείς. Αν η υπογραφή των μνημονίων  από την κυβέρνηση Παπανδρέου μας αιφνιδίασε, καταχράστηκε την εμπιστοσύνη  μας που του εξασφάλιζε το φιλολαϊκό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ, το αποτέλεσμα των εκλογών καθρεφτίζει ακριβώς τη διάθεση του εκλογικού σώματος, όχι την απόφασή του.
           Η λαϊκή δυσαρέσκεια από την οικονομική κρίση δεν μεταφράστηκε σε αριστερή επιλογή. Η θεαματική αύξηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν σηματοδοτεί αριστερή στροφή, που θα συνδέει την αγωνιστική  αντιμετώπιση  της παρούσας κρίσης με τη προοπτική ριζοσπαστικών κοινωνικών μετασχηματισμών.  Το εκλογικό σώμα ψήφισε ΔΗΜΑΡ και ΣΥΡΙΖΑ,  γιατί είδε ότι δεν επιδιώκουν να  προκαλέσουν καταλυτικές ρωγμές στο  πολιτικοκοινωνικό σύστημα, αλλά μάλλον ευελπιστούν μια αλλαγή στο συσχετισμό  δυνάμεων στο εσωτερικό  του μπλοκ εξουσίας, που θα διασφαλίζει εκ νέου, στις καινούργιες συνθήκες και υπο καθεστώς κρίσης την αναπαραγωγή των  μικρομεσαίων μικροαστικών στρωμάτων.
     Σ΄ αυτές τις εκλογές για πρώτη φορά με τέτοιο θριαμβικό τρόπο εισέρχεται η φασιστική ακροδεξιά στη βουλή και μάλιστα με ένα λόγο που ακόμα και στον καιρό της δικτατορίας  χρησιμοποιούσε το παρακράτος.  Η απήχησή της συνδέεται  με τη ρητορική της κατά του κατεστημένου, το οποίο θεωρείται από πολλούς πως πρόδωσε το έθνος, ενώ η χρησιμοποίησή της από τον κυρίαρχο λόγο  σαν φόβητρο, αν δεν αποδεχτούμε το μονόδρομο των μνημονίων, μας απέτρεψε να συλλάβουμε τη φύση και τα αίτια της τωρινής κρίσης και πιθανόν μετεκλογικά  η παρουσία της στη βουλή δημιουργήσει αφορμές για ενώσεις "δημοκρατικών δυνάμεων".   Η επιτυχία της ακροδεξιάς  στον πληθυσμό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο ότι φαίνεται να προσφέρει μια ελπίδα και πίστη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Βέβαια αυτές οι ελπίδες στηρίζονται σε εσφαλμένες βάσεις και σε απαράδεκτους μηχανισμούς  αποκλεισμού. Η υπόσχεσή  της  όμως ότι παρέχει εναλλακτική λύση εύκολη, χωρίς κόπο και προσπάθεια ηχεί σαγηνευτική σε μια κοινωνία που δεν διαπαιδαγωγήθηκε πολιτικά.        
    Στις εκλογές αυτές οι συσσωρευμένες εκρηκτικές επιπτώσεις  της κρίσης στο σύνολο του πληθυσμού δεν ώθησαν  μεγάλα τμήματα εργαζομένων προς το ΚΚΕ. Είναι που η κομμουνιστική εκδοχή κατανόησης της κρίσης και αντιμετώπισής της προϋποθέτει  ταξική συνειδητοποίηση, αγώνα και προσπάθεια;
      Τα δύσκολα τώρα αρχίζουν…