Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΡΑΦΘΟΡΕΣ

     Στη μεταπολίτευση, ο πολιτικός λόγος κατασκεύασε το νέο ιστορικό κοσμοείδωλο που συναρμολόγησε  τα πρόσφατα αλλά και τα παλαιότερα γεγονότα του ελληνικού κινήματος με μια επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας. Έτσι τονίστηκε  από τη δεκαετία  ΄40-΄50 η  μεγάλη λαϊκή συστράτευση  με το ΕΑΜ, ενώ  οι ταξικές συγκρούσεις, που οδήγησαν στον  εμφύλιο,  αποδόθηκαν απλώς στην κακοδαιμονία μας και τον ξένο παράγοντα.  Αναδείχτηκε ο  ανένδοτος για την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας  κι όχι οι ήττες της πολιτικής έκφρασης της αριστεράς, της ΕΔΑ, η  αντίσταση κι όχι η απουσία  της επί δικτατορίας. Μιλάγαμε γενικά για  τον αντάρτη κι όχι για τον οργανωμένο στο κόμμα,  για τον  καπετάνιο κι όχι  για  το κομμουνιστικό κόμμα που τους οργάνωνε,  τον λαό κι όχι τις συγκεκριμένες  λαϊκές οργανώσεις. Χρησιμοποιώντας αναλυτικές κατηγορίες λαό/ εξουσία  ισοπεδώναμε συγκεκριμένες  τάξεις και στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, εξαφανίζοντας την πάλη τους και την ιστορικότητά τους. Σ΄ όλη τη μεταπολίτευση έγινε προσπάθεια να οικοδομηθεί  η  πίστη στη διαχρονικότητα του κοσμοειδώλου ενός  λαού, του ελληνικού, πέρα από ταξικούς διαχωρισμούς,  που αφουγκράζεται, που παλεύει, που αντιστέκεται παντού και πάντα.
        Κι είναι αυτή η εικόνα μας που ακόμα πιστεύουμε, πέρα από  ταξικές συγκρούσεις ή κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα.  Γι’ αυτό και σ’  αυτή την κρίση τείνει να χρησιμοποιηθεί  ως  βασικό εργαλείο κατανόησής της η κατηγορία του εθνικού, που τείνει να πάρει τη μορφή σύγκρουσης Γερμανίας – Ελλάδας.  Οι συγκεκριμένες αντιφάσεις των ετερόκλητων ταξικά στοιχείων που  θίγονται  από το μνημόνιο παρακάμπτονται. Και ούτε λόγος να γίνεται για τις  αστικές πολιτικές δυνάμεις, σ’ όλη την Ευρώπη,  που θεωρώντας πως κάθε πολιτική εξουσία δυνάμει αντιστρατεύεται την ελευθερία δράσης του κεφαλαίου επεδίωξαν και πέτυχαν μια ενοποίηση στα μέτρα των κυρίαρχων οικονομικών κέντρων τα οποία  υπηρετούν, δηλαδή  μια οικονομική ενοποίηση  στο επίπεδο  της αγοράς με ανύπαρκτη ταυτόχρονα την πολιτική  εξουσία που θα μπορούσε να ελέγξει  ακόμα και στα πλαίσια ενός αστικού καθεστώτος.
                Συγχρόνως όμως αυτή  η απελευθερωμένη άγρια, ανταγωνιστική  αστική κοινωνία παράγει αυτές τις αντιθέσεις με τέτοια οξύτητα, που μπορεί να επανατροφοδοτήσουν  τον αγώνα της  Αριστεράς και μάλιστα της κομμουνιστικής. Στις στιγμές  που οι κοινωνικές συγκρούσεις  τείνουν προς την οξύτερη έκφρασή τους η συσπείρωση μεγάλων λαϊκών στρωμάτων με την Αριστερά έρχεται να οπλίσει και να δώσει το ιδεολογικό πρότυπο και το ιστορικό υπόβαθρο του πολιτικού τους αγώνα. Κι είναι αυτό που φοβίζει την κυρίαρχη εξουσία.
             Μια εικοσαετία τώρα επιστρατεύτηκαν  διανόηση και  πολιτική για να υποστηρίξουν το τέλος των ιδεολογιών και για να αναδείξουν το καπιταλιστικό σύστημα  ως το καλύτερο δυνατό που θα μπορούσε να υπάρξει. Και συνεχίζουν να το υποστηρίζουν, έχοντας την απαίτηση να το πιστεύουμε ακόμα και τώρα.
              Κι εμείς, η πλειοψηφία των υποτελών τάξεων, παραπλανημένοι και  οργισμένοι   ψάχνουμε να δώσουμε μορφή στις κραυγές μας αναζητώντας ηγεσία και πολιτική έκφραση. Ακόμα συνεχίζουμε να δεχόμαστε το κοσμοείδωλο που μας προσφέρουν από πάνω για να δούμε  τον εαυτό μας, στην καλύτερη περίπτωση καμωμένο από λαϊκές προσδοκίες …παλιάς κοπής και αιτήματα για συγκρούσεις άλλων εποχών, φιλοτεχνημένο όμως με βάση τις πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες ηγετικών ομάδων που τα συμφέροντά τους ταυτίζονται μ’  αυτών των κυρίαρχων οικονομικών τάξεων και τους υπηρετούν. Τριάντα χρόνια με κραυγές και συνθήματα, με επείσακτες ιδεολογίες που αντιπροσώπευαν τα πνεύμα της ευκολίας, που βιώνονταν ως βασική αρετή, ...ξεχαστήκαμε και μοιάσαμε στο παραφθαρμένο  είδωλό μας. Παρασυρθήκαμε από ένα χείμαρρο βουλιμίας προς πάσα κατεύθυνση.  Τα μεγάλα και τα μικρά συμφέροντα καταβρόχθιζαν και  καταβροχθίζουν  τον τόπο και τους ανθρώπους και συνεχίζουν να το κάνουν, ενώ η διανόηση και η πολιτική με το λόγο τους συνεχίζουν ακόμα να σπάνε τα ρεκόρ της ασημαντολογίας.
             Σ΄ αυτό το κοσμοείδωλο βρίσκει τη θέση του και ο εκατομμυριούχος βουλευτής που σύσσωμο το πολιτικό σώμα αναζητεί, θέλοντας να αντιμετωπίσει  την περίπτωσή του σχεδόν σαν εξαίρεση, σαν κάτι το απροσδόκητο στην … άγια τάξη των πολιτικών πραγμάτων. Με κάτι τέτοιες ανάλογες περιπτώσεις θέλουν να αναπαραστήσουν έναν κόσμο δήθεν σε αταξία, που οι αντιθέσεις του οφείλονται σε ατομικές επιλογές και δράσεις, τις οποίες το κυρίαρχο σύστημα μπορεί να τιθασεύσει.  Η περιπτωσιολογία παραμένει ασημαντότητα όταν  δεν συνδέεται με τα γενεσιουργά αίτιά της, που είναι το ίδιο το πολιτικοοικονομικό σύστημα, το οποίο μένει στο απυρόβλητο.
            Σ΄ αυτό το κοσμοείδωλο  βρίσκουν τη θέση τους και οι δυο περιπτώσεις που το ΒΗΜΑ της Κυριακής ανέδειξε σε ένα δισέλιδο, η επιστολή του Αλ. Χαλβατζή, για τις εσωτερικές λειτουργίες του ΚΚΕ,  και η επίσκεψη της  Χρυσής  Αυγής  στη χαλυβουργία. Εδώ έχουμε το  αντίστροφο σκεπτικό. Δυο περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται για να απαξιωθούν εμμέσως πλην σαφώς ένα κόμμα κι ένας αγώνας απεργιακός. Από το μέρος στο όλον με λογικά άλματα και χάσματα.
             Ο φόβος έχει εισβάλλει και στις τάξεις των ντόπιων κυρίαρχων τάξεων, μήπως και η αντίπαλη θεωρία, ιδεολογία και πράξη,  που ανοίγει  προοπτικές  ανατροπής  των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, οργανώσει  λαϊκές τάξεις και στρώματα και διαμορφώσει ταξικές συνειδήσεις και  ένα πολιτικό υποκείμενο ισοδύναμα αντίπαλό τους. Κι αν περισσότερο φαίνεται να στρέφονται  τα πυρά ενάντια στο ΚΚΕ ίσως να συμβαίνει γιατί είναι αυτό που  με την οργάνωσή του μπορεί να καταστήσει τις ιδέες του υλική δύναμη και να γίνει το αντίπαλο δέος του αστικού μπλοκ εξουσίας.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΕΞΟΥΘΕΝΩΤΙΚΗ … ΣΩΤΗΡΙΑ

Αυτά τα δυο χρόνια η μόνη πραγματικότητα της εξουσίας είναι η πολιτική της βούληση, το είδος της οποίας μπορούν να δείξουν τόσο οι ιδεολογίες, που αν και  φαινομενικά διαμετρικά αντίθετες συγκλίνουν όμως στο «δια ταύτα», τις οποίες επικαλέστηκαν και στηρίχτηκαν τα κόμματα εξουσίας, όσο και  οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν. Κοντά σ’  αυτά,  η απόλυτη παραπλάνηση για τις  πραγματικές βουλές των αρχηγών των κομμάτων εξουσίας  με τις αιφνίδιες εκλάμψεις τους είτε πατριωτισμού είτε δημοκρατικότητας, οι ασήμαντες ρήξεις τους, που μεγεθύνονται επικοινωνιακά, η περιφρόνηση της κοινωνικής βάσης, η περιχαράκωση της εξουσίας σε περιορισμένο αριθμό, η αδιαμαρτύρητη παραδοχή εκ μέρους βουλευτών  όλων των επιλογών των αρχηγών κομμάτων και των ακριβώς αντιθέτων τους λίγο καιρό  αργότερα, (όρα  στάση Ν. Δημοκρατίας για τα  μνημόνια) η παραδοχή της πολιτικής εξαπάτησης ως δείγματος ύψιστης  πολιτικής  αρετής και δεξιοτεχνίας, δείχνουν  τι σημαίνει για τα πολιτικά κόμματα εξουσίας  πολιτική βούληση. Και πάντα επικαλούνται τη λαϊκή συναίνεση που με εκβιαστικά διλήμματα προσπαθούν να αποσπάσουν και να χειραγωγήσουν.
Καταλήγουμε λοιπόν πάλι η πολιτική ηγεσία, με προεξάρχοντες τον πρωθυπουργεύοντα  Παπαδήμο και τον υπουργό Οικονομικών  Βενιζέλο,  να θριαμβολογεί για τη συμφωνία που επετεύχθη στο Eurogroup για το πρόγραμμα στήριξης της χώρας. Μόνο που  οι τόνοι τώρα είναι σαφώς χαμηλότεροι από τις άλλες φορές που είχε «σωθεί» η χώρα, γιατί παράλληλα  ξεκινά και η προετοιμασία της κοινής γνώμης για τα νέα μέτρα σε μερικούς μήνες και η προσπάθεια να υποβιβαστούν οι «αστοχίες» του προϋπολογισμού που ψηφίστηκε μόλις ελάχιστους μήνες.
Πλήρως υποταγμένο το εγχώριο πολιτικοοικονομικό σύστημα στα κυρίαρχα κέντρα εξουσίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος χρησιμοποίησε για χρόνια τη δύναμή του για να επενδύσει στο φαντασιακό μας, όπου φτιάχνεται η συναίνεση.  Για την πλειοψηφία από μας λοιπόν ακόμα η Ευρωπαϊκή Ένωση  είναι τα μεγάλο ταμπού, ακόμα τη βλέπουμε σα το δίχτυ ασφαλείας που θα μας προφυλάξει από τον όλεθρο κάθε μορφής.  Ίσως γι΄ αυτό πολλοί δεν βλέπουμε τι ακριβώς εξυπηρετεί και ποιοι είναι οι στόχοι όλων αυτών των προγραμμάτων που μας επιβάλλονται.
Το κυρίαρχο σύστημα προσπαθεί τις κρίσεις του καπιταλισμού από περιόδους αποδιάρθρωσης και αποδόμησης να τις μετατρέψει σε περιόδους αναδιάρθρωσης και αναδόμησης, προς το συμφέρον του, και γι’  αυτό απαιτεί και επιβάλλει, σ’  ένα πρώτο στάδιο,  τη μέγιστη συναίνεση και τη μέγιστη κοινωνική και πολιτική ειρήνευση, με πρόσχημα τη σωτήρια μας μέσω της εξαθλίωσής μας.
Οι τράπεζες και το χρηματιστήριο  έχουν εξελιχθεί  σε ιδιαίτερη δύναμη και θέλουν να είναι η μοναδική δύναμη.  Το ανώτατο χρηματοοικονομικό στρώμα είναι εντελώς ελεύθερο, εντελώς ασύλληπτο, και η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης πλήρως υποταγμένη σ’  αυτό.   Η δικτατορία του χρήματος προχωρεί προς μια φυσική κορύφωση και στην Ελλάδα βιώνουμε ήδη  τα αποτελέσματά της σε όλους τους τομείς. Καμιά νομοθεσία δεν πρέπει να της στέκεται εμπόδιο. Οι πολιτικοί μας με τις ενέργειές τους στηρίζουν αυτή την δικτατορία του χρήματος, κάνουν τους νόμους προς το συμφέρον της χρηματοπιστωτικής τάξης χρησιμοποιώντας σαν εργαλείο  την αστική  δημοκρατία  συρρικνώνοντάς τη για να  χρησιμοποιηθεί σαν το πιο αποτελεσματικό  όπλο.
                  Ο Βενιζέλος στη συνέντευξή του στο MEGA προσαρμόζει το κλασικό  δίλημμα από καταβολής … πρώτου μνημονίου στο εκβιαστικότερο «θυσίες και περικοπές ή καταστροφή και θάνατος της ελληνικής οικονομίας» και  κατηγορεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης για μικροκομματικές σκοπιμότητες σε μια  προσπάθεια συμψηφισμού με τις αντίστοιχες σκοπιμότητες των κομμάτων συγκυβέρνησης. Κυρίως όμως  για να καταλήξει να μιλά προς το τέλος της συνέντευξης για την «εξουθενωτική πολυφωνία» τονίζοντας την «ανάγκη ύπαρξης εθνικής ενότητας»,  απαιτώντας  η δημοκρατία να συμβιβάζεται με «εθνική ενότητα, εθνική στρατηγική και κοινωνική συναίνεση» και όχι να  είναι πολίτευμα ερασιτεχνισμού, ανευθυνότητας κι επικίνδυνης επαφής με το ναρκοπέδιο, αλλά πολίτευμα ευθύνης και προοπτικής»
             Ο ευφραδής Βενιζέλος με τη γλωσσική συγκάλυψη – «εξουθενωτικές πολυφωνίες» - βασικών  στόχων των μνημονίων στοχεύει στην απόκρυψή τους και  τη μεθοδευμένη παραπλάνηση. Η δημοκρατία ουσιαστικά  επιδιώκεται να  συρρικνωθεί  και δεν θα αργήσει αυτή η συρρίκνωση να στηριχτεί  απροκάλυπτα με νόμους που θα παράγει μια άβουλη βουλή.
          Η υπουργός Παιδείας  Διαμαντοπούλου συνεχίζοντας το μονόλογό της  επί σκηνής, προσπαθώντας πάντα να μας πείσει για τη συμμετοχή μας  σε κάποιο φανταστικό διάλογο, εγκαθιδρύει  στο χώρο επικυριαρχίας της έναν εξουθενωτικό μονόλογο που καταλήγει σε εκβιασμό,  «Εφόσον δεν προχωράει η αλλαγή στη διοίκηση, (για τα πανεπιστήμια ο λόγος) δεν θα υπάρχει χρηματοδότηση. Αυτό θα γίνει ανεξάρτητα από το ποιος θα είναι στην ηγεσία του υπουργείου».
       Η υφυπουργός Παιδείας Χριστοφιλοπούλου  σύμφωνη με τους κανόνες  γλωσσικής αναδόμησης που είναι μέρος της … παράδοσης του ΠΑΣΟΚ, αναφέρεται σε   σχολεία που εντάσσονται στις Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (ΖΕΠ) και μάλιστα ζητώντας  εξουθενωτική  διακριτικότητα, χωρίς τα ΜΜΕ,   αποφεύγοντας να χαρακτηρίσει την κατάσταση με το όνομά της, που δεν είναι παρά η φτώχεια,  η οποία καλό είναι να μένει στο ημίφως και  την οποία προκάλεσε η μια μετά την άλλη… σωτήρια δανειακή σύμβαση.
              Τρια παραδείγματα πολιτικού λόγου μιας εξουσίας που παραπλανά καλλιεργώντας ψευδείς εντυπώσεις. Οι κυβερνώντες ομνύουν  στις δημοκρατικές  αρχές,  που εμμέσως υπονομεύουν, υποστηρίζουν τον διάλογο, που τον διαγράφουν όταν στην πράξη αποδεικνύεται  ότι το αποτέλεσμα δεν ταυτίζεται με τις αποφάσεις τους, ενδιαφέρονται για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που τη συρρικνώνουν στην προστασία  προσωπικών δεδομένων,  ενώ την  καταρρακώνουν με  ενέργειές που υποβιβάζουν την ποιότητα ζωής.  
Πραγματικά εξουθενωτική η …  σωτηρία μας. Για ποιον όμως τελικά;

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

ΠΟΙΑ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ;

       H νέα μικροαστική και μεσοαστική τάξη στην Ελλάδα, η οποία δημιουργήθηκε στη μεταπολίτευση και σαν μια τάξη με καινούργια μέλη, κυριαρχώντας, και   ύστερα μάλιστα από πολλή προσπάθεια, προσπάθησε να δημιουργήσει μια υποψία παράδοσης που μαζί με τα άλλα πλεονεκτήματα από την παραμονή στις παρυφές της εξουσίας, αγόρασε και φώτα όλων των τύπων.  Αλλά τα φώτα αυτά ήταν σαν το φώς  της λάμπας με αμπαζούρ, που τίποτε άλλο δε φοβάται περισσότερο από το πλάτεμα του  κύκλου του φωτός πάνω στο τραπέζι ή από την αλλαγή  θέσης. Γιατί και η παραμικρή  αλλαγή θα μπορούσε να κλονίσει τη βεβαιότητά της.
        Το φως της λοιπόν ήταν πάντα φιλτραρισμένο από την κυρίαρχη τάξη.  Ποτέ άμεσο, πάντοτε διαθλασμένο. Μέσα μάλιστα στην πολιτικοθεωρητική λαχτάρα που την κατέλαβε να εκσυγχρονιστεί και να μετασχηματιστούν και οι γόνοι της σε φωτεινά πνεύματα, ξέκοψε από θεωρητικές και πολιτικές καταβολές της, διαπραγματεύτηκε τα οράματά της, αφού προηγουμένως ξαναδιάβασε το παρελθόν της  από την ανάποδη, για να δικαιολογήσει το παρόν της.
       Έτσι πολλά από τα μέλη της μπορεί να  απόχτησαν  τολμηρότητα στη σκέψη, την εντελώς αφηρημένη όμως , που δεν  αποκλείει μια δειλία στην πραχτική ζωή και μια πλήρη σύγχυση μπροστά στην πραγματικότητα, όταν γίνεται πολύπλοκη.
          Πολλά από  τα πιο επίλεκτα μέλη της, στον καιρό της ευμάρειας, επιβεβαίωναν με το λόγο και τις πράξεις τους τις αξίες μιας εξατομικευμένης κοινωνίας, όπου το σημαντικό είναι  να είσαι ο εαυτός σου, όπου όλα τα  ιδεολογικά επίπεδα μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοεκτοπίζονται  και υιοθετούσαν τη συγχώνευση σε ιδεολογικό επίπεδο ετερόκλητων στοιχείων για να αποτραπεί η γέννηση  πνεύματος ρήξης.  
        Κάποια από αυτά τα επίλεκτα μέλη,  πέρυσι τον Ιούνιο παρότρυναν την πολιτική ηγεσία να «τολμήσει» να εφαρμόσει  όλα τα μέτρα που επέβαλλε το μνημόνιο.
           Φέτος, κάποια άλλα επίλεκτα  μέλη, τρομαγμένοι ίσως από  την πολιτική τάξη που εγκαθίσταται  με τα μνημόνια,  δημοσιοποιούν  ένα κείμενο που  προσδοκά να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ενός συντεταγμένου κριτικού διαλόγου και κοινωνικών παρεμβάσεων «για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας». Μόνο που μέχρι να δημιουργηθούν απλώς οι προϋποθέσεις  για κριτικό διάλογο και κοινωνικές παρεμβάσεις πιθανόν η ίδια η κοινωνία να μην υφίσταται πια.
          Την ίδια στιγμή  αυξάνονται εκείνοι που όλη τους η δύναμη επιστρατεύεται απλώς και μόνο για να εξασφαλίσουν την καθημερινή τους επιβίωση, που κάθε λεπτό της ύπαρξής  τους έχει να κάνει με την τραχύτητα της ζωής, που υποφέρουν από την οδυνηρή επαφή που έχουν μαζί της, που αντιλαμβάνονται ότι  όλα ετούτα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικών κατακτήσεων  είναι λόγια απάτης όταν κανείς στερείται  το ζωντανό, μοναδικό δικαίωμα  που είναι η εργασία. Όλη αυτή η κατάσταση που συνοδεύεται  από την έστω και θολή  συνειδητοποίηση νέων  προβλημάτων και αναγκών σε μια  διαφορετικά διαμορφωνόμενη  κοινωνία, δημιουργούν ένα εκρηκτικό απόθεμα που κι αν ακόμα δεν είναι δυνατό να εκφραστεί  οργανωμένα δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. 
          Οι  νέοι οικονομικοί όροι ύπαρξης των λαϊκών στρωμάτων τροφοδοτούν μια έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, που πάντα υπάρχει φόβος να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις και παράλληλα οι ιστορικές μνήμες των στρωμάτων αυτών, καθώς έχουν συνδυαστεί με τους αγώνες της αριστεράς στη μεταπολεμική  περίοδο, μπορεί να τροφοδοτήσουν μια πολιτική  ριζοσπαστικότητα η οποία  θα  παίρνει τόσο πιο καθαρά χρώματα και θα προοιωνίζεται βαθιούς ιδεολογικούς μετασχηματισμούς όσο πιο ξεκάθαρη  είναι η συνειδητοποίηση ότι τα αστικά κόμματα είναι υπόλογα για την οικονομική  εξαθλίωση, καθώς στάθηκαν ανίκανα να την αποτρέψουν η να  αντιδράσουν με αποτελεσματικότητα.  Ακόμα όμως μόνο   σποραδικά υπάρχουν αυτές οι δυναμικές αντιδράσεις της εργατικής τάξης   που μπορεί να αποτελέσουν την πρώτη ύλη της οργανωμένης αντίδρασης.
        Η απεργία στη χαλυβουργία είναι η πιο διαρκής δυναμική αντίδραση της εργατικής τάξης και  αποτελεί   για το  ταξικό κίνημα μια συγχώνευση των διάχυτων λαϊκών ριζοσπαστικών προσδοκιών  με  τις υπαρκτές πολιτικές μορφές αγώνα. Η εκατόν  και πλέον ημερών απεργία τους έχει πάρει συμβολικές διαστάσεις κι αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης είναι μια άλλη μορφή περιθωριοποίησής της, σαν να αρνούμαστε στους απεργούς ν’ αντιδρούν μέσα στις υπαρκτές συνθήκες που διαμορφώνονται.  Σε μια απεργία υπάρχουν  συγκρουόμενες ιδεολογικές γραμμές, ανάγκες της καθημερινότητας που πιέζουν, πολιτικοί επηρεασμοί, κούραση από την παράταση της απεργίας, απογοήτευση από την έλλειψη οργανωμένης έμπρακτης συμπαράστασης από άλλους εργαζόμενους  και μπορεί  η συνισταμένη όλων αυτών να οδηγεί σε κάποια καμπή του αγώνα σε λάθος επιλογές τακτικής, σε συμβιβασμούς, σε υποχωρήσεις η και εγκατάλειψη του αγώνα.
         Πολύς λόγος  γίνεται στο διαδίκτυο για την επίσκεψη της χρυσής αυγής  στους απεργούς. Ήταν πραγματικά απρόσμενο, όχι η καιροσκοπική, προβοκατόρικη κλπ.  επίσκεψη των χρυσαυγιτών αλλά η υποδοχή από τους απεργούς. Πολύ πληκτρολόγιο χτυπήθηκε για να αποκαλυφτεί η συμπόρευση του ΚΚΕ με τη Χρυσή Αυγή, ο πουλημένος αγώνας κλπ. Είναι που   προβάλλουμε τις δικές μας προσδοκίες στον δικό τους αγώνα, που δεν κατανοούμε κανένα λάθος, που δεν συνειδητοποιούμε τις δυνάμεις και τα μέσα που θα επιστρατεύσει ο αντίπαλος,  που υποψιαζόμαστε συνωμοσίες, που βρίσκουμε αφορμή να απαξιώσουμε το ΚΚΕ που στηρίζει αυτή την απεργία;
          Από τη στιγμή που η μάχη  πια δεν εξατμίζεται   σε αόριστες θεωρητικολογίες, αλλά η επίθεση σημαδεύει  ίσια τους πραγματικούς εχθρούς, ομάδες, άτομα, σημειώνοντάς τους με το όνομά τους  αρχίζουν και οι κίνδυνοι . 
      Εν αρχή όμως είναι το γεγονός. Κι  αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός των δεκάξι βδομάδων απεργίας μιας χούφτας ανθρώπων, που δεν φυγομάχησαν, ενώ οι περισσότεροι από μας απλώς υπολογίζαμε τα ευρώ που χάνονται από περικοπές σε μισθούς, επικουρικά ταμεία κλπ. ή σκαρώναμε κείμενα για κριτική παρέμβαση.
    Ποια η συμπαράσταση   των περισσότερων από μας;
      

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

«ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΡΟΧΩΡΟΥΜΕ»;

            Την κρίση την βιώνουμε σε οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο. Κι  εκείνο που αναδεικνύεται το πιο σημαντικό είναι πως τα οικονομικά προβλήματα είναι πεδίο  ταξικού  αγώνα, πως κάθε προσπάθεια αντίδρασης στην κρίση δεν μπορεί παρά να μεταβάλλει τους ίδιους τους συσχετισμούς δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις  αυτής της χώρα. Συγχρόνως όμως το πολιτικό κλίμα που κυριαρχεί κάνει φανερό  ένα πράγμα: έχουμε να αντιμετωπίσουμε την πιο οργανωμένη και πιο  επικίνδυνη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στους εργαζόμενους. Ο στόχος δεν είναι απλώς το βιοτικό  επίπεδο.  Είναι η ίδια η δυνατότητα των μισθωτών να διεκδικούν.
     Την Κυριακή πλήθος κόσμου διαδήλωσε ενάντια  στις αποφάσεις των κυρίαρχων πολιτικοοικονομικών κέντρων που επιβάλλονται στη χώρα μας, με πολλούς να εξωθούν τους τρόπους  διαμαρτυρίας  στα άκρα, με βιαιότητες οι οποίες  προκάλεσαν πολλές καταστροφές.  Την επόμενη μέρα περίσσεψαν  τα δάκρυα για το κέντρο της Αθήνας που κάηκε και για τις …500 θέσεις εργασίας που χάθηκαν.
         Η  πάγια θέση του ΚΚΕ,  για τις βιαιότητες στις διαδηλώσεις από κουκουλοφόρους, είναι πως πρόκειται κυρίως και πρωτίστως για προβοκάτορες που προωθούν  στα άκρα,  με βίαιες πράξεις και  εσκεμμένα,  μια κρίση στο επίπεδο  της κοινωνίας που ξεπερνάει τις πραγματικότητες της υπαρκτής κοινωνικής αντιπαράθεσης. Πως επιζητούν την άνοδο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο κράτος και το κίνημα σε τέτοιο ύψος που να αποκλείει κάθε άλλη  στρατηγική και πρακτική, για να αποπροσανατολίσουν  και να σπρώξουν  την κοινωνία σε αποδοχή του κρατικού αυταρχισμού. Φοβάται  το ΚΚΕ πως η συγκέντρωση της βίας στα χέρια ορισμένων σπρώχνει τις μάζες και το υπόλοιπο κίνημα  προς την απόσυρση και το φόβο. Πιστεύει  πως σε μια στιγμή που εμφανίζονται κάποιες προοπτικές ανοίγματος αγώνων σε ευρύτερα στρώματα νεολαίας και εργαζόμενων η τυφλή βία  δεν συμφέρει κανέναν άλλο  παρά το κράτος και το κεφάλαιο για να πετύχει την πειθάρχηση και την καθυπόταξη των εργαζομένων.
      Υπάρχει βέβαια και η  άλλη λογική, όχι αναγκαστικά προβοκατόρικη, η λογική της βίαιης αντιπαράθεσης,  που θεωρεί πως η  εξουσία πρέπει να χτυπηθεί με τα όπλα και τα μέσα ενός πολέμου, ερμηνεύοντας τη διάθεση των λαϊκών στρωμάτων που νιώθουν πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος  απ’  αυτή, για ν’ ακουστεί η φωνή τους. 
        Δεν είναι λοιπόν  μόνο οι αναρχικοί που τα «σπάζουν» κι έτσι καταθέτουν με έμπρακτο τρόπο την ιδεολογία τους  και πολλοί μάλιστα απ’  αυτούς προσπαθούν να εκλογικεύσουν όλες αυτές τις βίαιες πρωτοβουλίες, αλλά και άνεργοι, πιθανόν χωρίς καμιά οργάνωση ή και  «λυσσασμένα απελπισμένοι» νέοι χωρίς συγκεκριμένη ιδεολογική αναφορά, χωρίς να αποκλείονται βέβαια και προβοκάτορες.
        Η ολοένα επιδεινούμενη κρίση οδηγεί σε ρήξη, η οποία προκαλεί αντιπαράθεση  που αρχίζει να έχει σαν όρο της πια  την υπέρβαση του συστήματος. Είναι η εποχή που  φτάνουμε σε σημείο τομής και ανατροπής. Οι  όροι του παιχνιδιού  που θα ξετυλιχτεί τα επόμενα χρόνια είναι σαφείς:  Είτε το κεφάλαιο θα επιβάλλει την ηγεμονία του και θα υποτάξει την εργατική τάξη  είτε η εργατική τάξη θα πρέπει να βαδίσει σε μια πορεία ανατροπής του κεφαλαίου και να προβάλλει το μοντέλο και την ανάγκη μιας νέας πορείας έξω  και πέρα από το καπιταλισμό. Το ΚΚΕ πιο ξεκάθαρα τελευταία προβάλλει  την ανάγκη ανατροπής του συστήματος, με κάποιες προϋποθέσεις,  αφού  και οι ίδιες οι μάζες, ακόμα και τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια  τους δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν τους φοβίζει μια τέτοια πιθανότητα.
        Το βιώνουμε  όλοι  ότι η κατάσταση δεν είναι, ακόμα τουλάχιστον,  επαναστατική. Γιατί ενώ οι κυρίαρχες τάξεις δεν μπορούν να κυβερνούν  όπως παλιά, από την άλλη η πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων δεν έχει  βάλει αιτήματα μιας άλλης διακυβέρνησης, που δεν αφορά πρόσωπα αλλά τον πυρήνα του συστήματος,  ακριβώς  γιατί  πιθανόν δεν έχει   καν συνειδητοποιήσει το πρόβλημα  μιας άλλης διακυβέρνησης.
           Βρισκόμαστε μπρος στην ανάγκη να κάνουμε ένα άλμα  μπροστά, να βρεθούμε ουσιαστικά στην παγκόσμια  πρωτοπορία, χωρίς καθόλου να είμαστε ακόμα προετοιμασμένοι  ιδεολογικά, πολιτικά, θεωρητικά. Το ΚΚΕ δεν έχει άδικο σ’  αυτό. Νησίδες επαναστατικότητας υπάρχουν, όχι όμως  διάχυσή τους σ΄ όλη την κοινωνία.  Δεκάξι βδομάδες απεργίας από τους εργαζόμενους στη χαλυβουργία  και κανείς κλάδος  δεν ξεκίνησε απεργία διαρκείας για συμπαράστασή τους, που να επεκταθεί.  Αν υπήρχε  μια  διάχυτη επαναστατική κατάσταση  οι νησίδες αυτές θα είχαν γίνει... ήπειροι.
          Σίγουρα πάντως, αρχίζουν και μπαίνουν  ξεκάθαρα οι όροι του ζητήματος. Μπαίνουμε σε μια περίοδο σκληρών αγώνων, μια περίοδο όπου οι λαϊκές μάζες θα αισθάνονται ότι προχωράνε στα σκοτεινά,  ακόμα και στα τυφλά.
          Όμως η σκληρή πραγματικότητα και η αδυναμία υπέρβασης της κρίσης χωρίς το ρήμαγμα των εργαζομένων   από τις άρχουσες τάξεις είναι μπροστά μας.  Οι αριστερές δυνάμεις που έχουν συνείδηση του τι παίζεται είναι υποχρεωμένες να δραστηριοποιηθούν για να ξεκαθαρίσουν τους όρους του διλήμματος μπροστά στις λαϊκές μάζες,  χωρίς αυταπάτες και χωρίς να υποτιμούν τους όρους της αντιπαράθεσης που  παίζεται. Δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ΚΚΕ  δεν έχει  αρχίσει  τη διαμόρφωση  του  πολιτικού πόλου  που απαντάει  στα προβλήματα  και τις ανάγκες του μετασχηματισμού της κοινωνίας, μέσα από την κατάκτηση όμως της συναίνεσης των εργαζομένων και όχι της αποξένωσής τους, που οι βιαιότητες μπορεί να προκαλέσουν.
         Και οι βιαιότητες όμως δεν θα αποφευχθούν όσο η κρίση θα βαθαίνει.  Γι’  αυτό ίσως  θα πρέπει να ξεπεραστεί η τακτική καταγγελιών που στο τέλος έχει σαν μοναδική κατάληξη την απομόνωση των πιο εξεγερμένων στοιχείων. Το επιδιωκόμενο θα είναι πώς  να ενσωματωθούν  κι αυτές οι ενέργειες στους αγώνες του λαϊκού κινήματος, που θα δίνουν τη μαζική και οργανωμένη απάντηση στις ενέργειες των κυρίαρχων τάξεων.

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

ΔΙΑΧΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΥΣΗΣ


        Και μέσα σ’  αυτήν την κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία,  έχει κανείς την εντύπωση ότι αυτό που κυρίως  ενδιαφέρει το  κυρίαρχο πολιτικό σύστημα  είναι, κατ’  επιταγή  των πραγματικών εντολέων τους,  να  διασωθούν οι δομές του καπιταλισμού, ίσως πιο εκσυγχρονισμένες, και δευτερευόντως να  μην παρασυρθεί  και το πολιτικό  σύστημα  στην καταστροφή.  Το εγχώριο  πολιτικό σύστημα αφού περιέφερε τις ευθύνες για  το αδιέξοδο, σαν το μουτζούρη,  από κοινωνική τάξη  σε  κοινωνική τάξη, φαίνεται στο τέλος να μένει με το μουτζούρη στο χέρι. Και ο καθένας προσπαθεί να διασωθεί όπως όπως.  
           Η  ευθύνη για τις ολέθριες συνέπειες που υφίσταται   το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων   αποδίδεται από τα ντόπια και ξένα οικονομικά κέντρα, πέρα από τους εργαζομένους,    στο σύνολο των πολιτικών κομμάτων εξουσίας που  δεν λειτούργησαν ούτε και σαν αστικά  κόμματα, για να διαμορφώσουν τουλάχιστον  σ’  αυτές τις δεκαετίες κυριαρχίας τους, έναν ισχυρό παραγωγικό ιστό.
       Η άκρως επικίνδυνη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία και το ολέθριο συνταγολόγιο, που κατά δόσεις συνιστάται για την  ανάρρωσή της, είναι κάτι  που επιμελώς προσπαθούσε να αποσιωπηθεί   εδώ και καιρό. Οσο περνά όμως ο καιρός αυτό γίνεται πιο δύσκολο και η πολιτική  μας τάξη με τις ενέργειές της … επωμίζεται το ρόλο του κατηγορουμένου. Ίσως επομένως  αρχίζουν να προετοιμάζονται πια  και οι εναλλακτικές λύσεις, που η κυβέρνηση Παπαδήμου είναι ο πρόλογος τους.
         Η κρίση  βέβαια διαπερνά όλη την ελληνική κοινωνία. Και δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα η αδυναμία  οργάνωσης ενός μαζικού κινήματος,  ικανού να συγκρουστεί και να επιβάλλει τις δικές του λύσεις  στο οικονομικό και  πολιτικό επίπεδο. Εχει όμως  ξεκινήσει μια μεγάλη κινητικότητα  στα λαϊκά στρώματα και γίνονται έντονες  αναζητήσεις και προσπάθειες απεμπλοκής του μαζικού κινήματος από την πολύμορφη χειραγώγησή του στα κυρίαρχα κέντρα εξουσίας.  Το σύνολο των ενεργών δυνάμεων που μέχρι το μνημόνιο  ήταν ενταγμένοι και πολωμένοι σε σχηματισμούς των κομμάτων εξουσίας  απέχει πια αρκετά   από τη λογική  να δικαιώνει με πράξεις και παραλείψεις τον ιδιόμορφο κοινωνικό και πολιτικό του  συμβιβασμό.
         Δεν υπάρχει ακόμα όμως   η πολιτική δύναμη που από το σύνολο των υποτελών τάξεων να  γίνει αποδεκτή  σαν δύναμη ικανή να ερμηνεύσει τα πολιτική και κοινωνικά φαινόμενα, να τα συνθέσει και να συγκρουστεί για να υπερασπιστεί  τα συμφέροντά τους, παρόλο που το ΚΚΕ  όλο και περισσότερο φαίνεται να πείθει μεγαλύτερα  στρώματα του πληθυσμού γι’  αυτό το ρόλο.
      Είναι φανερό πια  ότι Ευρώπη και ο κόσμος έχουν παραδοθεί στην καταχθόνια εξουσία των τερατωδών βιομηχανικών και χρηματοπιστωτικών  δυνάμεων που μανουβράρουνε τις τύχες ολόκληρων λαών. Δημοκρατίες, κρυπτοφασισμοί, όλα τους έρχονται  βολικά.  Όλα μπορούν να χρησιμέψουν, η ληστεία και ο ιδεαλισμός, η ευγένεια και η ατιμία. ΟΙ κολακείες της ματαιοδοξίας   και οι κάθε είδους υποσχέσεις για παραχώρηση ψηγμάτων εξουσίας χρησιμοποιούνται για  δόλωμα σ’ αυτούς που θα κάνουν τη βρώμικη δουλειά, να εφαρμόσουν τις εντολές τους, -  προς το παρόν είναι οι πολιτικοί.    Ο φόβος αποτελειώνει  τον εξανδραποδισμό τους.
        Το παιχνίδι θα μπορούσε να είχε κερδηθεί αρκετά γρήγορα αν είχαν συμφωνήσει  όλοι ετούτοι που παριστάνουν τους αφέντες του κόσμου στη μοιρασιά του. Ισως όμως αυτοί οι γίγαντες  του χρήματος και της κομπίνας να έχουν  πολύ μικρά μυαλά. Τα μεγάλα μυωπικά  μάτια τους, δεν κατορθώνουν  ν’  απαλλαγούν από τα ανταγωνιστικά τους πάθη, από τις ματαιοδοξίες τους, από τα αντιμαχόμενα συμφέροντά τους από το σήμερα: δεν στέκονται   ικανοί να δημιουργήσουν ένα  αρραγές κοινό μέτωπο εναντίον του εχθρού τους, των ίδιων των υποτελών τάξεων. Οι αγοραστές  αυτοί του κόσμου αφήνονται  να εξαγοράζονται. Προδίνουν  ο ένας τον άλλο, για ένα «γλύκισμα» που ο ένας κλέβει, όπως τα παιδιά,  από τον άλλο, για μια συμφωνία που κλείνει  με έναν  εχθρό, που κάνει  τη δουλειά του σε βάρος των αντιζήλων αυτών. Κι έτσι αδιαφορώντας για την εξαθλίωση που προκαλούν όλο και περισσότερο σε στρατιές ανέργων, αφήνουν να μεγαλώνει  η οργή, που μέρα και νύχτα θ’  αρχίσει να σφυρηλατεί την καταστροφή τους.
       Όσο το λαϊκό κίνημα είναι αδύναμο  οι μεγάλοι του χρήματος θα  κυριαρχούν, ακόμα κι αν  αλληλοϋπονομεύονται. Θα θελήσουν να  ενωθούν μόλις δουν να απειλείται η εξουσία τους και το έδαφος να σειέται κάτω από τα πόδια τους.  Και τότε δεν θα διστάσουν μπροστά σε τίποτε…
         Στη χώρα μας ήδη οι πρώτοι κλονισμοί ανοίγουν ραγισματιές στα τείχη του ντόπιου συστήματος,  όχι γιατί το λαϊκό κίνημα έγινε τόσο ισχυρό, όσο γιατί οι ντόπιοι καπιταλιστές μας είναι πολύ μικροί για να μην είναι αναλώσιμοι. Ακόμα προσποιούνται ότι αυτοί οργανώνουν τα γεγονότα, που στην πραγματικότητα  τους ξεπερνούν.  Γνωρίζοντάς το όμως αυτό θα σκληρύνουν ακόμα  περισσότερο.   
    Και βέβαια, σε όλες τις εποχές οι πιο υπεροπτικοί και οι πιο σκληροί απέναντι στο λαό, είναι  εκείνοι που έχοντας βγει από το λαό υψώθηκαν απάνω απ’ αυτόν  είτε χάρη στην ευλυγισία τους είτε χάρη στις γροθιές τους – κάθε είδους. Πάντα οι προνομιούχες τάξεις χρησιμοποιούσαν φύλακες για τα προνόμιά τους.  Στη σύγχρονη εποχή, στο αστικό σύστημα, τη θέση των επιστατών παίζουν οι διανοούμενοι και τεχνοκράτες μαζί με αναλώσιμους πολιτικούς.
      Και ήδη αρχίζει  και στους κύκλους αυτούς  να επικρατεί  τουλάχιστον σύγχυση…

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΜΕΝΟΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΟΥΝ

           Ο πρωθυπουργεύων τραπεζίτης σε διάγγελμά του τρομοκρατεί έναν ολόκληρο λαό με επίπεδο τόνο φωνής και ύφος, σαν να δίνει οδηγίες  χειρισμού συσκευών, εξαίροντας τη νέα δανειακή σύμβαση και δικαιολογώντας  τους σκληρούς της  όρους με  τις ακραίες εγχώριες συνθήκες που επικρατούν, επαναλαμβάνοντας εν εκτάσει όσα είπε στο χθεσινό υπουργικό συμβούλιο.
              Οι δυο αρχηγοί των κομμάτων εξουσίας  περιγράφουν  στις κοινοβουλευτικές ομάδες τους με γλαφυρό τρόπο το τοπίο της επόμενης μέρας μετά την χρεωκοπία και την επιστροφή στη δραχμή, σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας, συμπίπτοντας απολύτως με τον Παπαδήμο (πιθανόν χρησιμοποίησαν την ίδια βιβλιογραφία!)
          Ο υπουργός οικονομικών Βενιζέλος, εκτός εαυτού στη λογομαχία του με τον Λαφαζάνη,  που κατηγόρησε την κυβέρνηση  για πραξικόπημα κατά του Συντάγματος με την κατάθεση του νομοσχέδιου με το χαρακτηρισμό του κατεπείγοντος,  ονομάζει  τους λόγους γι’ αυτόν τον χαρακτηρισμό «εθνικά υπαρξιακούς»
             Το  ντόπιο πολιτικό σύστημα  φαίνεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Τι φοβούνται όλοι τόσο πολύ;
            Επιδιώκουν με θεατρικές παραστάσεις  να πείσουν για την ορθότητα των αποφάσεων τους, για  να ψηφιστούν τα νομοσχέδια, να δρομολογηθούν τα προγράμματα που επέβαλλαν τα κυρίαρχα ευρωπαϊκά και λοιπά κέντρα,  πριν η δυσφορία πολλαπλασιαζόμενη γίνει ανεξέλεγκτη, πριν  διαγραφούν ξεκάθαρα οι όροι της ουσιαστικής πολιτικής σύγκρουσης και διαμορφωθούν  σαφώς οι αντίπαλες πολιτικοκοινωνικές παρατάξεις; Η δραματοποίηση έχει σκοπό να βιώσουμε τη χρεοκοπία, πριν πραγματοποιηθεί,  ως ύψιστη συμφορά και ύψιστη  ήττα και έτσι να παραλύσει κάθε αντίδραση;
      Η ψήφιση του νομοσχεδίου, ενώ θέλει   να παρουσιαστεί  ως σωτηρία της χώρας, δεν  κρύβει καθόλου  το γεγονός ότι η επιτυχία του  γίνεται δυνατή χάρη στην κυριολεκτική  καταστροφή  σημαντικού  τμήματος της ελληνικής κοινωνίας.  
          Οι εταίροι μας της ευρωπαϊκής ένωσης  μας επιβάλλουν σχεδόν καθεστώς έκτακτης ανάγκης, το οποίο  στηρίζεται στην τρομοκράτησή μας  σε επικοινωνιακό επίπεδο και στην  εξαθλίωσή μας  σε οικονομικό επίπεδο. Και κοντά σ΄ αυτά,  αντιμετωπίζοντάς μας  σαν εχθρούς, θέλουν να αποδεχτούμε τις δανειακές συμβάσεις ανεπιφύλακτα, χωρίς αντιδράσεις. Μάλιστα απαιτώντας από το  εγχώριο πολιτικό κατεστημένο να επιβεβαιώνει  συνέχεια δημόσια και κατ’  επανάληψη την νομιμοφροσύνη του στις αποφάσεις τους, ακυρώνονται ακόμα και οι  αστικές δημοκρατικές διαδικασίες.
          Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι μας αντιμετωπίζουν σαν  ηττημένους  ενός  ταξικού πολέμου που άρχισε από την Ελλάδα, χωρίς ποτέ να κηρυχτεί επίσημα, και γι΄ αυτό  ζητούν την άνευ όρων συνθηκολόγησή μας. Η  επιτυχία τους κρίνεται από το βαθμό  της υποταγής των ηττημένων στον κόσμο των νικητών. Γι’  αυτό χρειάζονται αναρίθμητες πράξεις συνθηκολόγησης  και τρομοκρατίας κι αυτόν τον ρόλο παίζουν τα  διάφορα  μνημόνια. Γι’  αυτό καλλιεργείται η ηττοπάθεια και αποσιωπάται η ταξική διάσταση  της σύγκρουσης των λαϊκών στρωμάτων με τις κυρίαρχες ελίτ. Τα  μνημόνια με βίαιο και καταστροφικό τρόπο, ξεκινώντας από την Ελλάδα, παγιώνουν την ανατροπή που θέλουν να συντελεσθεί  στην Ευρώπη, με εμπροσθοφυλακή τη  Γερμανία.
          Υπήρξαμε ο αδύναμος κρίκος μιας ένωσης που στον καιρό της κρίσης αποκάλυψε την  ταξική της διάσταση – ένωση  οικονομικών συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων.   Ήταν επομένως πολύ πιο  εύκολο να εφαρμοστούν εδώ τα νέα  πρότυπα  που θα την εξυπηρετούν.
          Η ένταξή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι προσπάθειες  προσαρμογή της σ’  αυτήν και η αλλοτρίωση του παραγωγικού  της δυναμικού απ’  αυτήν, μέσα από τις πολύμορφες και πολλές φορές κηδεμονικές σχέσεις   των εγχώριων πολιτικοοικονομικών ελίτ μ’  αυτήν διαμόρφωσαν το πολιτικοοικονομικό περιβάλλον για το οποίο  τώρα εγκαλούμαστε.
           Οι πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας, εκπροσωπώντας   τις κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις εν ονόματι της Ευρώπης, λειτουργούν σαν εμπροσθοφυλακή του καπιταλισμού,   αναλαμβάνοντας   να αναπλάσουν σε πολλά επίπεδα την κοινωνική γεωγραφία της Ευρώπης, μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσουν μέσα και τρόπους  που στο παρελθόν  οδήγησαν την Ευρώπη, και όχι μόνο, στον όλεθρο.
           Στοχοποιώντας λαούς που η οικονομική τους εξαθλίωση θεωρείται ότι είναι  η τιμωρία τους,  γιατί δεν ακολούθησαν τους κανόνες που όρισαν  τα κυρίαρχα οικονομικά  κέντρα, επαναλαμβάνεται η ταξινόμηση  σε προκατασκευασμένες κατηγορίες ολόκληρων λαών, που καθορίζει και τη στάση η οποία  τηρείται απέναντί τους μια και καλή. Το  δυστύχημα είναι ότι μ’   αυτόν τον τρόπο  σκέφτονται πολλές φορές και οι υποτελείς τάξεις των χωρών οι οποίες επαίρονται για την οικονομική τους ορθοδοξία.
       Κι ενώ η Ευρώπη έχοντας  πίσω της ένα τέτοιο παρελθόν θα έπρεπε να ήταν υποψιασμένη, τουλάχιστον η πολιτική της τάξη και οι λαοί της, για τους κινδύνους που εγκυμονεί μια τέτοια οπτική δημιουργίας «αποδιοπομπαίων τράγων» επιμένει να κατασκευάζει αναπαραστάσεις του πραγματικού συναρμολογημένες με βάση αξίες, μέσα και στόχους των οικονομικών κέντρων τα οποία  υπηρετεί: κάθε λαός αξίζει σύμφωνα με τη συμβολή του στην επιτυχία της όλης επιχείρησης που είναι, προς το παρόν η  ευρωπαϊκή ένωση.
        Θα περιμένουμε να φτάσουμε σε στρατόπεδα μαζικού θανάτου πριν αντιδράσουμε;

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

               Αν υπάρχει ένα καλό  στο νέο μνημόνιο, που τις τελευταίες μέρες σε δραματικούς τόνους προβάλλονται οι διαπραγματεύσεις  γι’  αυτό , είναι  το γεγονός ότι αφαιρεί πολλά πέπλα  που έκαναν δυσανάγνωστη την πραγματικότητα.  Μια ολόκληρη σειρά από  αποφάσεις, δράσεις των κυβερνώντων, ιδωμένες  μέχρι τώρα υπό  το πρίσμα της ενοχής μας για  τις οικονομικές μας «αμαρτίες» και της ανικανότητάς μας να είμαστε αντάξιοι των ευρωπαίων, παίρνουν την πραγματική τους   μορφή  και διάσταση, που έκρυβε ή και αλλοίωνε η συνεχής επίκληση στη σωτηρία της χώρας.
            Αρχίζει πια να αποκαλύπτεται η πραγματικότητα. Δεν γίνονται  στ’ αλήθεια διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχουν συμφωνίες, δεν ασκείται πολιτική, δεν σώζεται η χώρα. Δεν έχουμε  να κάνουμε  ούτε καν με αμοιβαίες συμφωνίες για την εξασφάλιση της καλής πίστης  της χώρας στη διεθνή χρηματαγορά, αλλά με υπαγορεύσεις  αποικιακού τύπου.  Τα κυρίαρχα οικονομικά κέντρα επιβάλλουν τις αποφάσεις τους και απαιτούν από τα  κατά τόπους  πολιτικά συστήματα να τις εκτελέσουν. Ο ρόλος των τελευταίων είναι καθαρά επικοινωνιακός, να πείσουν τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού να συναινέσει σ’  αυτές τις αποφάσεις, χωρίς ρήξεις και με μερική έστω διάσωση  τους.
            Οι  αυτοσχεδιαστικοί   επικοινωνιακοί  ελιγμοί  των κυβερνώντων μας,  που  θέλουν να συσκοτίζουν τους στόχους των  αποφάσεων  που παίρνονται, αδυνατούν πια να καλύψουν το μοναδικό στόχο: αναδιάρθρωση της οικονομίας τέτοια, που θα επιφέρει καταστροφή και μέρους της αστικής τάξης και όχι μόνο την εξαθλίωση  των λαϊκών στρωμάτων ή μισθωτών. Η πίτα μικραίνει και κάποιοι φοβούνται ότι μένουν στο περιθώριο. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του  πρόεδρου της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου Κροκίδη για τις κόκκινες γραμμές που έγιναν κόκκινες κορδέλες. Οι εγχώριοι  καπιταλιστές μας πίστευαν ότι  οι αρνητικές επιπτώσεις των μέτρων θα περιοριστούν κυρίως στους κόλπους της μισθωτής εργασίας.  Μερίδες του επιχειρηματικού κόσμου που πλήττονται από τα μνημόνια αρχίζουν να  αναζητούν συμμάχους  για να περιορίσουν την καταστροφή τους.
              Ισως γι’  αυτό από τη μια το MEGA ξεκίνησε το … αντάρτικο   ενώ το ΣΚΑΪ με πάθος συνεχίζει να τρομοκρατεί τον κόσμο με τις συμφορές που θα το  βρουν έτσι και  αντιδράσει.
               Βδομάδες τώρα από τα δελτία των οκτώ και όλα τα συναφή   έχει ξεκινήσει η μεγάλη μάχη των υπολογισμών για να  προσδιοριστούν  πόσοι μισθοί χάνονται, πόσο μειώνονται οι επικουρικές,  οι συντάξεις κλπ. Είναι μάταιο να συζητάμε γι’ αυτά, να τα  αναλύουμε η να προσπαθούμε δήθεν να  βελτιώσουμε τις προτάσεις της τρόικας. Άλλωστε, αυτό το έργο το έχουν αναλάβει οι πολιτικοί μας, που με ολονύχτιες  διαβουλεύσεις θέλουν να μας πείσουν ότι ξέρουν να διαπραγματεύονται. Μόνο που  τους διαφεύγει ότι δεν κάνουν άλλο από το να επιβεβαιώνουν το παλιό σύνθημα των αναρχικών προσαρμοζόμενο, ότι αυτοί μιλούν για ευρώ ενώ   για  μάς διακυβεύεται η ίδια μας η ζωή, για την οποία οι ίδιοι αδιαφορούν.
                 Δυο χρόνια τώρα η  πιο σκληρή καπιταλιστική λογική έχει  επιβληθεί  στη χώρα μας, έστω κι αν χρειάστηκε προς τούτο η υπέρβαση του ίδιου του εγχώριου  πολιτικού συστήματος  και η χάραξη νέων  όρων  πιο δυσμενών για το δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και πιο ευνοϊκών  για το  τεχνοκρατικό   προσωπείο του. 
       Πίσω από τις ηθικολογούσες, παραινετικές, εκφοβιστικές ή και τρομοκρατικές φωνές που υψώνονται ομαδικά από πολιτικούς,  πρωτοστατούντων   των τριών αρχηγών των κομμάτων της κυβέρνησης, του πρωθυπουργεύοντος μη εξαιρουμένου, πίσω από τον ελιτισμό διανοουμένων, το ρεαλισμό τεχνοκρατών, τις  θεατρικές   κραυγές δημοσιογράφων και κυβερνητικών κρύβεται τελικά  μόνο η προσπάθεια να καμφθούν οι αντιστάσεις των εργαζομένων.
        Τα κυρίαρχα  κέντρα εξουσίας σε αγαστή συμφωνία με τα εγχώρια επέβαλλαν την οικονομική μας εξαθλίωση.  Δεν υπάρχει εθνική διέξοδος από την κρίση. Ο αγώνας είναι ταξικός και  η  όποια  αντίδραση  σε όλα αυτά δεν μπορεί να εστιάζεται στο αν ο καπιταλισμός θα έχει περισσότερα ελληνικά χρώματα, αλλά ακριβώς στην ίδια την καπιταλιστική λογική.        
       Καιρός ο αγώνας  μας να γίνει επιθετικός απέναντι  στη σημερινή οργάνωση της κοινωνίας. Νά αρνηθούμε να χρεωθούμε τις συνέπειες  της κρίσης μιας  κοινωνικής οργάνωσης  την οποία δεν διαχειριζόμαστε οι ίδιοι.
             Και μη ξεχνάμε, στο τέλος, με την πορεία που έχουν πάρει τα πράγματα,  ίσως  αληθινά δεν θα έχουμε να χάσουμε τίποτε άλλο από τις αλυσίδες μας.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

ΛΑΘΟΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

       Μόλις και  αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε για τον πραγματικό στόχο  των δανειακών συμβάσεων, καθώς  πληθαίνουν αυτοί που μιλούν για τις αστοχίες τους.  Όσο περνά ο καιρός η αλληλουχία σκοπών, μέσων και αποτελεσμάτων  των  δανειακών συμβάσεων διαταράσσεται και αποκαλύπτονται  οι  πραγματικοί στόχοι  των εταίρων και συνάμα η κυβερνητική  συνέργεια σ’  αυτούς, οι ολιγωρίες και απελπισμένες προσπάθειες συγκάλυψης ευθυνών, που συνθέτουν  το σκηνικό  στο  οποίο  ζούμε  αυτούς τους τελευταίους μήνες. Και όλοι πνιγόμαστε στις λεπτομέρειες, ξεχνώντας  τις ενέργειες και   τους δράστες που μας οδήγησαν εδώ
           Η  αδιαμαρτύρητη σχεδόν  παραδοχή,  εκ μέρους του μεγαλύτερου τμήματος του ελληνικού λαού, όλων των επιλογών των κυβερνώντων ακολούθησε την επι χρόνια  άλωση των μηχανισμών διαμόρφωσης κοινής γνώμης και κατά συνέπεια και των ιδεών μας  και ευαισθησιών μας. Αυτή η άλωση όσο περισσότερο ευκρινής ήταν στα προηγούμενα χρόνια τόσο λιγότερο μας ένοιαζε. Μάλιστα  αφηνόμαστε να ευοδωθεί το ταχύτερο, μια και εγγράφονταν στον αστερισμό του μοντέρνου, του κοσμοπολίτικου κλπ.
           Αυτή η υποδούλωση ιδεών,  συμβόλων, σημείων στην εμπορευματοποίηση δεν βρήκε ιδιαίτερη αντίδραση  στην κοινωνία μας, όσο εξασφαλίζαμε απρόσκοπτα υποσχέσεις για κοινωνική και οικονομική άνοδο. Ο στόχος της υποδούλωσης του λαϊκού υποσυνείδητου εντασσόταν στις ανάγκες του εκσυγχρονισμού του συστήματός μας. Οι περισσότεροι  σκεφτόμασταν, κι ακόμα σκεφτόμαστε, με όρους του πολιτικού επιφαινόμενου, χωρίς να παρακολουθούμε τις μετατοπίσεις που πραγματοποιούνταν τόσο μέσα στα κατώτερα στρώματα της  κοινωνίας όσο και στις οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Η περίφημη μεσαία τάξη ήταν πολύ απασχολημένη με την κοινωνική της αναρρίχηση για να ενδιαφερθεί για   οτιδήποτε άλλο.
          Τάξεις και στρώματα που κυρίως στήριξαν το ΠΑΣΟΚ και το ανέβασαν στην εξουσία, όλος αυτός ο μικροαστικός-μεσοαστικός κόσμος που βαφτίστηκαν μη προνομιούχοι, όλα αυτά τα χρόνια επιδίωκαν να εξασφαλίσουν μια εγγύηση για την μακροβιότητα των υψηλών καταναλωτικών δυνατοτήτων και  την ευμάρειά τους.  Κοινωνικά στρώματα, που ως επί το πλείστον διαμορφώνονταν μέσα στις διαδικασίες ανακατανομής του κοινωνικού πλούτου, αναζήτησαν για χρόνια στο  ΠΑΣΟΚ στην αρχή και μετά και στην "εκκσυγχρονισμένη" Ν.Δ, την εξασφάλιση, την κατοχύρωση αλλά και την εγγύηση για τη διευρυμένη αναπαραγωγή τους. Άλλωστε, κάποιες μερίδες απ’ αυτά τα στρώματα συνδέθηκαν με την κρατική γραφειοκρατία που αποτέλεσαν τον πυρήνα των ανερχόμενων νεοαστών, ενώ άλλοι επιχειρηματικοί κύκλοι, αρκετά  λαίμαργοι, συνέδεσαν στενά τα συμφέροντά τους με την κρατική εξουσία, νεμόμενοι προμήθειες, κρατικές παραγγελίες και δημόσιες επενδύσεις.
          Τον  τελευταίο χρόνο, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των στρωμάτων,  με την ασαφή ταξική υφή, μέσα στο αβέβαιο περιβάλλον που διαμόρφωσαν τα διάφορα μνημόνια  και με τις πρόσθετες δυσκολίες  που σωρεύει η αντιφατικότητα και η ασυναρτησία της  κυβερνητικής διαχείρισης, μέσα στο στένεμα των δυνατοτήτων ανάπτυξης εξαιτίας της οικονομικής  ύφεσης, αισθάνονται να γλιστρά το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
          Κι αρχίζουν τώρα οι μετατοπίσεις προς αντιμνημονιακή πλευρά, πιστεύοντας ότι ταιριάζουν καλύτερα στις  κοινωνικές προσδοκίες τους   οι κορώνες   αντίστασης με εθνικό μάλιστα περιεχόμενο.
          Ακόμα κι αυτοί που το ψήφισαν προσπαθούν να αναθεωρήσουν τη στάση τους, με κραυγαλέα περίπτωση του  Χρυσοχοΐδη, που  ασυστόλως ισχυρίζεται ότι   δεν είχε καμία εμπλοκή στο Μνημόνιο, αφού δεν περιείχε διατάξεις που αφορούσαν το χαρτοφυλάκιό του υπουργού Προστασίας του Πολίτη που είχε τότε.  Η  Διαμαντοπούλου κυνικά  παραδέχεται ότι «είναι πλέον σαφές ότι το Μνημόνιο αποδείχθηκε ελλειμματικό και η εκτέλεσή του δύσκολη και χωρίς τα αποτελέσματα στα οποία ελπίζαμε» και να μην ξεχνάμε και το ΛΑΟΣ που ψήφισε το μνημόνιο και με τα ευφυολογήματά του σχεδόν το αρνείται, βοηθούντος και του ΒΗΜΑΤΟΣ (29/01/12) που  μέσω άρθρου του Β. Χιώτη  περιλαμβάνει το ΛΑΟΣ σ’  αυτούς που το καταψήφισαν (απλώς λάθος;)
         Αποτυγχάνοντας το μνημόνιο, στοιχίζονται  οι θιασώτες του πίσω από την άποψη της κακής εφαρμογής του η των λαθών του, ενώ στήνεται ένας πολύ καλός ιδεολογικός μηχανισμός με βάση τον οποίο σε όλες  τις πολιτικές δυνάμεις πραγματοποιούνται οι δέουσες ανακατατάξεις και ανανεώσεις, που θα τους επιτρέψουν να υπάρξουν και μετά - στην εξαθλιωμένη χώρα. Προσπαθούν να απαλλαγούν από την ευθύνη για την πολιτικοοικονομική κατάσταση της χώρας και προσπαθούν να αναβαπτιστούν με βάση  «πεφωτισμένα» και εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά.
       Το μνημόνιο εξάντλησε την προωθητική του δύναμη,  γιατί εξαντλήθηκαν τα όρια αντοχής του λαού  και της δραστικότητας των μέτρων, έτσι καθώς  εκφυλίστηκε η εξουσία σε μια   διαχειριστική  ασυναρτησία και βυθίζεται στην εξαχρείωση που αποκάλυψε η ανικανότητα και κυνικότητα  των φορέων της. Το μνημόνιο  στο συμβολικό επίπεδο είναι  η απομυθοποίηση των  σωτηριολογικών ικανοτήτων   της εγχώριας και ευρωπαϊκής πολιτικής.
          Τα ιδεολογικά μοτίβα του εκσυγχρονισμού και οι διάφοροι ιδεολογικοί μετασχηματισμοί του, που συγκροτούν την πολιτική  μας σκηνή,  και  έχουν την αφετηρία τους στο ρευστό έδαφος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, έχουν πλέον καταποντισθεί. Ξεκάθαρα φαίνεται πως βασιλεύουν  οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, οι τράπεζες, το κέρδος, το χρήμα, το κεφάλαιο. Βέβαια συνεχίζονται τα εκβιαστικά διλήμματα, (για κόψη του ξυραφιού μιλά με το αυτάρεσκο ύφος του ο υπουργός Οικονομικών),  αλλά είναι αμφίβολο αν θα συνεχίσουν για πολύ ακόμα να είναι αποτελεσματικά.
        Λάθη δεν υπάρχουν στις ευρωπαϊκές και εγχώριες αποφάσεις  για τη χώρα μας, αλλά μόνο  σκοπιμότητες και είναι μάταιο να ψάχνουμε λύσεις στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί και με τους όρους μάλιστα αυτών που την διαμόρφωσαν έτσι.
         Μόνο αγώνας αντίστασης στις ενέργειες των κυβερνώντων. Όλες οι ενέργειες να συγκλίνουν σ’  αυτό τον στόχο από όλες τις αριστερές δυνάμεις – όσες πραγματικά είναι.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

ΠΕΡΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ο λόγος

          Το νομοσχέδιο για τα ναρκωτικά πυροδότησε εντάσεις , με το ΚΚΕ να το χαρακτηρίζει εξίσου επικίνδυνο με τη δανειακή σύμβαση.
            Υποστηρίζει το  ΚΚΕ δια στόματος της γ.γ.  ότι  το  νομοσχέδιο «νομιμοποιεί τη διάδοση των ναρκωτικών, για να μην πούμε και την ωραιοποιεί» ότι  «στηρίζει το ζήτημα αυτό στο ατομικό δικαίωμα του κάθε νέου ανθρώπου να χρησιμοποιεί το σώμα του όπως θέλει» και κατηγορεί ότι «φέρνουν ακριβώς αυτό το μέτρο σε μια περίοδο όπου όλοι οι παράγοντες που συνηγορούν εξ αντικειμένου στη διάδοση των ναρκωτικών, χτυπάνε "κόκκινο": Η ανεργία, η φτώχια, η κοινωνική περιθωριοποίηση»
         Τα ναρκωτικά κατείχαν και κατέχουν  σημαντική θέση σε πολλούς κύκλους, περιθωριακούς, μεγαλοαστικούς, καλλιτεχνικούς είτε σαν  καλλιτεχνική συνιστώσα, σαν εργαλείο για τη διεύρυνση του εσωτερικού κόσμου είτε  πραγματική κοινωνική συνιστώσα όλο και πιο πλατιών στρωμάτων ιδίως  νεολαίας, στην αναζήτηση καινούριων επιπέδων επικοινωνίας και φυγής.
           Από τη δεκαετία του εξήντα, στην Ευρώπη και ιδίως στην Αμερική,  η διάδοση των χημικών παραισθησιογόνων και η εμπειρία των ναρκωτικών και στις μικροαστικές τάξεις,   γίνεται  και μια συλλογική  κοινοβιακή  εμπειρία, που ανακατεύει μυστικισμό, ουτοπισμό, ιδεαλισμό, ανατολικές θρησκείες, μη βία, αδιαφορία για την πολιτική, αναρχο – χριστιανική δημαγωγία, με μια σχεδόν ολοκληρωτική εγκατάλειψη της συγκεκριμένης πραγματικότητας για χάρη της ανακάλυψης του  εσωτερικού κόσμου.
           Ανακαλύπτοντας συγχρόνως  στα χρόνια του εξήντα τη λέξη «επανάσταση», διοχετεύοντάς τη  σε κάθε τομέα και χρησιμοποιώντας τη σαν σφραγίδα για κάθε εμπειρία, ανακαλύπτονται παντού και συνεχώς  επαναστατικά μέσα, τακτικές και θέσεις. Τότε ακριβώς τα ναρκωτικά γίνονται από μόνα τους επαναστατικά, γίνονται ένα από τα μέσα για την πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης. Στο τέλος τα ναρκωτικά κατέληξαν αυτοσκοπός, μοναδικός κόσμος εμπειριών, επομένως ψυχεδελική επανάσταση, επανάσταση δια μέσου  των ναρκωτικών. Τη θέση των αιτημάτων  για αλλαγή και ανατροπή  του συστήματος πήρε ο ακραίος ατομικισμός, ακόμα κι όταν κατά καιρούς αποκτούσε εξωτερικά κοινοβιακές μορφές. Ο πυρήνας δραστηριότητας παρέμενε η ανακάλυψη του εγώ.
            Μάλιστα  θεωρούνταν αυτές οι  ουσίες και η χρήση τους γεγονός από μόνο του επαναστατικό, αφού το πρώτο βήμα για την επανάσταση ήταν  η αποτίναξη των από έξω επιβεβλημένων νοητικών σχημάτων. Κατέληξαν λοιπόν να γίνουν εν πολλοίς η ψευτοεπαναστατική συνιστώσα της επίθεσης στο σύστημα. Αλλά μια πολιτικοποίηση που θα προέρχεται από μια εξωτερική  επέμβαση και όχι από μελέτη και  την κατανόηση της πραγματικότητας και των χαρακτηριστικών της γνωρισμάτων, των κοινωνικών μηχανισμών της,  των βασικών οικονομικών κινήτρων, θα είναι  πάντα κάτι  ημιτελές και αθεράπευτα ατομικιστικό. Είναι χαρακτηριστικό των διανοοουμενίστικων και μικροαστικών κύκλων,  αυτών που θέλουν να βρίσκονται μακριά από την πραγματικότητα, από τις σχέσεις  παραγωγής, που είναι εντελώς αντιφατικά αποφασισμένοι  να δράσουν, να κάνουν τη φωνή τους  να ακουστεί
           Στην τελευταία εικοσαετία, σε μας και την Ευρώπη, η στάση απέναντι στα ναρκωτικά είναι αρκετά αμφίρροπη. Δεν χαρακτηρίζονται πλέον ως μέσο διεύρυνσης της συνείδησης ούτε ως ένδειξη εξέγερσης ενάντια στην κοινωνία. Η χρήση ναρκωτικών  είναι συμπεριφορά του αποτυχημένου, απόδειξη ατομικού ξεπεσμού, ιδίως όταν αποκαλύπτεται. Ουσιαστικά η «in» στάση είναι να αποδοκιμάζει κανείς τα ναρκωτικά, επειδή  όμως τα έχει δοκιμάσει ο ίδιος, μα δεν έφτασε ποτέ μέχρι τα άκρα. Μάλιστα η μορφή του πρεζάκια άλλοτε θεωρείται θύμα όπως ο πολιτικός πρόσφυγας άλλοτε άρρωστος.   Την ίδια στιγμή, εν ονόματι των ανθρώπινων  η ατομικών  δικαιωμάτων η καταστολή προξενεί τρόμο,  ενώ η υποχρεωτική αποτοξίνωση φαίνεται και αυτή βάρβαρη. Έτσι προκύπτουν και οι λεπτές διακρίσεις ανάμεσα σε μεγαλέμπορους, μικροπωλητές και καταναλωτές στις οποίες επιμένουμε. Ποιο θεωρείται  το ιδανικό; Μα να προειδοποιήσουμε τους νέους, να κάνουμε διάλογο μαζί τους, ώστε να συνειδητοποιήσουν  την κατάσταση και να αναλάβουν την ευθύνη. Τελικά καλύτερα να το συζητήσει κανείς, παρά να προσπαθήσει να  το κάνει… να αποτρέψει τη χρήση τους.  Για όλα μια συζήτηση, που  μπορεί και να μην καταλήγει πουθενά.
           Η προοπτική νομιμοποίησης των ναρκωτικών σ’  αυτή τη συγκυρία δεν είναι παρά μια άλλη μορφή ελέγχου, ακριβώς γιατί το κατεστημένο θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει μ’  αυτόν  τον τρόπο, κάνοντάς την άλλο ένα  «καταναλωτικό αγαθό», έναν ακόμα τρόπο εκμετάλλευσης, μιαν άλλη υποχώρηση από τη μεριά του για να κρατήσει φρόνιμο τον κόσμο, δίνοντάς του το … ναρκωτικό του καρότο και όχι μόνο  της ανεργίας το μαστίγιο.
           Το ΚΚΕ στα ναρκωτικά δεν βλέπει παρά ένα μέσο φυγής  που χρησιμοποιεί το σύστημα, που αποκοιμίζει  εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού  τα οποία κλείνουν  μέσα τους έναν  άδηλο κίνδυνο κι αναβρασμό.  
           Και σίγουρα το ΚΚΕ δεν έχει λάθος στις αναλύσεις του, όμως στο δια ταύτα κάπου υπερβάλλει. Πρόσκληση στο λαό για ενασχόληση με το θέμα των ναρκωτικών πιο αποφασιστικά, πρόσκληση σε  εκπαιδευτικούς, γονείς,  δικαστικούς λειτουργούς για παρέμβαση,  ανοιχτές επιστολές   κλπ.   
            Και σίγουρα,   σε μια τέτοια συγκυρία, για ένα τόσο πολύπλοκο και σοβαρό ζήτημα δεν μπορεί να μη εγείρει υποψίες για δόλιες σκοπιμότητες το ενδιαφέρον των κυβερνώντων για τα ναρκωτικά, ενώ εξαθλιώνουν την κοινωνία.
         Και σίγουρα, με   κάθε νομοσχέδιο  ή πρόταση  για  δημοψήφισμα, εκλογές κλπ.  θέλουν να δώσουν οι κυβερνώντες την εντύπωση ότι υπάρχει μια πολιτεία που λειτουργεί, ενώ στην πραγματικότητα έχει μετατραπεί σε έναν μηχανισμό διεκπεραίωσης των εντολών από τα κυρίαρχα κέντρα εξουσίας.
          Επομένως,   όλες οι ενέργειες και δράσεις  μας  προς τα κει πρέπει να στρέφονται, εκεί να εστιάζονται.