Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

ΕΦΤΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ

             Ειδήσεις που με δραματικούς τόνους επαναλαμβάνονται στα δελτία των οκτώ:   Η Γερμανία θέλει η Ελλάδα να εκχωρήσει την κυριαρχία της στη δημοσιονομική της πολιτική σε έναν Ευρωπαίο επίτροπο, σύμφωνα με έγγραφο που αποκαλύπτουν  οι Financial Times, η τρόικα απαιτεί μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα και περικοπές στις επικουρικές συντάξεις, σκληρές οι διαπραγματεύσεις για το PSI  κλπ. Μας βομβαρδίζουν οι ειδήσεις των  οκτώ, και όχι μόνο, με τις  απαιτήσεις, κριτικές, εκβιασμούς των ευρωπαϊκών εταίρων μας κι εμείς άφωνοι τα παρακολουθούμε.
              Ο ευρωπαϊκός δρόμος μας εκβάλλει πια  μόνο στις ατραπούς της απόλυτης φτώχειας.  Το ντόπιο  κυβερνητικό οικοδόμημα με τις προσπάθειες  ανακαίνισής του προ τριμήνου προσπαθεί ακόμα να υφαρπάξει την λαϊκή συναίνεση για την εξαθλίωσή μας ενώ οι αναλώσιμοι πολιτικοί μας προσπαθούν να αποποιηθούν τις ευθύνες τους με τη δικαιολογία της άγνοιάς τους για το περιεχόμενο του πρώτου μνημονίου που δεν διάβασαν είτε κάνουν ανούσιες προτάσεις σε παροπλισμένους ευρωπαίους πολιτικούς είτε προβάλλουν τις εκλογές σαν τη λυτρωτική διέξοδο κλπ.
            Η ίδια η  κοινωνία έχει μπει σε φάση αρρυθμίας, χρεοκοπίας και ακυβερνησίας, ενώ η πλειοψηφία του λαού  νιώθει πως δεν υπάρχει πολιτική προοπτική. Το κοινωνικό και πολιτικό  οικοδόμημα έφτασε σε αδιέξοδα τα οποία, όπως διαμορφώθηκαν  από τα ψευδώνυμα εκβιαστικά  διλήμματα τόσο της κυβέρνησης Παπανδρέου, όσο και του Παπαδήμου, δεν μπορούν πλέον να τα αποτρέψουν οι κομματικές αστικές εκπροσωπήσεις.
           Έφτασε πια ο καιρός  να απεγκλωβιστούμε από διλήμματα και εκβιασμούς που δυο χρόνια τώρα  μας αδρανοποιούν. Να πάψουμε να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημά μας θα λυθεί πίσω από κλειστές πόρτες με  ευρωπαίους γραφειοκράτες, ντόπιους ματαιόδοξους πολιτικούς  και δοτούς πρωθυπουργούς.
           Έφτασε πια ο καιρός  να πάψουμε να δίνουμε την εικόνα μιας κατακερματισμένης κοινωνίας που δεν κατέχεται από  καμιά ιδεολογία, έχοντας απαξιωθεί  στη συνείδηση των περισσότερων μας όλες, αλλά μόνο  είναι  εγκλωβισμένη στην κυρίαρχη ιδεολογία που αναπαράγει τις αντίστοιχες πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές.
            Έφτασε πια ο καιρός να συνειδητοποιήσουμε πως  ολοένα και επιταχύνονται  η πολιτική σύγκρουση και οι ταξικές αντιπαραθέσεις,  περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή
            Έφτασε πια ο καιρός  να σταματήσουμε να θεωρούμε αιτία των δεινών μας τους ξένους και να δούμε την ταξική διάσταση της πολιτικής που ασκείται σε όλη την Ευρώπη. Η εκχώρηση της δημοσιονομικής κυριαρχίας της χώρας  μας  σε ένα ευρωπαϊκό κλιμάκιο δεν είναι εθνική υπόθεση, αλλά καθαρά ταξική. Εμείς απλώς προηγούμαστε των άλλων ευρωπαϊκών λαών, ίσως γιατί πληρούσαμε τους όρους για να λειτουργήσουμε σαν ομάδα πειραματισμού (με τις υπόλοιπες χώρες του νότου σε ρόλο ομάδας ελέγχου)
            Έφτασε πια ο καιρός να  απαιτήσουμε να  πάψουν  να χρησιμοποιούνται από τις πολιτικές μας  ηγεσίες οι όροι  λαός και εργαζόμενοι  που η χρήση τους συγκαλύπτει τις πραγματικές ταξικές αντιθέσεις. Αν δεν κατανοήσουμε την ταξική διάσταση όλης αυτής της πολιτικής ο κίνδυνος  να οδηγηθούμε με τη συναίνεσή μας σε αυταρχικές λύσεις είναι ορατός.
          Έφτασε πια  ο καιρός ν’ αποφασίσουμε  αν θέλουμε  να  υπηρετήσουμε την προοπτική μετασχηματισμού της κοινωνίας και γι’ αυτό  θα πρέπει να μετασχηματιστούμε πρώτα οι ίδιοι,  αρνούμενοι  την εικόνα που φιλοτέχνησε για μας το σύστημα  – αναρριχώμενοι μικροαστοί που διαψεύδονται, μόνο προς το παρόν,  οι προσδοκίες τους και γι΄ αυτό πρέπει να κάνουμε υπομονή
       Έφτασε πια  ο καιρός να αποφανθούμε αν ο κομμουνισμός αποτελεί την απελευθερωτική  προοπτική για τους εργαζόμενους ή εξάντλησε την επαναστατική  του ενέργεια, αν η εργατική τάξη μπορεί να αποτελέσει στον τόπο μας και στον κόσμο ολόκληρο τον αποφασιστικό και αναντικατάστατο αντίπαλο του κεφαλαίου και αν οι μικροαστοί θα συμμαχήσουν μαζί της ή θα περιμένουν να δουν που θα γύρει η πλάστιγγα.
           Έφτασε πια ο καιρός να διαλέξουμε αν το ΚΚΕ, σαν το κόμμα της εργατικής τάξης, που  με την επιμονή του, και  σε καιρούς θριάμβου του καπιταλισμού, διατήρησε  σταθερές  τις ιδεολογικές του καταβολές  θα εμπεδώσει  την ηγεμονία του στις γραμμές των εργαζομένων. Η αν θ’ αναζητούμε μια πλουραλιστική συμμαχία κομμουνιστών, σοσιαλιστών  κοινωνικών κινημάτων, πατριωτών κλπ. στη βάση ενός προγράμματος που θα αποδέχεται τη διατήρηση του συστήματος με κάποιες προσπάθειες βελτίωσής του, ελπίζοντας πως θα διακινδυνεύσουμε έτσι λιγότερο.
        Έφτασε πια ο καιρός  ν’ αποφασίσουμε  αν ο αντικαπιταλιστικός αγώνας έχει νόημα ή αν αποδεχόμαστε  πως η κυριαρχία του κεφαλαίου είναι αιώνια και το μόνο που μπορούμε και αξίζει να κάνουμε είναι ….κουράγιο
       Έφτασε ο καιρός που θα πάρουμε θέση.
       Η σύγκρουση, είτε οργανωμένη είτε, πολύ περισσότερο,  αποσπασματική κι ανοργάνωτη,  είναι θέμα χρόνου να ξεσπάσει
      Ο χρόνος μας τελειώνει

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

«ΓΙΑΤΙ ΓΥΡΙΣΕΣ;»

       Πιστεύαμε πως οι εποχές που ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες είναι ολότελα διαφορετικές, σχεδόν σε όλα τα επίπεδα και πεδία,  από εκείνες  των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Μας φαίνονταν οι αποστάσεις τόσο μεγάλες, και χαιρόμασταν γι’  αυτό, γιατί  δεν ήταν  εκείνα τα χρόνια τα καλύτερα δυνατά για τον τόπο μας, με αποτέλεσμα  και οι περιγραφές  για κείνες τις εποχές να μας δίνουν την εντύπωση  ότι γίνονται  σε άλλη γλώσσα και οι έννοιες  να παρουσιάζονται διαφορετικές και σχεδόν  ξένες  από τις αντίστοιχες τους σημερινές.
         Η αναφορά γίνεται για τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες που τις στοίχειωναν τα χρόνια του εμφυλίου. Ο εμφύλιος μέχρι την μεταπολίτευση  ενώ ήταν  πανταχού παρών, κυριαρχούσε το αποτέλεσμά του χωρίς να φαίνεται η αιτία του. Σαν ένα μυστικό που όταν, μετά την μεταπολίτευση, έπαψε να είναι απαγορευμένο έγινε με τέτοιο τρόπο, που, συσσωρευμένα λαϊκά αιτήματα, αλλά και θολές διεκδικήσεις μιας, για χρόνια, απορρυθμισμένης κοινωνίας κατέληξαν να  θεωρηθούν  ότι βρήκαν την εκπροσώπησή τους σε αστικά κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ.
          Το ΠΑΣΟΚ υιοθέτησε οράματα και φρασεολογία της Αριστεράς,  όχι όμως και τον στόχο της, και έδωσε την εντύπωση ότι βοήθησε στην αποκατάσταση του παρελθόντος, όπου η αριστερή ιδεολογία αναζητούσε την δικαίωσή της. Σχεδόν μέχρι και το μνημόνιο συνέχιζε το ΠΑΣΟΚ να θεωρείται προνομιακός σύμμαχος των αριστερών δυνάμεων, του ΚΚΕ εξαιρουμένου μετά το 1989.
          Ολη αυτή η γιγαντιαία επιχείρηση παραπλάνησης του λαϊκού κινήματος που ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ για τρεις δεκαετίες λειτούργησε αποτελεσματικά περιλαμβάνοντας  στην κοινωνική του βάση λαϊκά στρώματα, εργατικά, αγροτικά, μικροαστικά , μεσοαστικά. Και βέβαια αφού  και η Αριστερά στις ίδιες κοινωνικές δυνάμεις απευθύνεται η όποια συμπόρευση της κατά καιρούς με το ΠΑΣΟΚ δεν θεωρούνταν παρα φύση συμμαχία.
       Μόνο που ποτέ το κύριο στοιχείο για την αναγνώριση ενός κομμουνιστικού ή σοσιαλιστικού  κόμματος δεν περιορίζεται στην κοινωνική προέλευση της εκλογικής πελατείας, γιατί και ο φασισμός  καταμετρούσε στην κοινωνική του βάση λαϊκότατα στοιχεία που συνηθίζουμε να κατατάσσουμε στις λαϊκές, τις καταπιεζόμενες, και υφιστάμενες την εκμετάλλευση, τάξεις.
        Το πρόβλημα  όμως δεν είναι μόνο  η  κοινωνική σύνθεση της εκλογικής πελατείας  ενός κόμματος, αλλά το είδος της ταξικής πολιτικής που το κόμμα αυτό προωθεί, το είδος της ταξικής πάλης με το οποίο πολιτεύεται, το είδος των σχέσεων που εγκαθιδρύει με τις μάζες. Το ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τα χρόνια εμπόδιζε τον ιδεολογικό μετασχηματισμό των λαϊκών μαζών, νέκρωνε τις λαϊκές ευαισθησίες που τις μετέτρεπε σε εκλογικά ποσοστά, ενισχύοντας τη δίψα των ανερχόμενων, παλαιών και νέων, κοινωνικών στρωμάτων, τρέφοντας την κυρίαρχη οικονομία με το συντεχνιακό πνεύμα και το βόλεμα της παραοικονομίας.
         Το ΠΑΣΟΚ τριάντα σχεδόν χρόνια μετά το τέλος των  εμφύλιων συγκρούσεων  κατάφερε να λειτουργήσει ενοποιητικά, να κατασκευάσει νέες κοινωνικές ισορροπίες  και λειτουργικές συλλογικότητες που με απόλυτη επιτυχία  σταθεροποιήθηκαν ως την εποχή του μνημονίου. Μόνο που ποτέ η πολιτική του δεν αντιμαχόταν, πέρα από τη φρασεολογία, την καπιταλιστική ολοκλήρωση, την εκσυγχρονισμένη καπιταλιστική ενσωμάτωσή μας. Κι εμείς βολευόμασταν… μέχρι το μνημόνιο.
         Και πάλι όμως το ΠΑΣΟΚ, και  η αριστερή φρασεολογία του,  επιστρατεύτηκε για να γίνει αποδεκτό το μνημόνιο χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις. Δεν είναι όμως  που το ΠΑΣΟΚ είναι τόσο αποτελεσματικό στην ιδεολογικοπολιτική παραπλάνησή μας, όσο η δική μας ενδοτικότητα και αδυναμία που ο τρόπος ζωής μας τα έκαναν εγγενή γνωρίσματά μας.
         Τριάντα χρόνια αποδοχής και εσωτερίκευσης της κυρίαρχης ιδεολογίας καταλήγουν στην δική μας ηττοπάθεια. Ισως στην πραγματικότητα  το απώτερο αποτέλεσμα των συγκρούσεων  που οι νικητές του εμφυλίου ήθελαν να κατοχυρώσουν  τώρα να επιτεύχθηκε. Τριάντα χρόνια τώρα, ένας γενικός επαναπροσανατολισμός στόχων και επιδιώξεων που μας  χάριζαν και μας, εργάτες και μικρομεσαίους,  κάποια ψήγματα από τα προνόμια  της άρχουσας τάξης, που γινόταν κάτω από την διακριτική κηδεμονία, όρα ΕΟΚ και μετασχηματισμούς της, πέρα από ΗΠΑ,  έδινε στη χώρα  κοσμοπολίτικα χαρακτηριστικά που θαυμάζαμε και επιδιώκαμε.
       Στα εθνικιστικά  μας όμως  παραληρήματα μιλάμε για DNA του έλληνα που περιλαμβάνει την αντίσταση και τον αγώνα, ξεχνώντας βέβαια  να συμπληρώσουμε, δι’  αντιπροσώπου. Φοβόμαστε να διακινδυνεύσουμε.
           Σαν να έχει περάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο  όχι ο φανατισμός, η πίστη και η γενναιότητα των ανταρτών, αλλά μόνο οι καταστροφές και ο θάνατος που προκάλεσε η σύγκρουση και γι΄ αυτό τη φοβόμαστε.
         Σαν το χωρικό στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» που φώναζε στον επαναπατρισθέντα πρώην αντάρτη ότι δεν μπορεί να ξανανάψει φωτιά στο χωριό,  κι εμείς όχι μόνο το πιστεύουμε, αλλά στην πραγματικότητα δεν το θέλουμε. Απαξιώναμε κάθε αγωνιστή αμφισβητώντας τις πράξεις του. Κι ακόμα και τώρα τον φοβόμαστε, τους φοβόμαστε. Οπως στο ίδιο έργο η κόρη του επαναπατρισθέντα  τον ρωτά γιατί γύρισε και τι ήρθε να κάνει στο χωριό, κι εμείς το αναρωτιόμαστε όταν μαθαίνουμε γι’ αυτούς που αγωνίζονται.  Ο παλιός αντάρτης περίσσευε… Ο αγώνας σε μας  είναι περιττός…. πρέπει να δράσουμε… και αν χάσουμε;
     Υιοθετώντας χρόνια τώρα τα αποδεκτά καπιταλιστικά πρότυπα απαξιώναμε, η πλειοψηφία,  κάθε αγώνα χωρίς υλικό κέρδος, κάθε αγωνιστή χωρίς νίκη
     Και συνεχίζουμε να  αναρωτιόμαστε γιατί δεν εξεγειρόμαστε …. όχι οι ίδιοι βέβαια

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

ΥΠΟΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

              Εξάρθρωση κυκλώματος τοκογλύφων στη Θεσσαλονίκη ...
           Αιχμές Γ. Προβόπουλου για την απραξία της κυβέρνησης Παπανδρέου τους πρώτους μήνες διακυβέρνησής της,  παρόλο που είχε ενημερωθεί για την οικονομική κατάσταση…
          Κατηγορίες του Κ. Σημίτη για την ανεπαρκή προετοιμασία της κυβέρνησης Παπανδρέου στο θέμα του μνημονίου που χαρακτηρίζει  «πολιτικά μοιραία λάθος»…
            Δικογραφία κατά του πρώην πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου, και του πρώην υπουργού Οικονομικών, Γιώργου Παπακωνσταντίνου, στον Άρειο Πάγο από τον   οικονομικό εισαγγελέα, Γρηγόρη Πεπόνη για τεχνητή διόγκωση του  ελλείμματος του 2009…
         Ειδήσεις των τελευταίων ημερών που αλληλοσυμπληρώνονται και δείχνουν τη ρευστότητα των καταστάσεων, καθώς ανάμεσα στα οργανωμένα συμφέροντα και την πραγματική κατεύθυνση αυτών των συμφερόντων από τη μια, και τις ανάγκες της κοινωνίας, που υποτίθεται έκφραση τους  φιλοδοξούν να είναι οι  θεσμοί, από την άλλη, υπάρχει μεγάλος  βαθμός  αγεφύρωτης αντίθεσης, που σε επίπεδο επικοινωνίας γίνονται προσπάθειες να καλυφθεί.
        Μια τέτοια προσπάθεια τελευταία  γίνεται για να διασωθεί η  πολιτική των μνημονίων. Η μηδενική αποτελεσματικότητα τους,  ως προς τους διακηρυγμένους  στόχους, θα πρέπει να δικαιολογηθεί, για να  μπορέσει να συνεχιστεί με μια νέα μορφή.
         Χαρακτηριστικό, γενικά, της  πολιτικής δραστηριότητας  των κυβερνώντων είναι ότι κατά κανόνα υποστηρίζει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και για τον λόγο αυτό προσανατολίζεται στα πρότυπα, αξίες, κανόνες, οφέλη της τάξης αυτής. Μάλιστα, με το να προβάλλονται   τα  γνωρίσματα και συμφέροντα της συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης σαν γνωρίσματα και συμφέροντα συλλογικής δραστηριότητας όλης της κοινωνίας δεν τ΄ αναγνωρίζουμε σαν έκφραση μονόπλευρων συμφερόντων  της κυρίαρχης  τάξης.
         Και μέσα όμως στην ηγεμονική  πολιτική τάξη υπάρχει η διάσταση του ανταγωνισμού, που μπορεί να λάβει πολλές μορφές και να αναδυθεί σε διάφορους τύπους  πολιτικών σχέσεων. Βέβαια,   οι πολιτικές  πράξεις της κυρίαρχης τάξης  αποβλέπουν  να διασφαλίζουν  και τις εναλλακτικές λύσεις  για τα συμφέροντά της μέσα σ’ ένα περιβάλλον  ελεγχόμενης σύγκρουσης και  ποικίλων  ίσως διαφορών, που στην πραγματικότητα  όμως όλα θα  συντείνουν να διασφαλίζουν  τα προνόμιά της.  Οι  όποιες συγκρούσεις ποτέ δεν θα ξεπερνούν ένα όριο πέραν του οποίου θα μπορούσε να απειληθεί η ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης
           Τα δυο κόμματα εξουσίας  στη χώρα μας συγκροτούσαν  τη βασική αντίθεση στην οποία, για ιστορικούς περισσότερο λόγους,   άφηναν κι ελάχιστο χώρο και στον αριστερό λόγο. Με τη συγκυβέρνηση του ΄89 έγινε προσπάθεια για πλήρη  αφομοίωσή  του.  Η μετέπειτα μοναχική πορεία του ΚΚΕ διέσωσε, μέχρις ένα σημείο,  τον κομμουνιστικό λόγο, όπως  αποδεικνύεται με την ύστερη γνώση που έχουμε αποκτήσει.
          Στον καιρό του μνημονίου ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία  δραστηριοποιούνται συμπληρωματικά, υπάκουοι εντολοδόχοι  των κυρίαρχων οικονομικοπολιτικών κέντρων και οι δυο, με τη … βοήθεια και του Καρατζαφέρη. Τώρα που η πολιτική του μνημονίου αποτυχαίνει θέλουν να την παρουσιάσουν σαν μια … εξατομικευμένη επιλογή του Γ. Παπανδρέου. Πριν δυο χρόνια ούτε ο Κ. Σημίτης ούτε ο  Γ. Προβόπουλος θεώρησαν υποχρέωσή τους, όπως τώρα, να επέμβουν. Για να διασωθεί η πολιτική των μνημονίων,  ο πιο εύκολος δρόμος είναι να χρεωθεί σε πρόσωπα η κακή διαπραγμάτευσή τους και μάλιστα με τη βοήθεια της δικαιοσύνης.
          Φαίνεται πως  δεν χρειάζεται πια ο Γ. Παπανδρέου, καθώς  οι καινούργιες καταστάσεις που έχει  διαμορφώσει το μνημόνιο    λίγο πολύ έχουν συντελεστεί, έχουν δηλ. περάσει σιγά – σιγά, έχουν αφομοιωθεί, η κοινωνία έχει προσαρμοστεί σ’ αυτές. Πιθανόν και η εγχώρια επαρχιώτικη αστική μας τάξη να θεωρείται από τα κυρίαρχα κέντρα τόσο αναλώσιμη όσο και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι- ακόμα κι αν  επιμένει μέχρι τέλους να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και αναπαράγει το λόγο τους.
         Η ίδια βέβαια εγχώρια ηγεμονική τάξη συνεχίζει να  υπονοεί σε κάθε λόγο της  ότι  δεν υπάρχει θέση για πολιτική κοινωνικών συγκρούσεων. Η κρισιμότητα των στιγμών απαιτεί να ενεργούμε ως μια κοινωνία ώριμη, ενωμένη, χωρίς πολιτικές διαιρέσεις και ύποπτες κοινωνικές αντιθέσεις.  Όποιες  κοινωνικές συγκρούσεις εκδηλώνονται προτιμάται να τους δίνονται  ηθικά χαρακτηριστικά.
         Η  μετατροπή του πολιτικού λόγου σε ηθικιστικό μας απομακρύνει από τις πραγματικές αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων. Ετσι διευκολύνονται και οι στραυροφορίες εναντίον της διαφθοράς και της διαπλοκής που υποκαθιστούν την πολιτική διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ταξικών αντιπάλων. Η απροθυμία των κυβερνώντων  να δώσουν πολιτική διάσταση στα προβλήματα αναδύει εμφανώς την τάση να ευνοείται  το πεδίο της δικαιοσύνης  και να εναποτίθεται στο νόμο να βρει τη λύση σε κάθε είδους διαμάχες, αφήνοντας στο απυρόβλητο την ίδια τη δομή του  συστήματος.
     Το κύκλωμα των τοκογλύφων στη δικαιοσύνη
     Δικογραφία κατά του Γ. Παπανδρέου στον ΄Αρειο Πάγο.
Λεπτομερείς  πληροφορίες, στα όρια του κουτσομπολιού, επισκιάζουν τις πραγματικές  πολιτικές διαστάσεις των γεγονότων.
      Η υποκατάσταση του πολιτικού από το νομικό πεδίο δίνει την ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων,  που περισσότερο απαιτούν ηθική καταδίκη παρά πολιτική αντιμετώπιση. Και βέβαια ούτε λόγος για ταξική  σύγκρουση.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ, ΛΙΓΟΤΕΡΟΙ ΑΝΕΡΓΟΙ;

         Ο  πρωθυπουργός, ελέω τριών κομμάτων, της χώρας, Λουκάς Παπαδήμος, δήλωσε στη βουλή ότι «Προτιμότερο να υπάρχουν ανοιχτές επιχειρήσεις με λίγο χαμηλότερες αποδοχές, αντί κλειστές επιχειρήσεις και περισσότεροι άνεργοι».
      Με τη δήλωσή του ο πρώην τραπεζίτης, σε ρόλο πρωθυπουργού,   υποδεικνύει  τους εργαζόμενους, που δεν  δέχονται να προσαρμοστούν  στις νέες συνθήκες που διαμορφώνει η κρίση, σαν αίτιους της ανεργίας.  Επιπλέον, εμμέσως ομολογεί ότι  η ανεργία όσο δεν έχει ως συνέπεια πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές αφήνει την κυρίαρχη τάξη τουλάχιστον αδιάφορη. Για το ξεπέρασμά της   μάλιστα οι ίδιοι οι καπιταλιστές ζητούν τη σύμπραξη των μισθωτών εργαζομένων, επιχειρηματολογώντας ότι η κρίση είναι  μία  και για όλους η ίδια, και γι’ αυτό πρέπει όλοι να βοηθήσουν να ξεπεραστεί – οι μισθωτοί εργαζόμενοι να εργάζονται εντατικότερα και να  αρκούνται σε  πολύ λιγότερα, με συνεχή  φόβο  να χάσουν ακόμα κι αυτά.
          Όμως δεν υπάρχει μια κρίση αλλά κρίσεις. Για τους εργαζόμενους  κρίση είναι η ανεργία, οι χαμηλοί μισθοί, ενώ  για την  κυρίαρχη τάξη είναι η απώλεια κερδών.   Άλλο πράγμα είναι η οικονομική κρίση και τα μέτρα για το ξεπέρασμα της για την κυρίαρχη τάξη  κι άλλο η οικονομική κρίση και τα μέτρα για το ξεπέρασμά της για τους εργαζομένους.
       Τα εκβιαστικά διλήμματα και  τα εκφοβιστικά σενάρια  για την κρίση και για τα μέτρα ξεπεράσματος της, δυο χρόνια τώρα,  δημιουργούν  το κατάλληλο κλίμα για την άκριτη αποδοχή  από μέρους των εργαζομένων  των μέτρων για την σωτηρία τραπεζών και επιχειρήσεων με  σταθερή κερδοφορία που προτείνουν οι κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις, πανευρωπαϊκά και παγκοσμίως,   σαν μέτρα  για ξεπέρασμα της κρίσης.
           Όταν ξεκίνησε η εφαρμογή του πρώτου μνημονίου η οικονομική κρίση έδειχνε πως μάλλον δίχαζε τους εργαζόμενους παρά τους ένωνε. Με την αρωγή και της κυρίαρχης προπαγάνδας  κάθε  αντίδραση  κλάδου εργαζομένων  συκοφαντούνταν, γιατί υποστηριζόταν ότι  υποδαύλιζε την ικανοποίηση των συντεχνιακών συμφερόντων εις βάρος των υπολοίπων, ευνοώντας έτσι τη διάσταση των εργαζομένων  και όχι την ενότητά τους. Πάνω σ’  αυτό το πεδίο δραστηριοποιούνταν η κυβέρνηση, η εργοδοσία και τα συνδικάτα, πολλές ηγεσίες των οποίων θεωρούσαν τους εαυτούς τους εκπροσώπους της κυρίαρχης τάξης κι όχι των εργαζομένων.
          Πολλοί  αποδεχόμαστε  άκριτα την προπαγάνδα των κυβερνώντων, ότι τα μέτρα τους στρέφονται, χάριν μάλιστα του γενικού συμφέροντός τους, κατά των συντεχνιακών συμφερόντων. Δεν αναρωτιόμαστε όμως η πλειοψηφία τι  εννοούμε όταν λέμε συντεχνιακά συμφέροντα ομάδων εργαζομένων. Εννοούμε συμφέροντα ομάδων εργαζομένων που αντιβαίνουν  στα συμφέροντα των υπολοίπων  μισθωτών; Εννοούμε συμφέροντα ομάδων  εργαζομένων  τα οποία όπως και τα συμφέροντα κάθε ομάδας μισθωτών εργαζομένων  δεν αντιβαίνουν στα συμφέροντα των υπολοίπων  μισθωτών εργαζομένων  αλλά μόνο στα συμφέροντα  της κυρίαρχης τάξης  που ταυτίζονται μάλιστα γενικά με την  οικονομία  της χώρας η την  εθνική οικονομία, ή όπως αλλιώς συνηθίζεται να ονομάζονται  τα συμφέροντα  των κεφαλαιοκρατών; 
             Λίγο λίγο καταστάλαξε σε πολλούς από τους εργαζόμενους  ότι συντεχνιακές ομάδες μισθωτών εργαζομένων είναι κυρίως αυτές του δημοσίου. Θεωρούνται όλοι αυτοί  μια αντιπαραγωγική τάξη δηλ.  μια τάξη που ιδιοποιείται  εισόδημα, που δεν παράγει η ίδια και αυτή αποτελείται κατεξοχήν από τους συγκροτημένους σε ομάδες με συντεχνιακά συμφέροντα εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ  και στο Δημόσιο. Ο ίδιος ο Λοβέρδος δήλωσε ότι ένα εκατομμύριο δημόσιοι υπάλληλοι είναι η αιτία του κακού.
            Υπονοείται, σ’ όλες τις αναλύσεις που εκπορεύονται από τα κυρίαρχα κέντρα, και σε πολλές μάλιστα ρητά δηλώνεται, ότι οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο είναι παράσιτα, γιατί είναι αντιπαραγωγικοί και εκμεταλλευτές των άλλων εργαζομένων του ιδιωτικού.  Αυτό που παράγουν όμως οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο  δεν είναι καν εμπορεύματα, αλλά απλώς χρήσιμα πράγματα, κοινωνικά αγαθά, τα οποία δεν πωλούνται αλλά πρέπει να διατίθενται χωρίς αντίτιμο – υγεία, εκπαίδευση, μετακίνηση κλπ.
        Μ’ αυτό το σκεπτικό και στρέφουν τη μια ομάδα εργαζομένων εναντίον της άλλης και συγχρόνως εξισώνουν τα κοινωνικά αγαθά με εμπορεύματα που πωλούνται αντί αντιτίμου που περιέχει και κέρδος. Άρα, συνέπεια αυτής της εξίσωσης θα είναι ό τι θεωρούνταν μέχρι πρό τινος  κοινωνικό αγαθό  να θεωρείται πια  εμπόρευμα  που θα πρέπει να αγοράζεται.
           Αφού λοιπόν  με τη δημιουργία αυτής της  αντιπαλότητας κατάφεραν οι κυβερνώντες καίρια πλήγματα στους εργαζόμενους στο  δημόσιο τομέα, χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις, τώρα στρέφονται ξεκάθαρα κατά των εργαζομένων στον  ιδιωτικό.
         Το σκεπτικό εδώ στηρίζεται  στην προϋπόθεση ότι οι χαμηλοί μισθοί  ευνοούν την ανταγωνιστικότητα και διατηρούν το ποσοστό κέρδους που συνεπάγεται διατήρηση της επιχείρησης, άρα και μείωση της ανεργίας. 
         Όσο λοιπόν βαθαίνει η κρίση η διάσπαση στους εργαζόμενους θα παίρνει την μορφή της διάκρισης ανάμεσα  σ’ αυτούς που έχουν και σ’ αυτούς που δεν έχουν εργασία και μάλιστα ο κυρίαρχος λόγος υπονοεί  ότι αυτή η διάσπαση  αποτελεί επιλογή, κατακριτέα μάλιστα,  των εργαζομένων που δεν απεμπολούν τα … προνόμια  μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης, για να επιβιώσουν οι επιχειρήσεις.
        Σαν να ξαναγυρνάμε στον 19ο αιώνα όταν οι μεγαλοαστοί έφριτταν κάθε που   οι εργάτες διεκδικούσαν τη ζωή που οι ίδιοι πίστευαν  πως ήταν αποκλειστικό τους προνόμιό και θεωρούνταν απολύτως φυσικό η ανισότητα στον τρόπο ζωής και τις προσδοκίες.
       Και τότε και τώρα οι εργοδότες τόνιζαν ότι οι εργάτες καλά θα έκαναν να  τους ευγνωμονούν  που τους έδιναν δουλειά, αφού υπήρχε ένας μεγάλος εφεδρικός  στρατός ανέργων,  που περίμεναν να πάρουν τη θέση τους.
      Βρισκόμαστε όμως στον 21ο αιώνα… 
      Βρισκόμαστε;

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

"ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ"

        Σε σημερινή μεσημεριανή  ραδιοφωνική εκπομπή  ζητήθηκε από τον Κ. Βεργόπουλο να σχολιάσει την κατάσταση στη  χώρα μας. Ο πανεπιστημιακός καθηγητής  ανάμεσα σε άλλα εξέφρασε την επιδοκιμασία του για την απαίτηση του Μάριο Μοντι να γίνουν σεβαστές οι  θυσίες των Ιταλών από του Ευρωπαίους, σε αντιδιαστολή με την συμπεριφορά του Παπαδήμου, χαρακτήρισε λάθος τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την ανταγωνιστικότητα,  ζήτησε ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ από την Ευρώπη, ενώ χαρακτήρισε αποτυχημένο τον ρόλο της Αριστεράς στην κρίση, γιατί εμπλέκει  θέματα μεταφυσικής, αυτήν την στιγμή, που μοιάζουν ασκήσεις για ηλικίες 18 ετών – χαρακτηρίζοντας δηλ. μεταφυσική  όλα αυτά περί κομμουνισμού  κι αλλαγής της κοινωνίας -  ενώ τους ανθρώπους τους ενδιαφέρουν συγκεκριμένα προβλήματα  ανεργίας κλπ.
           Ακούγοντάς τον   κανείς αρχίζει να ανακαλύπτει κάποιες  από τις πολλές αιτίες που δυο  χρόνια τώρα αποτυγχάνουμε να κινητοποιηθούμε μαζικά και αποτελεσματικά μπροστά σε μια σειρά  επιθετικών εναντίον μας πρωτοβουλιών, τις οποίες  ή άρχουσα τάξη υιοθετεί.
          Η υποτονικότητα και η στωικότητα με την οποία η πλειοψηφία των μικροαστικών  στρωμάτων  αποδέχτηκε την απότομη  αλλαγή πορείας  των κυβερνώντων  δεν οφείλεται μόνο στην άριστη επικοινωνιακή διαχείριση των πολιτικών επιλογών των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, αλλά και στον εγκλωβισμό  μας   σε αναλύσεις που επιμένουν  να βλέπουν απλώς ένα λάθος στις  πολιτικές επιλογές των κρατούντων,  και δεν μας βοηθούν να  διαμορφώσουμε μια συνολική εικόνα για την πορεία των πολιτικών επιλογών που μας επιβάλλονται.
           Την ποιότητα των πολιτικών αναλύσεων  πάντα υποβαθμίζει  ο στενός κομματικός φανατισμός,  ενώ κάποιες άλλες  φορές συσκοτίζει  το επιφανειακά αλληλοσυγκρουόμενο, αλλά στην ουσία συμπληρωματικό, ζεύγος των τεχνοκρατικών και «εθνικοαριστερών» προσεγγίσεων. Δίνεται η εντύπωση πως συγκρούονται, ενώ τελικά μπορεί και να συγχωνεύονται,  δυο αντιθετικές κοινωνικοοικονομικές αντιλήψεις που επιζητούν να επιβάλλουν δυο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η αντίληψη ενός προχωρημένου και στερεότυπου αστικού  εκσυγχρονισμού του κράτους,  τμήμα του ευρύτερου ευρωπαϊκού, που προς το παρόν από δικές μας αστοχίες και λάθη οπισθοδρομεί,  και η αντίληψη μιας αυτόνομης ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας στα πλαίσια  ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, που με ισοτιμία θα συμμετέχει στην ευρωπαϊκή Ενωση… των λαών- συμπλήρωμα της κοσμοπολίτικης αριστεράς. 
          Και οι περισσότερες απ' αυτές τις αναλύσεις  επιμένουν σε ερμηνείες  που δεν αγγίζουν την δομή  του ίδιου του  συστήματος.
         Εν τω μεταξύ η ζωή στη χώρα μετά το μνημόνιο έχει αλλάξει δραματικά. Η οικονομική πίεση οξύνεται ολοένα, χωρίς όμως ακόμα να πυροδοτεί κοινωνικές εκρήξεις,  που να οδηγήσουν σε εκρηκτικά αδιέξοδα το σύστημα. Και όλοι εμείς που δεχόμαστε αυτές τις πιέσεις αναρωτιόμαστε γιατί αργεί αυτή ή έκρηξη,  σαν να πιστεύουμε ότι είναι έργο κάποιων άλλων κι όχι δικό μας η αντίδραση η   λές κι αυτή είναι  τηλεοπτικό γεγονός  που θα παρακολουθήσουμε από τους δέκτες μας. 
        Το μνημόνιο ενεργοποίησε διαδικασίες κοινωνικής ανακατάταξης, στον αντίποδα αυτών που φαίνονταν πως είχαν τεθεί σε κίνηση από τη μεταπολίτευση και μετά, και μάλιστα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Η αναγνώριση  όμως  αυτών των διαδικασιών μόλις που αρχίζουν να γίνονται συνειδητές από τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Σ’ αυτήν την συνειδητοποίηση ούτε οι διανοούμενοι ούτε οι πολιτικοί βοήθησαν. Μόνο το ΚΚΕ επιμένει στις αναλύσεις του να εισάγει  ταξική διάσταση, που εκ των πραγμάτων τείνει να επιβεβαιώνεται.
          Οσο  βέβαια θα βαθαίνει η ύφεση τόσο περισσότερο θα γίνεται εφικτή η αναθεώρηση των πάγιων αντιλήψεών μας, που εδραιώθηκαν από τη δεκαετία του ’90, όταν  πιστεύαμε πως οδεύαμε στον τερματισμό των κοινωνικών  συγκρούσεων.
        Οσο βαθαίνει  η ύφεση, τόσο πιο ευδιάκριτα ταξικά χαρακτηριστικά αποκτά η κρίση που συρρικνώνουν τις δυνατότητες ελιγμών των κυβερνώντων ή πολιτικών αναπροσανατολισμών και όλες οι αναλύσεις που στηρίζονται στις παραπάνω αντιλήψεις τείνουν να δείχνουν παρωχημένες και αναποτελεσματικές.
          Δεν έχουμε όμως  φτάσει ακόμα στο  σημείο όπου οικονομικές καταστροφές, πληθυσμιακές και κοινωνικές ανακατατάξεις θα προκαλέσουν τη  μεταβολή των πολιτικών και ιδεολογικών  δεδομένων, στον ιστό των οποίων εκόντες άκοντες θα εμπλακούμε, αναγκασμένοι να δράσουμε.
         Ζώντας τόσο χρόνια σε ευμάρεια, ή προσφέροντάς μας το σύστημα την υπόσχεση για κατάκτησή της, μάθαμε να μην υποφέρουμε, να μη δεχόμαστε τον κίνδυνο ή την ανέχεια ως φυσιολογικές παραμέτρους της καθημερινής ζωής και να φοβόμαστε σχεδόν  με οτιδήποτε νέο και ανεξέλεγκτο μπορούσε να προκύψει στη ζωή μας και να επιδείνωνε τους υλικούς όρους διαβίωσης.
          Η  αδυναμία μας και απροθυμία μας να αντιμετωπίσουμε τους κραδασμούς στο επίπεδο ανοχής και αντοχής των δομών  του συστήματος, που αναπόφευκτα θα προέλθουν  από τη μετωπική μας σύγκρουση με την καρδιά του συστήματος αν αντιδράσουμε  μαζικά και οργανωμένα, εξασφαλίζουν τα περιθώρια ασφαλείας  που  επιτρέπουν   τους ντόπιους και ξένους κυβερνώντες να μας οδηγούν σχεδόν  άφοβα στην εξαθλίωση
          Κι εξάλλου,  πως είναι δυνατό μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα να αποκτήσουμε συνείδηση της ταξικής μας θέσης και  εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, όταν μάλιστα διανοούμενοι όπως ο Κ. Βεργόπουλος  χαρακτηρίζοντας  μεταφυσική όλα αυτά για μετασχηματισμό της κοινωνίας που συνεχίζει να ευαγγελίζεται η κομμουνιστική θεωρία,   στην πραγματικότητα φαίνεται να θέλει να αφοπλίσει τις εργατικές τάξεις στερώντας τους την πίστη για να αγωνιστούν;
       Αν η πίστη για αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι παρά μεταφυσική, τότε δεν έχει νόημα ούτε και ο αγώνας, με την πάνω από  δίμηνη απεργία των εργαζόμενων στην ελληνική χαλυβουργία;
         Όλη η εξέλιξη ενός αγώνα  εξαρτάται από τις επιλογές αυτών που αγωνίζονται και την πίστη τους στον αγώνα που κάνουν.
        Και αυτός ο αγώνας δεν είναι μεταφυσική.
                          

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΣΤΟ Ρ/Σ FLASH 96

        Στο ρ/σ του Flash 96 την Τρίτη 10 Ιανουαρίου έγινε κατάληψη από ομάδα νέων που ήθελαν να δημοσιοποιήσουν σε ευρύτερα σύνολα του πληθυσμού τις θέσεις  των δικαζόμενων για συμμετοχή στον Επαναστατικό Αγώνα. Το ηχογραφημένο μήνυμα, κοντά μιάμιση ώρα, μεταδόθηκε με τις απαραίτητες διαφημίσεις που παρενέβαλε ο ρ/σ.
      Η  πανταχού παρουσία των μέσων  ενημέρωσης, που  κατηγορούνται για «βιασμό» των μαζών από την καθεστωτική  προπαγάνδα, για συγκεκαλυμμένη χειραγώγησή τους, για τη λειτουργία τους ως μηχανισμοί  φυγής, για την ίδια τη  φύση της δύναμής τους   επιβεβαιώνει  την παραδοχή ότι τα ΜΜΕ  και γενικά η  επικοινωνία είναι μια εξουσία που ασκείται επί όλων μας.
      Συνέπεια αυτής  της παραδοχής  είναι  η βεβαιότητα ότι μόνο μια νέα επικοινωνιακή τάξη θα μπορούσε να τα καταπολεμήσει. Μέχρι βέβαια αυτή να επικρατήσει οι αντίπαλοι του συστήματος θεωρούν ότι αν υπάρχει η δυνατότητα να ελέγχουν οι ίδιοι τα Μέσα μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν προς το δικό τους συμφέρον. Η κατάληψη του ρ/σ φαίνεται πως αυτή την αντίληψη αντανακλά.
       Μόνο που στο ηχογραφημένο μήνυμα ο ρ/σ παρενέβαλλε διαφημίσεις, με αποτέλεσμα το ίδιο το μήνυμα, όσο επαναστατικό κι αν ήταν το περιεχόμενό του,  σχεδόν ακυρωνόταν. Εντάχτηκε κι αυτό το μήνυμα  στην πληθώρα των  συνεντεύξεων,  δημοσκοπήσεων, αναλύσεων σημαντικών  γεγονότων ή απλώς ψευδογεγονότων, ισοπεδώθηκε με τα άλλα που προηγήθηκαν  η ακολούθησαν στο ρ/σ , σχεδόν χάνοντας τις διαφορές του.
      Η απόλυτη διαμεσολάβηση της πραγματικότητας μέσα από τα μέσα ενημέρωσης δεν ακυρώθηκε από τη μετάδοση του μηνύματος, ίσα ίσα που ενισχύθηκε.
    Συγχρόνως  έδωσε την ευκαιρία  και στον ρ/σ να αναδείξει  την προσαρμοστικότητα του και να φανεί πως  δίνει βήμα σε κάθε κοινωνική ομάδα σεβόμενος την  ελευθερία της έκφρασης του καθενός. Δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας  η προσπάθεια του ρ/σ να πείσει ότι δεν έχει καμιά σχέση με την κινητοποίηση της αστυνομίας. Διασώζει το κύρος του ως ελεύθερου ραδιοσταθμού κι επομένως την αντικειμενικότητά του, με άμεση συνέπεια την ενίσχυση της πειθούς του.
   Οι σκέψεις  αυτές   απορρέουν από τους προβληματισμούς που γεννά ο  αντίκτυπος που μπορεί να έχουν μηνύματα  τέτοιου περιεχομένου  σε συνδυασμό με την συνολική δράση των μέσων ενημέρωσης.
  Η ομάδα συμπαράστασης στους δικαζόμενους του Επαναστατικού Αγώνα ήθελαν να δημοσιοποιήσουν τις  θέσεις των δικαζόμενων, αλλά δεν έλαβαν υπόψη ότι δεν αρκεί στις μέρες μας, της απόλυτα διαμεσολαβημένης πραγματικότητας,  το  επαναστατικό περιεχόμενο  σε ένα μήνυμα όχι για να μεταμορφώσει αυτούς που το λαμβάνουν, αλλά απλώς για να το κατανοήσουν και αποδεχτούν, αφού έχουμε  εθιστεί  να μη «διαβάζουμε η ακούμε » κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που μας έχουν υποβάλλει.
       Εδώ και χρόνια ΄Μέσα Μαζική Επικοινωνίας που εκπέμπουν ένα μήνυμα μη διαφοροποιημένο, που επιβάλλεται άμεσα από την εξουσία και απευθύνεται αδιακρίτως σε όλους έχουν αποδειχθεί όλο και πιο ατελή  ως μέσα πληροφόρησης και χειραγώγησης.
   Τα Μέσα Επικοινωνίας δεν συμβάλουν πια στον έλεγχο της κοινωνίας με τον περιορισμό της πληροφόρησης, όσο με την εισαγωγή ενός πολύμορφου όγκου πληροφοριών, που όλες σχεδόν εμφανίζονται  με τον ίδιο βαθμό σπουδαιότητας, προσφέροντας μια αποσπασματική και ακατανόητη εν  πολλοίς θεώρηση της πραγματικότητας.
     Την ίδια στιγμή όμως μέλη  απ’ αυτή  την ομάδας συνελήφθησαν και προσήχθησαν στη δικαιοσύνη. Το ίδιο το σύστημα χρησιμοποιεί κατά το δοκούν τις λεγόμενες δημοκρατικές ελευθερίες. Η ίδια αυτή ομάδα από τη μια  βρήκε  τρόπο και μέσο  για να εκφράσει τις απόψεις της, από την άλλη δύναμη αστυνομικών  κινητοποιήθηκε για τη σύλληψή της.
    Φαίνεται πως αυτό που ανησυχεί  την καθεστηκυία  τάξη δεν είναι  η εκφώνηση επαναστατικών μανιφέστων, όσο η τόλμη και αποφασιστικότητα ατόμων ή ομάδων να προβαίνουν σε δράσεις, που ακόμα κι αν είναι συμβολικές, στρέφονται εναντίον της.

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

ΤΕΧΝΟΚΡΑΤEΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

        Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού στρέφεται κατά των πολιτικών, γιατί σύμφωνα με τη διάχυτη άποψη,  χρόνια ολόκληρα, λειτουργούσαν   με τρόπο που να εξυπηρετούν  μόνο τα συμφέροντά τους, ενώ στην καλύτερη περίπτωση φάνηκαν υποδεέστεροι των γεγονότων. Σίγουρα οι αδεξιότητες, η ακαταλληλότητα και η ιδιοτέλεια των πολιτικών προσώπων έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης  στην άσκηση  της πολιτικής.
           Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού πιστεύουμε  ότι  ανίκανοι άνθρωποι  σε θέσεις κλειδιά, πειθήνια όργανα συμφερόντων αλλότριων με εκείνα μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων, ιδίως τα δύο τελευταία χρόνια, επέβαλλαν μια πολιτική αδιέξοδη.
             Οι πολιτικοί σίγουρα  χαρακτηρίζονται για τον κομματισμό τους και τις χωρίς όρια  φιλοδοξίες οι περισσότεροι. Με το να ανάγουμε όμως  τις πολιτικές επιλογές μόνο σε προσωπικές  υπάρχει  κίνδυνος να εμπλακούμε σε ιστορίες μυστηρίου με ανθρώπους που από τη μια είναι ικανοί να αναγνωρίσουν και να εκμεταλλευτούν τις προσδοκίες και τις διαθεσιμότητες των κοινωνικών ομάδων, και μάλιστα για πολλά χρόνια, και από την άλλη να  δείχνουν αντίστοιχη ανικανότητα να ανταποκριθούν  σε στοιχειώδεις πολιτικές αναγκαιότητες.
            Η αναγωγή των όσων συμβαίνουν  μόνο σε υπόθεση ανικανότητας των πολιτικών ή σε υπόθεση συνωμοσιών και δολοπλοκιών ακυρώνει τους λαούς ως υποκείμενο της ιστορίας. Σε όλα τα χρόνια της ευμάρειας αλλά και τώρα  του μνημονίου εδώ βρισκόμασταν όλοι,  ατομικά και συλλογικά, ό καθένας στη θέση του με το ρόλο του, τη δράση του,  την ευθύνη του.
          Η δράση των πολιτικών τον τελευταίο καιρό  φαίνεται πως  μας οδηγεί σε ανατροπές ζωής τέτοιας έκτασης, που κάνει αδύνατη την αντιμετώπιση των νέων συνθηκών που διαμορφώνονται με  ατομικές δράσεις και ενέργειες. Οι αποδοκιμασίες, τα γιουχαϊσματα κλπ.  εναντίον των πολιτικών είναι απλή έκφραση δικών μας συναισθημάτων, χωρίς στόχο, απλά εκτονωτικές.  Από την άνοιξη  όμως, με τις πλατείες, έχουμε καθηλωθεί στην απλή έκφραση αγανάκτησης και μόνο μερικές νησίδες αντίστασης, όπως η απεργία στη χαλυβουργία, δείχνουν το δρόμο του αγώνα.
            Αντίθετα, οι κυβερνώντες  παροδικά υποχωρούν,  αποφασιστικά ανασυντάσσονται και ακάθεκτοι επιβάλλουν, με νέους τρόπους,  τις πολιτικές αποφάσεις που τους όρισαν.  Η απάντηση των κυρίαρχων τάξεων, κι εδώ και στην Ιταλια, στην απαξίωση των πολιτικών ήταν η θεοποίηση των τεχνοκρατών και μάλιστα παραδίδοντάς τους την διακυβέρνηση της χώρας, για να εφαρμόσουν το ίδιο πρόγραμμα που λίγο πριν εφάρμοζαν οι πολιτικοί.
          Μεγάλο τμήμα του λαού προσδοκά λύση από τον Παπαδήμο  ως τεχνοκράτη, ως ειδικό.  Παραβλέπει ότι κι αυτός, όπως και ο προηγούμενος πρωθυπουργός, εφαρμόζει πολιτική  που του έχει υπαγορευθεί από το κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα και ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι πως οι στόχοι του θα επιτευχθούν με τη σιωπηρή η εικαζόμενη συγκατάθεση της πλειοψηφίας του πληθυσμού.
         Συγχρόνως, επιδιώκοντας την απολιτικοποίηση της όλης κατάστασης, ο Παπαδήμος   συμπεριφέρεται σαν να μην  έχει μια πραγματική  πολιτική βούληση, δήθεν κάνει διάγνωση της κατάστασης και με βάση αυτή αντλεί τα συμπεράσματά του που υπαγορεύουν τις αποφάσεις του. Κι όμως  το έργο του είναι σαφώς πολιτικό, ακόμα κι αν η κυβέρνησή του αποτελούνταν μόνο από τεχνοκράτες, αφού το έργο του αφορά σε προβλήματα της κοινωνίας μέσω της άσκησης της εξουσίας.
            Η όλη αντίληψη που τα κυρίαρχα μέσα επικοινωνίας, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν τον Παπαδήμο, θέλουν να υποβάλλουν είναι η άρνηση για οποιαδήποτε συνολική  πολιτική ερμηνεία της όλης κατάστασης, υπογραμμίζοντας  συνεχώς την οικονομίστικη προοπτική, τονίζοντας τη σημασία του ορθού λόγου- όλες οι αποφάσεις  είναι για «εξορθολογισμό» του δημόσιου βίου. 
           Και φυσικά οι πολιτικές ιδεολογίες είναι ξεπερασμένες.  Ο Παπαδήμος δεν θεμελιώνει  την εξουσία του σε μια πολιτική ιδεολογία ουτε στην χαρισματικότητα, που μάλιστα δεν συμβαδίζει με τη λογική, αλλά  ως ειδικός θα διαχειριστεί την κρίση. Και δεν υπάρχει παρά μόνο μια ορθή λύση, μόνο μια στάση που αρμόζει στα δεδομένα του προβλήματος που συνθέτουν η πολιτική, η οικονομική και η κοινωνική πραγματικότητα, αυτή που θα προτείνει ο ειδικός.
           Η σχεδόν μηχανιστική αντίληψη που ο τεχνοκράτης προκρίνει     για την κοινωνία,  την περιορίζει σ’ ένα κόσμο σχέσεων ισχύος και αντιτιθέμενων συμφερόντων, σε προσωπικό η το πολύ επαγγελματικό επίπεδο,  που ο τεχνοκράτης πρωθυπουργός μας,  η νέα πεφωτισμένη δεσποτεία, σε ρόλο διαιτητή, θα επιχειρήσει να εξομαλύνει,  επικαλούμενος την αρχή της συνεννόησης, ενώ θα προσπαθήσει να ελαχιστοποιήσει τους αστάθμητους παράγοντες.
            Στον καιρό της ευμάρειας όλοι ετούτοι οι τεχνοκράτες χάνονταν στον ατέλειωτο λαβύρινθο βελτίωσης των επιδόσεων που οδηγούσε στην αέναη αύξηση της παραγωγής, του βιοτικού επιπέδου κλπ. Η θριαμβευτική αυτή φρασεολογία ηχεί πια ψεύτικη, παρόλο που γίνεται προσπάθεια να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα – ανεπιτυχώς.  
           Οι συνεχείς όμως  αποσπασματικές οικονομικές  αναλύσεις, οι επίμονες λεπτομερείς πληροφορίες για το ακριβές ποσόν του χρέους ή των τόκων,  κλπ. γενικά η πριμοδότηση  θεμάτων πολύ εξειδικευμένου ενδιαφέροντος αποτρέπουν  τη συνολικότερη προσέγγιση της όλης κατάστασης, που είναι θέμα πολιτικής και ταξικής σύγκρουσης.
           Ενώ ο τεχνοκράτης πρωθυπουργός μας  θέλει να «υπερίπταται» των ιδεολογικών συστημάτων και φέρεται να ενδιαφέρεται μόνο για την αποτελεσματικότητα του,  η αδυναμία του να συγκαλύψει τους πραγματικούς του στόχους, τον κάνουν να καταφεύγει σε … υπερβατικού νοήματος φρασεολογία. «Για μένα κόκκινη γραμμή είναι η σωτηρία της χώρας» δηλώνει.
          Η διαφορά ενός τεχνοκράτη από έναν ιεραπόστολο να υποθέσουμε ότι είναι  το αντικείμενο της σωτηρίας; Για χώρα ενδιαφέρεται ο τεχνοκράτης, για ψυχή ο ιεραπόστολος. Τα αποτελέσματα της δράσης του ιεραποστόλου τα βίωσαν οι λαοί εκτός Ευρώπης.
         Περιμένουμε κι εμείς να αποκτήσουμε τη γνώση δια της βιωματικής μάθησης πριν αντιδράσουμε;

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

        Εχει ξεκινήσει εδώ και καιρό να εμφανίζεται μετ’ επιτάσεως το καινούργιο εκβιαστικό δίλημμα: ευρώ ή δραχμή. Παρόλο που η  πλειοψηφία της άρχουσας τάξης στοιχίζεται πίσω από το ευρώ μένει αρκετός χώρος και για τη μειοψηφία που υποστηρίζει την επιστροφή της δραχμής, για να λειτουργήσει ως εναλλακτική λύση αν  η κατάσταση παύει να ελέγχεται με τρόπο που στο κυρίαρχο σύστημα συμφέρει.
          Οι υπερασπιστές της πολιτικής της διατήρησης του ευρώ και αυτοί που προβάλλονται ως αντίπαλοι  αυτής της επιλογής μπορεί να έχουν στην πραγματικότητα τις ίδιες αξίες, να συμπεριφέρονται δηλ. με άξονα τα ίδια συστήματα συμφερόντων, αλλά να αλληλοκατηγορούνται, γιατί κατέχουν διαφορετικές θέσεις μέσα στην κοινωνική  η ιεραρχική κλίμακα. Η σύγκρουση μεταξύ κοινωνικών ή ιεραρχικών βαθμίδων μπορεί να πάρει στις μέρες μας  χαρακτήρα πολεμικής μεταξύ  υποστηριχτών του ευρώ ή της δραχμής, άσχετα αν στο βάθος όλες οι ομάδες υπερασπίζονται  την ίδια κλίμακα συμφερόντων.
         Αναφερόμενοι  οι περισσότεροι στην κρίση του συστήματος  στην πραγματικότητα δεν εννοούμε κατάρρευση, απόρριψη κλπ. των αξιών του αλλά μάλλον ανωμαλία  και δυσχέρεια στον τρόπο εφαρμογής τους. Μάλλον για κρίση μηχανισμών πιστεύουμε ότι έχουμε και όχι κρίση του ίδιου καπιταλιστικού συστήματος. Οι κρίσεις που κάνουμε για το ίδιο το σύστημα  στηρίζονται στις ίδιες τις δικές του αξίες που αποδεχόμαστε, κέρδος, ανταγωνισμός κλπ.  Επομένως πως μπορούν να χρησιμεύσουν ως ερμηνευτικές έννοιες αφού βρίσκονται μέσα στο σύστημα που καλούμαστε να ερμηνεύσουμε και δεν τις αμφισβητούμε;
        Σε ένα πολιτικοοικονομικό   σύστημα περιλαμβάνονται ορισμένα θεμελιώδη στοιχεία και  πλήθος  άλλα δευτερεύοντα, τα οποία, υπο τον όρο ότι δεν έρχονται  σε σύγκρουση με τα θεμελιώδη,  μπορούν να μεταβάλλονται σχετικά εύκολα, χωρίς να προκαλούν τριγμούς στο οικοδόμημα στο σύνολό του. Μεταπολεμικά η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη αυτό έκανε με την  αύξηση μισθών, βελτίωση συνθηκών διαβίωσης, διεύρυνση ατομικών ελευθεριών κλπ. Η οικονομική βάση του οικοδομήματος  παρέμενε όμως σταθερή- κεφαλαιοκρατική.
        Στις μέρες μας,  με την οικονομική κρίση να δοκιμάζει τις αντοχές του συστήματος, είναι εύκολο για τους κρατούντες να παρακάμψουν δευτερεύοντα στοιχεία του, αν και στον καιρό της ευμάρειας  τα διαφήμιζαν για ουσιώδη, όπως δημοκρατία, ατομικές ελευθερίες κλπ. για  να γίνεται ολοκληρωτικά αποδεκτό το σύστημα από την πλειοψηφία, ώστε να μη επέλθουν κλυδωνισμοί στο όλο πολιτικοοικονομικό σύστημα. Κι εμείς, πανικοβλημένοι, φοβισμένοι είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε τις επιλογές των κυβερνώντων για να αποφύγουμε τα χειρότερα.
     Το πρώτο βήμα έγινε με την κυβέρνηση Παπαδήμου. Η   αποδοχή της  από ένα μεγάλο τμήμα του λαού οφείλεται και στους μηχανισμούς που ενεργοποιήθηκαν για να την υποστηρίξουν. Ακόμα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την πρωτοχρονιά με τις δηλώσεις συμπαράστασης στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, σαν ένα μέρος  των μηχανισμών αυτών φάνηκε να λειτουργεί –το ομολόγησε και  ο ίδιος όταν δήλωσε ότι «με τον Λ. Παπαδήμο έχει κατακάτσει ο κουρνιαχτός».
      Το γνωρίζουν οι κυβερνώντες  πως   ένα από τα αποτελέσματα της κρίσης είναι ότι διαμορφώνονται σε πολύ μαζικότερη κλίμακα από πριν περιθωριακές κοινωνικές ομάδες που  δεν μπορούν, ακόμα κι αν το ήθελαν, να ενσωματωθούν στο κυρίαρχο οικονομικοκοπολιτικό σύστημα. Οσο βαθαίνει η κρίση γίνεται πιο ορατό ότι οι κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές των ανθρώπων θα αποδεσμεύονται λιγότερο από τους οικονομικούς τους καθορισμούς. Και ο δικός τους φόβος είναι μήπως  η συνειδητοποίηση της κατάστασής των νεόπτωχων του συστήματος  οδηγήσει στην οργανωμένη αντίδρασή τους. Με τον Λουκά Παπαδήμο και τα διαρκή εγκώμια για τις ικανότητες των τεχνοκρατών αυτό θέλουν να αποφύγουν.
      Η συνειδητοποίηση της άμεσης εξάρτησης του ηθικού και ιδεολογικού εποικοδομήματος  από την οικονομική βάση είναι ένα βήμα για την χειραφέτηση μεγάλων μαζών από την κυρίαρχη ιδεολογία που ναρκώνει τις αντιδράσεις. Οι ιδεολογικές ζυμώσεις, που προκαλούνται από την οικονομική κρίση και πρέπει να αναδειχθούν, υπάρχει ελπίδα να οδηγήσουν κοινωνικές ομάδες στο να αντιληφθούν τα πραγματικά τους συμφέροντα.
        Βέβαια, ακόμα είμαστε στο στάδιο, όπου η πλειοψηφία θεωρεί ότι περισσότερο είναι θέμα προσώπων, διαφθοράς κι ανικανότητας τους, η διαταραχή του συστήματος που εκδηλώνεται με την οικονομική κρίση. Θεωρείται μάλιστα επαναστατικό που επιμένει  ότι δεν αρκεί η κριτική στους κυβερνώντες,  αλλά χρειάζεται και η απόδοση των σχετικών ευθυνών, θεωρώντας ότι η πολιτικοκοινωνική κατάσταση που βιώνουμε είναι απλώς μια δυσλειτουργία του συστήματος.
      Αναφερόμαστε συνέχεια στην ευθύνη των πολιτικών ή των κρατικών στελεχών, πιστεύοντας ότι  ενεργοποιώντας το όποιο θεσμικό πλαίσιο περί της ευθύνης τους θα έλυνε ένα μεγάλο μέρος από τα προβλήματα που ζούμε.
      Μέρες τώρα παρακολουθούμε δηλώσεις και ενέργειες εισαγγελέων, γενικών γραμματέων, πολιτικών προϊσταμένων  που εμφανίζονται σαν υποστηρικτές μιας ηθικής τάξης που έχει διασαλευθεί και  ως ένα σημείο ευθύνεται για την πολιτικοκοοικονομική κρίση.
      Κι όμως στην πραγματικότητα οι καταγγελίες των  οικονομικών εισαγγελέων ή η παραίτηση Καπελλέρη θα πρέπει να μας ενδιαφέρει μόνο στο βαθμό που  ανοίγει χαραμάδες για να κοιτάξουμε στα ενδότερα του πολιτικού συστήματος και να εντοπίσουμε τις αδυναμίες του. Αυτή η γνώση θα μας χρειαστεί  για να οργανώσουμε τον δικό μας αγώνα, όχι για να βοηθήσουμε το σύστημα να βρει τις ισορροπίες του εις βάρος μας.
     Αν εμπλακούμε στο είδος των αντιθέσεων που  καθορίζονται από το ίδιο το κυρίαρχο σύστημα παρασυρόμαστε σε μια ανάγνωση της πραγματικότητας που η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία μας υποδεικνύει, θέτοντας τα ζητήματα με το δικό της τρόπο, που συγχρόνως εμπεριέχει και το συμπέρασμα.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΝΑΛΟΓΙΩΝ …. ΣΥΝΕΧΕΙΑ

       Δυο χρόνια τώρα προσδοκούμε τη δημιουργία από την πλειοψηφία του λαού ενός ισχυρού στρατοπέδου  αντίστασης   στην πολιτική του μνημονίου,  που θα μπορούσε να  φθάσει  στην ακύρωσή του, στην καλύτερη περίπτωση, ή τουλάχιστον να αποφύγει τις δύσκολες και επικίνδυνες  διαδρομές, επιλέγοντας και επιβάλλοντας στους ταξικούς μας αντιπάλους μια διαφορετική επιλογή.
          Αυτό μέχρι σήμερα δεν έγινε, εξαιτίας μιας σειράς λόγων, που κυρίως θεωρείται ότι έχουν να κάνουν με την  ποιότητα των ηγεσιών των συλλογικών  οργάνων που εκπροσωπούν τη λαϊκή βούληση, είτε στην κεντρική πολιτική σκηνή είτε σε επίπεδο συνδικαλιστικών οργάνων ή πολιτικών κομμάτων.
            Αυτές οι ηγεσίες, επικρατεί η άποψη,  είτε έχουν φανεί πολιτικά υποδεέστερες των γεγονότων (κριτική για την αριστερά), είτε λειτουργούν ως πειθήνια όργανα  άλλων συμφερόντων, τελείως ξένων με αυτά των εργαζομένων, (πολιτικά κόμματα  που ασκούν εξουσία ή με αδιαφανείς συνεργασίες προσπαθούν  να ασκήσουν) είτε ενεργούν ως περίτρομη ή υποτελής ομάδα αγνοώντας τη δυναμική των εργαζομένων που θα μπορούσε να αναπτυχθεί ( σχεδόν η πλειοψηφία των  συνδικαλιστικών οργανώσεων).
           Σίγουρα όμως  είναι πολύ πιο  σύνθετοι οι μηχανισμοί, σχέσεις, συσχετισμοί και διεργασίες που επηρεάζουν τα εποικοδόμημα των πολιτικών αποφάσεων, για να εξαρτώνται μόνο από πρόσωπα,  τις οποίες όμως μόνο μέσα από ενδείξεις η πλειοψηφία μπορεί να υποψιαστεί.
        Κάποιες ενδείξεις  για τις σκοπιμότητες των κυβερνώντων, τα συμφέροντά τους και την ιδεολογία τους μεταφέρουν σε όλους μας  οι δημόσιες διακηρύξεις τους, ακόμα κι αν έχουν την τυπική μορφή ενός πρωτοχρονιάτικου μηνύματος.
        Καταλήγει ει  ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του  με τη βεβαιότητα  «για τις δημιουργικές δυνάμεις του ελληνικού λαού και για τη δυνατότητά του να αντιμετωπίζει αντιξοότητες και δυσκολίες. Αποτελεί πια κοινή συνείδηση ότι ήρθε η ώρα αποφασιστικών αλλαγών στη λειτουργία του ελληνικού κράτους και σε συλλογικές νοοτροπίες και αντιλήψεις. Στην ιστορία του ο ελληνισμός έχει δείξει ότι τα καταφέρνει στα μεγάλα περισσότερο από ό,τι στα μικρά. Στις μέρες μας κρίνονται τα μεγάλα». ενώ με την ευκαιρία της  τελετής των ευχών για τον νέο χρόνο, τόνισε πως αισθάνεται ότι "με τον Λ. Παπαδήμο έχει κατακάτσει ο κουρνιαχτός, παρόλο που του γίνεται πόλεμος»
       Με τη σειρά του  στο δικό του μήνυμα ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος τονίζει:
"Οι επόμενοι τρεις μήνες θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι. Τα εισοδήματα μειώθηκαν και η ανεργία αυξήθηκε. Χιλιάδες οικογένειες, ιδιαίτερα τούτες τις μέρες, υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης. Πρέπει να σταθούμε δίπλα τους, όπως αρμόζει σε μια κοινωνία ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Κανένας μόνος του. Είμαστε ένας λαός, ένα έθνος, σε κοινή δοκιμασία» για να  καταλήξει  «Ενωμένοι θα βγούμε από την κρίση. Υπερήφανοι θα κοιτάξουμε το μέλλον με αυτοπεποίθηση. Και ο κόσμος θα κοιτάξει ξανά την Ελλάδα με εμπιστοσύνη» Και για να ολοκληρώσει την εικόνα του κυβερνήτη που βρίσκεται κοντα στο λαό , ανήμερα της πρωτοχρονιάς  βρέθηκε  με άστεγους και απόρους στο γεύμα ανθρωπιάς που οργάνωσε ο Δήμος Αθηναίων στο Ρουφ.
        Επίκληση λοιπόν  πάλι στην εθνική ομοψυχία και  νεφελώδης αναφορά στην ιστορία του ελληνισμού, ενώ η εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού υπογραμμίζεται πως θεραπεύεται με την επίδειξη ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, υποθέτουμε του τύπου γευμάτων σε ένα από τα οποία παραβρέθηκε και ο πρωθυπουργός.
        Δεν μπορεί κανείς παρά να απορήσει  όχι  τόσο με την έλλειψη πρωτοτυπίας στα πρωτοχρονιάτικα μηνύματα, όσο αδυναμίας  προσαρμογής της ιδεολογικής πλατφόρμας  της άρχουσας τάξης στα συγχρονα δεδομένα.
        Οι  διακηρύξεις  και τα μηνύματα  πολιτικών και πολιτειακών παραγόντων της  περιόδου 1945-49,   του εμφυλίου,  πόσο, εκτός από τη χρήση της γλώσσας,  απέχουν από τα σημερινά των αντίστοιχων οργάνων εξουσίας;
      Από ανακοίνωση των Σοφούλη και Τσαλδάρη στις   5ης Ιανουαρίου 1948 : «…Περισσότεραι θυσίαι παρ’ όλων των καλών ελληνων θα χρειασθούν. Αγωνιζόμεθα  να προφυλάξωμεν αυτήν ταύτην  την ζωήν και ανεξαρτησίαν του ελληνικού λαού…Εις την εποχήν αυτήν της κρίσεως, ο σκοπός πρέπει να είναι ενιαίος εις τον αγώνα αυτόν, όπως μας επεβλήθη. Καλούμεν όλους τους τιμίους έλληνας να βοηθήσουν εις τον κοινόν  αυτόν σκοπόν και να ριφθούν εις τον εθνικόν αγώνα …»
     Από λόγο του βασιλιά Παύλου, στη ΒΡΑΔΥΝΗ,  14 Φεβρουαρίου 1949,  σε συγκέντρωση του εργατικού κέντρου Θεσσαλονίκης «… είμαστε όλοι μια οικογένεια. Ένα πράγμα θέλομεν όλοι. Την ευημερία του τόπου μας. Και να τα βγάλουμε πέρα με ό,τι  μπορούμε να διαθέσουμε, γιατί  χρειάζεται  ολοκληρωτικός  πόλεμος και γενικός συναγερμός. ….δεν θα ξεχάσω ποτέ  τον αύγουστον του 1947 που οι έλληνες εργάται  εδούλευσαν  μια  Κυριακή και εθυσίασαν ένα μεροκάματο τους δια την  έρανον ύπέρ των μαχουμένων…»  (η εθελοντική προσφορά μισθών των εργαζομένων που στην αρχή της πρωθυπουργικής θητείας του ανέφερε ο Παπανδρέου δεν  είναι … σύγχρονη αποκλειστικότητα)
        Και βέβαια  η παρουσία του Παπαδήμου στα συσσίτια για αστέγους, που η πολιτική  την οποία ο ίδιος ακολουθεί πολλαπλασιάζει,  πόσο διαφοροποιείται από την λεζάντα φωτογραφίας  της  ίδιας εποχής που μας πληροφορεί ότι «Η αεικίνητος Βασίλισσα Φρειδερίκη, ως επίτιμος πρόεδρος της «Φανέλλας του Στρατιώτου», επεσκέφθη χθες τους εις τον 3ον  στρατιωτικόν  νοσοκομείον  νοσηλευομένους τραυματίας και τους προσέφερε δέματα»;
       Η ιδεολογική συνάφεια των μηνυμάτων κυβερνώντων που απέχουν εβδομήντα χρόνια τι άλλο δείχνει παρά την ιδεολογική ένδεια των κυρίαρχων τάξεων, που πάλι καταφεύγουν σε ιδεολογήματα στα  οποία πίστευαν πως δεν  είχαν πια ανάγκη να στηρίζονται; (εθνική  ομοψυχία, ελληνισμός και εμμέσως με το είδος αλληλεγγύης που προβάλλουν, «αποκατάσταση» και του ρόλου της εκκλησίας).
      Και τότε και τώρα  ο ίδιος στόχος: Διατήρηση και ενδυνάμωση  μιας κοινωνίας άνισης και ιεραρχικά δομημένης, ταξινομημένης με βάση κριτήρια που οι κυρίαρχες οικονομικές λειτουργίες, εσωτερικές και εξωτερικές, υπαγορεύουν.