Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

              Η πολιτική και η οικονομική  συναλλαγή, σε όλες τις μορφές της, στις μέρες μας ιδιαίτερα, αντικαθιστούν τον πόλεμο με άλλα μέσα. Κάθε είδος διπλωματίας είναι οικονομικής φύσης, κάθε είδος οικονομικής συναλλαγής είναι διπλωματικής φύσης.   Μπορεί να αναζητήσει κανείς πλούτο  για χάρη της εξουσίας και την εξουσία για χάρη του πλούτου. Η βούληση και η σκέψη των ανθρώπων του πολιτικού κόσμου υποβιβάζεται σε μια φροντίδα για τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων.
            Όταν  επιδιώκονται  άμεσα, αποκλειστικά  και μόνο οικονομικά οφέλη ο κίνδυνος οι πολιτικές προεκτάσεις τους να καταλήξουν ανεξέλεγκτες είναι ορατός.  Η δημοκρατία καταλήγει να είναι πλήρης ταύτιση του χρήματος με την πολιτική  εξουσία.
            Χρόνια τώρα η επιχειρηματική αντίληψη διαπέρασε σιγά σιγά κάθε είδους δραστηριότητα.  Η οικονομική σκέψη είναι αυτή που αξιοποιεί  ολόκληρες χώρες,  τη μυϊκή και πνευματική δύναμη, τα αποθέματα των πρώτων υλών και τα μετατρέπει  σε ενέργεια που χρησιμοποιείται  πότε με τη μορφή των ΜΜΕ,  πότε των εκλογών ή των κρατικών προϋπολογισμών για την πραγματοποίηση σχεδίων κυριαρχίας. Οι τράπεζες και το χρηματιστήριο έχουν εξελιχθεί  σε ιδιαίτερη δύναμη και θέλουν να είναι η μοναδική δύναμη. 
              Η δικτατορία του χρήματος προχωρεί και πλησιάζει  προς μια φυσική κορύφωση. Πιέζει με επιτυχία και απροσχημάτιστα ολόκληρες χώρες λεηλατώντας τες και βέβαια την παραγωγική εργασία των εργαζομένων.
             Εδώ και χρόνια οι ιδιωτικές δυνάμεις της οικονομίας θέλουν ανοιχτούς δρόμους για να κατακτήσουν όχι μόνο περισσότερο πλούτο αλλά και πολιτική δύναμη.  Καμιά νομοθεσία δεν πρέπει να τους στέκεται εμπόδιο. Θέλουν να κάνουν τους νόμους προς το συμφέρον τους και γι’ αυτόν τον σκοπό χρησιμοποιούν  το εργαλείο που δημιούργησαν οι ίδιες, τη δημοκρατία και  το επιχορηγούμενο αστικό   κόμμα.
                 Ο γαλλογερμανικός άξονας απροκάλυπτα πια παρακάμπτει κάθε όργανο που οι ίδιοι δημιούργησαν, υποτιμώντας δημοκρατικές διαδικασίες, τις οποίες μάλιστα θεωρούν ότι υπερασπίζονται,  με τη γερμανίδα καγκελάριο ιδιαίτερη απειλητική για  κάθε απόκλιση από τις όποιες αποφάσεις τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση  κατέληξε να είναι μια υπολογισμένη υπόσχεση για να εξωραΐσουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων.
                Σ΄ όλες αυτές τις προτάσεις  της Γερμανίας (έλεγχος προϋπολογισμών, έγγραφες διαβεβαιώσεις, τιμωρίες «απείθαρχων» κρατών κλπ) αναγνωρίζει κανείς επιπλέον την έπαρση του κρυμμένου, μετασχηματισμένου γερμανικού ιμπεριαλισμού, και την απόλυτη ανικανότητα κι αδιαφορία  να ενδιαφερθεί για τους  λαούς, χρησιμοποιώντας για όλους το ίδιο κοινό μέτρο που το θεωρεί νόμο, την ισχύ ως το υπέρτατο δίκαιο.
            Όλα τα οικονομικά δεινά και τα σενάρια καταστροφής  τα κυρίαρχα κέντρα εξουσίας τα έχουν επιδέξια κινητοποιήσει και στρέψει εναντίον των λαών, σαν μόνων αποδιοπομπαίων τράγων και υπεύθυνων για την αγωνία όλης της Ευρώπης και  όχι μόνο, χρησιμοποιώντας το δικαίωμα στο … χάος όσο καλύτερα γίνεται, με τη δικαιολογία ότι το χάος αναγεννάει. Γιατί τι άλλο από χάος δημιουργεί  στους λαούς της  Ευρώπης οι ενέργειες του γαλλογερμανικού άξονα, με τους γάλλους βέβαια σε ρόλο επικουρικό;  
                 Η αλαζονεία  των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων είναι τόσο μεγάλη που θεωρούν ότι μέχρι τέλους θα ελέγχονται οι αντιδράσεις των λαών, απλώς και μόνο επειδή μέχρι τώρα τους καλλιεργούν ψεύτικες ελπίδες, υποχρεώνοντάς τους σε τόσους συμβιβασμούς για να αποδέχονται  τις αποφάσεις τους;
             Δεν λαμβάνουν όμως καθόλου  υπόψη πως πριν από όλα υπάρχει ένα στόμα ανοιχτό από την πείνα που  για να το κάνουν να σωπάσει  θα πρέπει να του δώσουν να φάει, αλλιώς  θα στραφεί εναντίον τους.
         Στα χρόνια της κατοχής,  το 1941, μετά την αποχώρηση του βρετανικού εκστρατευτικού  σώματος από την Κρήτη,  η Μ. Βρετανία κήρυξε αποκλεισμό και στέρησε την Ελλάδα  από την εισαγωγή τροφίμων από το εξωτερικό, γιατί θεωρούσε πως οι κατακτητής είχε το χρέος να θρέψει του κατοίκους της κατεχόμενης περιοχής. Με τον αποκλεισμό  στόχευε από  τη μια να εφαρμοστεί οικονομικό αντίποινο στις δυνάμεις του άξονα, ενώ από την άλλη ο λιμός  θα ήταν ένα μέσο για να δημιουργηθεί αντίσταση στις κατεχόμενες χώρες. Κάθε είδους ανθρωπιά ξεχάστηκε απέναντι στο βασανισμένο λαό που το χειμώνα του  1941-42 υπέφερε τα πάνδεινα. Σύμμαχοι και δυνάμεις κατοχής επιδιώκοντας τους δικούς τους σκοπούς άφησαν ένα λαό να πεθαίνει από την πείνα.
             Τότε εκμεταλλεύτηκαν την ενέργεια που ελευθερώνεται όταν  περιφρονούνται οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου. Τώρα;
          Όταν λοιπόν  δεν ικανοποιείται η βασική ανάγκη του ανθρώπου για επιβίωση τι μπορεί μετά να συγκρατήσει έναν λαό που εξαθλιώνεται; Τι πιο ισχυρό κίνητρο δράσης, έστω κι ενστικτώδους, από την ανάγκη της επιβίωσης;
                   Η δύναμη της ανάγκης που πιέζει εκατονταπλασιάζει την ίδια του τη δύναμη, κι όσο περισσότερο αυτή θα πιέζει, όλο αυτό το πλήθος θα μετατρέπεται σε κοπάδι,  κι όσο θα νιώθει τη ζέστη της αγέλης θα φλογίζεται, θα γεμίζει μίσος και οι ενέργειές του θα γίνονται φονικές. Όσο πιο ανοργάνωτη, ασυνειδητοποίητη η αντίδραση τόσο πιο ακραία και βίαιη.  Είναι τόσο άφρονες ή αυτό επιδιώκουν;
              Στο τέλος του δρόμου  μας περιμένουν στρατιωτικές  και αστυνομικές οργανώσεις;

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΕΞΟΔΟΙ ΦΥΓΗΣ Ή ΑΓΩΝΑΣ;

        Τελικά έχει κανείς την εντύπωση ότι πολλοί από μας τα ερωτήματα για την οικονομική κρίση, για τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται με την ασκούμενη πολιτική κλπ. δεν τα αισθανόμαστε ως τέτοια. Σχεδόν παύουμε πια να ρωτούμε. Ενώ δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που αρχίσαμε να βιώνουμε την κρίση, πολλοί συνεχίζουμε να μην καταλαβαίνουμε σε ποιες αιτίες θα οφείλονται οι επικείμενες καταστροφές.
          Έχοντας σχεδόν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού μετατραπεί σε μικροαστικό, που τα τελευταία χρόνια σε ένα μεγάλο βαθμό ικανοποιούταν ο πόθος του για πλουτισμό, συνεχίζουμε να μη θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα των ταξικών συγκρούσεων. Ο,τι δεν βιώνουμε στον εαυτό μας, σαν άτομα ή το πολύ πολύ σαν στενή κοινωνική ομάδα, δεν το βιώνουμε ούτε στους άλλους. Κρίνουμε ό, τι συμβαίνει με το δικό μας τρόπο ζωής κι ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί μ’ αυτό το κριτήριο αγνοείται. Φτάσαμε στο σημείο που για να δούμε κάποια πράγματα πρέπει να μας τα επιβάλλουν για να τα δούμε. Και η κυρίαρχη πολιτική αυτό που μας επιβάλλει είναι μια συγκυβέρνηση με πρωθυπουργό έναν τραπεζίτη μεν, που θα αποκαταστήσει δήθεν το κύρος της Ελλάδος, εθνικές κορώνες Σαμαρά, τόσο όμως όσο για να δικαιολογήσει το ρόλο της αντιπολίτευσης την οποία επιμένει ότι ασκεί, εκφοβισμούς για να αποδεχτούμε βέβαια τα πάντα σαν ανεξέλεγκτη μοίρα.
        Πριν από την κρίση μεγάλο μέρος αυτής της μικροαστικής, μικρομεσαίας, τάξης περηφανευόταν για πνευματώδεις δράσεις, προοδευτικές ιδέες, ακόμα και για επίδειξη πάθους σε διάφορες υποθέσεις εργασιακών και πολιτικών δικαιωμάτων, ελευθεριών ή οικολογικών ευαισθησιών, δίνοντας την εντύπωση ότι την ένωνε τουλάχιστον κάποιο κοινό ένστικτο κοινωνικής δικαιοσύνης.
         Μόνο που αποδεικνύεται πως αυτό το ένστικτο δεν ήταν μεγάλης αντοχής. Η κοινωνική αδικία περιοριζόταν σε νεφελώδεις υποθέσεις που απαιτούσαν κάποια ψηφίσματα διαμαρτυρίας, κάποια πορεία κλπ. Οι περισσότεροι δεν είχαμε καμιά αμφιβολία για την αξία που αποχτούσαμε στο πρωτάθλημα των κοινωνικών αγώνων, αρκεί να κάναμε κάποια πορεία και βαριά βαριά καμιά εικοσιτετράωρη απεργία.
           Το πολιτικό σκηνικό ήταν αρκετά ήρεμο, οι πολιτικοί αγώνες ξεθυμασμένοι, τα πνεύματα έδειχναν διαλλαχτικά και ανοιχτόκαρδα. Πιστεύοντας η πλειοψηφία των μκρομεσαίων πως είμαστε τμήμα της κυρίαρχης τάξης, ότι είχαμε αρκετά πλουτίσει, δίναμε την εντύπωση μιας κοινωνίας που η ζωή ήταν εύκολη, με μια πολιτική δημοκρατική, ηθική πλατιά, αόριστα ανθρωπιστική, πιο συγκεκριμένα όμως ωφελιμιστική, χωρίς μεγάλες αρχές, χωρίς μεγάλες προλήψεις, πέρα από τις ετικέτες δημοκρατισμού που κολλάγαμε παντού, ενώ αυτός άρχιζε να παίρνει τη μορφή του πιο πρακτικού συντηρητισμού.
         Δυο χρόνια τώρα από το μνημόνιο κι επιμένουμε ακόμα ν’ αντιμετωπίζουμε, η μεγαλύτερη πλειοψηφία μικροαστών, την πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της κυρίαρχης τάξης που αφήσαμε να την διαμορφώσουν.
         Όλα τα μέσα έχουν επιστρατευτεί για να παραμείνουμε υπνωτισμένοι στις ψευδαισθήσεις μας. Άρθρα στις εφημερίδες, ειδήσεις στα ΜΜΕ, σήριαλ στην τηλεόραση προσβάλλουν τη σκέψη μας, κακομεταχειρίζονται την λογική. Πρέπει να πιστέψουμε ότι η οικονομική κρίση είναι μια φυσική καταιγίδα που μας χτύπησε, γιατί δεν φροντίσαμε με την ανεμελιά μας, τεμπελιά μας κλπ. να προφυλαχτούμε και άλλος δρόμος απ’ αυτόν που έχει επιλεγεί για αντιμετώπισή της δεν υπάρχει.
           Το σίριαλ στο Mega «Πίσω στο σπίτι», στην υπηρεσία της κυρίαρχης αντίληψης για την οικονομική κρίση, ωραιοποιεί τις επιπτώσεις της, υποδεικνύοντας σαν αίτιους νεόπλουτους νεαρούς με τις παράλογες απαιτήσεις για γόβες 280 ευρώ, ανόητες ιδέες για εύκολες επιχειρήσεις του είδους «παλτά για σκύλους» κι ευτελίζοντας καταστάσεις που πολλοί βιώνουν τραγικά.
          Συνεχίζουν να σκιτσάρουν τα ΜΜΕ μια καρικατούρα μας για να την ενστερνιστούμε, όπως κάνανε χρόνια τώρα. Ακόμα και τον μισθοσυντήρητο συνταξιούχο πυροσβέστη του σίριαλ τον παρουσιάζουν να ζεί στην χλιδή. Είναι η εικόνα που επιθυμούσαμε μέχρι τώρα να έχουμε οι περισσότεροι μικρομεσαίοι για τον εαυτό μας. Ακόμα και τώρα πολλοί αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα.
         Όλα ένας σωρός. Ενώ η οικονομική κρίση κλείνει τον ορίζοντα κι επιβάλλεται σε όλους, όλο το κυρίαρχο σύστημα επιτείνει τη σύγχυση ακριβώς για να το βάλουμε στα πόδια. Και κυρίως οι νέοι.
         Έφοδο προς τις πόρτες εξόδου δείχνουν στους νέους. Είναι οι υποσχέσεις για δουλειά και καλύτερους όρους διαβίωσης στο εξωτερικό, κολακεύοντάς τους μάλιστα, ότι τώρα δεν μοιάζουν με τους παππούδες τους της δεκαετίας του ’60, γιατί αυτοί είναι οι καλύτεροι και πιο άξιοι που θα αναγνωριστούν στο εξωτερικό. Εκθειασμός του ατόμου, συνδέοντας την ατομική πρωτοβουλία με την κοινωνική μοιρολατρεία.
         Καλλιεργείται η αντίληψη πως αν φύγουμε από τη μάχη, πως αν δεν δώσουμε μάχη θα γλιτώσουμε. Κι αυτή η παραίτηση κρύβεται κάτω από δικαιολογίες, που μάλιστα εγκωμιάζουν μ’ αυτές τις δικαιολογίες την παραίτηση. Καλούμαστε να βρούμε καταφύγιο στο εξωτερικό, στην τέχνη, τη φιλία, την οικογένεια κλπ.
          Χρειάζεται  μια δυνατή δόση αυταπάτης για να φανταστούμε πως είναι δυνατό να επανέλθουμε στην προ του μνημονίου κατάσταση με τις εξόδους φυγής που μας υποδεικνύουν και για να υπολογίζουμε πως οι συμβολικές δράσεις ή τα ξεσπάσματα αγανάκτησης θα μας βοηθήσουν να υπερασπίσουμε τους εαυτούς μας εναντίον των εφόδων της πολιτικοοικονομικής ελίτ.
          Οι απεργοί όμως της χαλυβουργικής, που για 24 μέρες απεργούν δεν παραιτούνται, δείχνουν το δρόμο της οργανωμένης δράσης που οι κυβερνώντες φοβούνται περισσότερο από κάθε τι. Φοβούνται μη αντιληφτούμε πως αποφασιστικές, οργανωμένες ενέργειες θαφταναν  να εισβάλλουμε από το πιο ελάχιστο ρήγμα για να αλώσουμε το σύστημα, πριν οι υπερασπιστές της κυρίαρχης τάξης προλάβουν να πάρουν ανάσα.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ΣΥΝΑΙΝΩΝΤΑΣ … ΕΘΝΙΚΑ

        Με δεδομένο το οικονομικό σύστημα κάτω από το οποίο ζούμε, όταν οι κυβερνώντες αναφέρονται σε εθνικό συμφέρον ευλογοφανώς  θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι εννοούν πως αυτό προάγεται με την αύξηση ισχύος και κερδών των εταιρειών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ο εκφοβισμός επομένως  των κυβερνώντων στηρίζεται στο συλλογισμό, ότι αν καταρρεύσουν εταιρείες, τράπεζες κλπ.  οι άμεσες συνέπειες για την ανεργία, το επίπεδο ποιότητας ζωής μας και πολλά άλλα θα γίνουν  βαθειά αισθητές σ’ ολόκληρο το έθνος. Ποια  ακριβώς όμως  κοινωνικά στρώματα θα υποστούν τις  βαρύτερες συνέπειες και σε τι έκταση;
         Θα μπορούσαμε όμως να υποστηρίξουμε και το αντίθετο, ότι τέτοιες βραχυπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες αποτελούν αναγκαίο, αναπόφευκτο προοίμιο για μια ριζική  αναδιάρθρωση  της οικονομίας, πάλι για το εθνικό συμφέρον.  Ποιοι θα επωμιστούν το βάρος και την ευθύνη γι’  αυτό ;
          Ακόμα όμως  κι αν δεχτούμε  την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται για το εθνικό συμφέρον, η επιλογή μεταξύ των δυο αυτών θέσεων προϋποθέτει και μια  επιλογή μεταξύ ορισμών του εθνικού συμφέροντος.
        Η μόνη δυσκολία όμως  για το εθνικό συμφέρον δεν είναι  ο προσδιορισμός του  αλλά και η εφαρμογή του στην πράξη.  Κι αυτή η διαπίστωση  δεν αμφισβητείται με κανένα τρόπο από το γεγονός ότι οι πολιτικοί ηγέτες ισχυρίζονται κατά κανόνα ότι η πολιτική τους υπηρετεί  το εθνικό συμφέρον και ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση.
       Τελευταία, οι  κυβερνώντες μας  καταφεύγουν πάλι στην εύκολη επίκληση του  εθνικού  συμφέροντος αποδίδοντας εμμέσως  στο έθνος την εξωιστορική και υπερταξική μορφή κοινωνικής ενότητας  που ισοπεδώνει και ομογενοποιεί όλες τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα που το συγκροτούν, χρησιμοποιώντας και πάλι τον εθνικισμό για να επιτύχουν την ταξική ειρήνη στην κοινωνία.
         Ακόμα όμως και οι   ομάδες εξουσίας  σε κάθε προτεινόμενη γραμμή δράσης διαφέρουν είτε στο θέμα τακτικής είτε στο θέμα των σκοπών όπως π.χ  οι εθνικές κορώνες  του Σαμαρά  με την άρνησή του να υπογράψει τις εγγυήσεις.
          Η ίδια η άρχουσα τάξη, στην προσπάθειά της να πείσει,  χρησιμοποιεί όλα τα ιδεολογικά όπλα της, ακόμα κι αν έχουν σκουριάσει και τα τελευταία χρόνια τα είχε αποσύρει, όπως τον εθνικισμό. Συνεχίζει να παρουσιάζει και στον εαυτό της και σ΄ αυτούς που κατευθύνει μια κοσμοαντίληψη με συνοχή, που είναι αρκετά εύκαμπτη, κατανοητή και διαλλακτική για να πείθει τις υποτελείς τάξεις  ότι η ηγεμονία της και οι ενέργειές της είναι για το καλό τους.   Φροντίζει βέβαια αυτή η  ιδεολογία να μην φαίνεται ότι είναι  αντανάκλαση άμεσων οικονομικών συμφερόντων, γιατί τότε θα ήταν  περισσότερο από άχρηστη, εφόσον  η υποκρισία της άρχουσας τάξης όπως και η απληστία της θα γινόταν γρήγορα εμφανής. Όταν δεν υπάρχει καμιά καινούργια πρόσφορη επιστρατεύονται και παλιές ιδεολογίες, όπως ο εθνικισμός.
         Όταν λοιπόν έγινε εμφανής η ανεπάρκεια του ντόπιου  πολιτικού κόσμου να εφαρμόσει τις αποφάσεις των κυρίαρχων οικονομικών κέντρων μας προέκυψε συγκυβέρνηση που συμβολικώς και λεκτικώς υπογραμμίζει την ενότητα του ελληνικού λαού ή τη συστράτευση για να την πετύχει και στην πράξη. Ολοι πλην Αριστεράς.
        Αλλλωστε, είχε προηγηθεί με τις δηλώσεις του Παπανδρέου και διαφόρων υπουργών και πολιτικών  για την διαφθορά του ελληνικού λαού, την αδυναμία του να πειθαρχεί στους νόμους κλπ. η προσπάθεια ηθικοποίησης και απολιτικοποίησης της πολιτικής. Και τώρα με τη συγκυβέρνηση πραγματοποιήθηκε το οξύμωρο, εθνικοποίηση μιας πολιτικής που επιβάλλεται από το εξωτερικό, με στόχο την κοινωνικοπολιτική συναίνεση, που συγκαλύπτει το πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο των αποφάσεων  και  θέλει να λυγίζει και να αποδιοργανώνει τις αντιστάσεις, να αποδιαρθρώνει τις συνειδήσεις και να οδηγεί στην απάθεια.
        Η απάθεια  όμως μπορεί να βιωθεί και  ως μια αντίδραση  αποχώρησης προ της άνισης δυνατότητας πρόσβασης στα κέντρα λήψης  των αποφάσεων και είναι πιθανό, όταν οι υλικοί όροι διαβίωσης χειροτερέψουν να εγκαταλειφθούν  τελικά, και από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, οι δημοκρατικές διαδικασίες, επειδή πιστεύουν ότι θα είναι ανίκανοι να επιτύχουν τους στόχους τους δημοκρατικά.
        Σε μια δημοκρατία είναι εξ ορισμού δεδομένη η δυνατότητα για μια οποιαδήποτε  αλλαγή μέσα από διαδικασίες συζήτησης, διαλόγου, επιλογής. Σήμερα όμως τις   κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις θέλουν να τις υποβιβάσουν στο επίπεδο απλώς διαφορετικών απόψεων, μέσα από την εξύμνηση  του διαλόγου, που δεν καταλήγει πουθενά παρά σε συναίνεση παθητική και φοβική.
      Εξάλλου, είναι απόρροια της ουσίας της δημοκρατίας οι περιορισμός της δυνατότητας διαμόρφωσης της κυβερνητικής πολιτικής σε μια περιοδική εκλογή μεταξύ ανταγωνιζόμενων πολιτικών  που μετέχουν στη λήψη των αποφάσεων. Με τη συγκυβέρνηση γίνεται προσπάθεια να εγκλωβιστεί σ’ αυτές και μόνο τις  συγκεκριμένες πολιτικές ο λαός.
         Σ’  αυτά τα πλαίσια όμως,  ένα κίνημα μπορεί να μετατραπεί σε εξτρεμιστικό   όχι από την έκταση της αλλαγής υπέρ της οποίας συνηγορεί, αλλά από την απόφαση του ότι  οι συμβατικές δημοκρατικές διαδικασίες είναι αναποτελεσματικές για τους σκοπούς του, ότι επομένως πρέπει να εφαρμοστούν  μέθοδοι οι  οποίες υπερβαίνουν το δημοκρατικό πλαίσιο.
        Πρέπει λοιπόν  να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα ότι κάθε δεδομένη ομάδα συμφερόντων ή τάξη  θα εγκαταλείψει τις δημοκρατικές διαδικασίες, επειδή  πιστεύει ότι θα είναι ανίκανη να επιτύχει  τους στόχους της δημοκρατικά- αυτό μπορεί να γίνει και στις άρχουσες τάξεις και τις υποτελείς. Ποιος θα προλάβει;

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

  « … Όταν έπεσε η δικτατορία ειπώθηκαν πολλά, τα περισσότερα μυθιστορηματικού-αστυνομικού τύπου, για τις διαδικασίες και τα γεγονότα πού έδιωξαν τους συνταγματάρχες. Σε  ένα σημείο όμως συμπίπτουν όλες οι αναλύσεις και ερμηνείες: ότι  τη δικτατορία ανέτρεψε η πάλη του λαού. Οι συγκεκριμένες μορφές πάλης κατά της στρατιωτικής δικτατορίας, από τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων ως τη εξέγερση του Πολυτεχνείου, από μεμονωμένες πράξεις αντίδρασης ως την ανταρσία του «Βέλους», από ένα απλό αντιδικτατορικό φυλλάδιο ως την ακρόαση της Ντώυτσε Βέλε και του BBC, από τον μαζικό εκτοπισμό των αριστερών ως την απλή κλήση στην αστυνομία, αρθρώθηκαν σε έναν ενιαίο, πανεθνικό πολιτικό φαινόμενο μάχης που ονομάστηκε Αντίσταση. Αυτή ήταν, σύμφωνα με την γενικά αποδεκτή ερμηνεία, που  έκαμψε τη δύναμη των αντιπάλων μέχρι που την εξουδετέρωσε, την εκμηδένισε, την κατέστρεψε. Η Αντίσταση δέχτηκε μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία που περιέλαβε  το σύνολο του ελληνικού λαού και ενεργοποίησε αναδρομικά το αντιδικτατορικό του φρόνημα, διότι, όντως, αποτελεί στοιχείο  της εποχής ότι η στρατιωτική δικτατορία δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει  λαϊκό έρεισμα κι έμεινε ως το τέλος αυτό που ήταν  στην αρχή: δικτατορία.
                 Η παθητική αντίσταση του ελληνικού λαού βαπτίστηκε μεταδικτατορικά σε ενεργητική, σε αυτό δηλαδή που ήταν το ζητούμενο όσο κυβερνούσε το δικτατορικό καθεστώς και, μεταδικτατορικά πάλι, αναγορεύτηκε σε ενεργητικό παράγοντα που έριξε τη δικτατορία. Για  την Αριστερά(τόσο του ΚΚΕ όσο και την ανανεωτική), μια τέτοια ερμηνεία ταίριαζε επίσης στις παλιότερες και στις πρόσφατες αγωνιστικές της παραδόσεις δεδομένου  ότι  από τις γραμμές της κυρίως είχαν οργανωθεί η εμπνευσθεί οι περισσότερες και σημαντικότερες αντιστασιακές πράξεις. Ως προς τη μεγάλη όμως πλειοψηφία του ελληνικού λαού, εκτός από  μεμονωμένες περιπτώσει ή αντιδράσεις επιτελείων, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο κεντρώος και δεξιός κόσμος, ο πολύς  λαός δηλαδή, δεν έζησε τη μάχιμη αντιστασιακή πραγματικότητα. Δεν ήθελε μεν τη δικτατορία αλλά και δεν την πολέμησε συγκεκριμένα και πρακτικά…
                      Ωστόσο ο απών λαός βρέθηκε παρών στο μεταδικτατορικό προσκλητήριο. Από τη βραδιά του ερχομού του Καραμανλή στην Αθήνα, στα τεράστια συλλαλητήρια του πρώτου εορτασμού του Πολυτεχνείου(«Αι γενεαί αι πάσαι», έγραψε την άλλη μέρα μια δεξιά εφημερίδα), ως το παλλαϊκό ξέσπασμα το βράδυ του δημοψηφίσματος που καταργούσε με συντριπτική πλειοψηφία τη Βασιλεία και σε άπειρες άλλες εκδηλώσεις των πρώτων μεταπολιτευτικών μηνάν τιναζόταν το πώμα της φιάλης όπου μέσα της κλείνονταν τα αέρια του αντιδικτατορικού φρονήματος του κόσμου. Σε τούτο το «αντί» το έθνος ήταν σύσσωμο. Εκτός εννοείται  από τους επίορκους πρωτεργάτες που βρέθηκαν στον Κορυδαλλό, του βασανιστές που  τιμωρήθηκαν και μια δράκα ακροδεξιών που στριμώχτηκαν στα ακροδεξιά μορφώματα τύπου ΕΠΕΝ. Αυτοί ήταν χουντικοί. Αλλά ο αντιδικτατορικός λαός και οι νέες πολιτικές ηγεσίες που αναδιοργανώνονταν στο έδαφος των παραδοσιακών αστικών κομμάτων είχαν ανάγκη ετούτη την ερμηνεία της αναδρομικής «αντιστασιακότητας» που μπέρδευε την επιθυμία με την πραγματικότητα. Η συνακόλουθη «αποχουντοποίηση» του κράτους και της κοινωνίας εξάγνιζε το έθνος από το μίασμα και το στίγμα της επτάχρονης δικτατορίας που, επιπλέον οδήγησε στην εθνική καταστροφή της Κύπρου…
                          Ηταν δηλαδή η «Αντίσταση του ελληνικού λαού» ένας πολύ καλός ιδεολογικός μηχανισμός με βάση τον οποίον σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις της μεταπολίτευσης πραγματοποιήθηκαν οι δέουσες ανακατατάξεις και ανανεώσεις. Ο μη αντισταθείς μηδέ  εσθιέτω. Γέμισε έτσι το πολιτικό, το κοινωνικό, το καλλιτεχνικό, το διανοούμενο προσκήνιο από αντιστασιακούς. Η «πάλη του ελληνικού λαού» κατά της δικτατορίας έπαιρνε σάρκα και οστά εκεί που φτιάχνονταν οι νέες ηγετικές ομάδες. Αυτοί που κυρίως απουσίασαν από την ενεργητική αντίσταση δηλαδή οι αστικές προδικτατορικές δυνάμεις του Κέντρου και της Δεξιάς, χρησιμοποίησαν την παθητική αντίσταση, μεταβαπτίζοντας την  σε ενεργητική, ως ιδεολογική δικαίωση των εξουσιών και του κράτους που οικοδομούνταν μεταπολιτευτικά. Ενας αντιστασιακός τίτλος πραγματικός η χορηγούμενος κατ’ οικονομίαν πουλιόταν πολύ ακριβά στο χρηματιστήριο των πολιτικών αξιών.
                  Η Ν.Δ έτσι θα απαλλαγεί από τη σαραντάχρονη σκουριά της και θα  αναπλαστεί με βάση τα πεφωτισμένα και εκσυγχρονιστικά της στοιχεία. Το Κέντρο θα μετουσιωθεί σε «σοσιαλιστικό» και με βάση αυτή τη μεταστροφή θα αναπλαστεί σε κίνημα ριζοσπαστικό που αντλούσε από τις παλιότερες αλλά και τις εντελώς πρόσφατες αγωνιστικές περγαμηνές του ελληνικού λαού. Ο καθένας έφτιαχνε τον λαό  του κατ’ εικόνα  και ομοίωση των αναγκών του,  συχνά κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την ιστορική πραγματικότητα.
           Όλα αυτά μοιάζουν σαν κάποιοι κατεργάρηδες να εξαπάτησαν τον κόσμο ή σαν ο κόσμος, για να αποενοχοποιηθεί, εξαπάτησε τον εαυτό του εξωραϊζοντάς τον. Δεν πρόκειται όμως ούτε για αυτοεξωραϊσμό ούτε για εξαπάτηση αλλά για  τις «πονηριές» της ιδεολογίας, για τις περιπέτειες των μετασχηματισμών της, αν βέβαια ως ιδεολογία δεν θεωρήσουμε κάποιους μηχανισμούς εξαπάτησης για την  εξυπηρέτηση  των πονηρών…»
             Του  Άγγελου  Ελεφάντη στον ΠΟΛΙΤΗ  πριν 20 και κάτι   χρόνια

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑΔΗΜΟ

         Τις τελευταίες μέρες ιστορικές αποφάσεις παίρνονται, σημαδιακές συμμαχίες γίνονται  εν ονόματι μιας κατ’  ουσίαν  υπερβατικής έννοιας, της σωτηρίας και μάλιστα  του έθνους,  το πολιτικό νόημα του οποίου ταυτίζεται με εκείνο το προ πεντηκονταετίας.  Τους τελευταίους μήνες  η επανεθνικοποίηση της πολιτικής αποτελεί νομιμοποιητική λειτουργία σε δυο επίπεδα: τη νομιμοποίηση  της άκρας δεξιάς ως πολιτικού σχήματος εξουσίας ικανού να διαχειριστεί την πολιτική εξουσία μέσα στο κράτος  και την νομιμοποίηση ενεργειών και αποφάσεων, ανεξάρτητα από πού εκπορεύονται,  που βρίσκονται πέρα και σε πλάγια σύγκρουση με θεσμούς.
         Η κυβέρνηση χαρακτηρίζεται  εθνικής σωτηρίας  και διακηρύττει τον τεχνικό-μεταβατικό χαρακτήρα της, για να αντιμετωπίσει κρίσιμα προβλήματα, τα οποία όμως απαιτούν πρωτοβουλίες και αποφάσεις με μακροχρόνιες πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις. Για χάρη αυτού του άμεσου και κρίσιμου  κινδύνου για τη χώρα, η αόριστη ύπαρξη της οποίας σχεδόν διαχωρίζεται από αυτήν των κατοίκων της, απαιτείται η μέγιστη κοινωνικοπολιτική συναίνεση και η απόρριψη κάθε αναφοράς σε ταξική πάλη. Όλα για το έθνος.
          Οι προγραμματικές δηλώσεις του Παπαδήμου για την ανάγκη της συστράτευσης, της ενότητας και δικαίωσης  των θυσιών του ελληνικού λαού δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνουν τα αντίστοιχα λόγια του Παπανδρέου για εθνική ανάγκη και θυσίες του ελληνικού λαού στο διάγγελμά του από το Καστελόριζο. Η σύνδεση ανάμεσα στο Καστελόριζο και τη Βουλή των τελευταίων ημερών είναι άμεση και ευθεία.
         Τότε, δημοσιεύτηκε Στο ΒΗΜΑ της Κυριακής, 9/05/2010, δημοσκόπηση της Κάπα Research  κατά την οποία το 55,2% των πολιτών δήλωσε ότι δέχεται το πακέτο στήριξης,  το 44,6% το απορρίπτει Το 56,3% προτιμούσε την περικοπή των μισθών από τη χρεοκοπία της χώρας ενώ το 71,3% καλούσε  τα κόμματα να λειτουργήσουν σε κλίμα συναίνεσης
         Σε αντίστοιχη δημοσκόπηση για την κυβέρνηση Παπαδήμου, πάλι της Κάπα Research που διενεργήθηκε για το  Βήμα της Κυριακής, 13/11/2011, το 78% κρίνει «θετικό ή μάλλον θετικό» βήμα τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, ενώ το 20% εμφανίζεται «αρνητικό ή μάλλον αρνητικό.  Όσον αφορά στα συναισθήματα που δημιούργησε η συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας υπό τον Λουκά Παπαδήμο το 42,2% απάντησε ελπίδα, το 17,4% ηρεμία, το 8,6% ανησυχία, το 8,5% αδιαφορία, το 7,5% οργή και μόλις το 5,4% απαισιοδοξία και φόβο.
        Ενάμισης χρόνος κινητοποιήσεων, άγριας φορολόγησης, ανεργίας κατέληξε στην πραγμάτωση αυτού που το 71% του λαού το 2010 απαιτούσε,   μια κυβέρνηση συνεργασίας, λεπτομέρεια φαίνεται για τη μεγάλη πλειοψηφία ποιοι είναι οι συνεργαζόμενοι και η μεγάλη πλειοψηφία το βλέπει θετικά. Ακόμα λοιπόν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού επενδύουν σε χαρακτηριζόμενους τεχνοκράτες, πιστεύοντας μάλιστα και το παραμύθι της πολιτικής   παρθενογένεσης  τους.
       Όλα δείχνουν ότι  οι συνειδήσεις μας, οι σκέψεις μας έχουν αλωθεί. Αφού οι μηχανισμοί διαμόρφωσης  κοινής γνώμης αλώθηκαν από πολυποίκιλα κέντρα εξουσίας,   οι ευαισθησίες μας, οι παραστάσεις μας, οι ιδεολογίες μας χειραγωγούνται και καθοδηγούνται  πλέον εύκολα.
       Σε όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, βλέποντάς τα εκ των υστέρων, εντυπωσιάζεται κανείς από τη δεκτικότητά μας να πραγματωθεί αυτός ο στόχος,  δηλ. η εμπορευματοποίηση συμβόλων και ιδεών, η  χειραγώγηση του φαντασιακού μας κόσμου. Ακόμα κι  όταν αυτός ο στόχος,  κάποιες φορές ήταν ευκρινής, αδιαφορούσαμε, αρκεί  τα μέσα που χρησιμοποιούσε να εγγράφονταν στο πεδίο του μοντέρνου
        Δεν αισθανθήκαμε τότε, στον καιρό της ευμάρειας, την απειλή, αλλά το ανησυχητικό είναι ότι ούτε και τώρα, στον καιρό της ανάγκης, δεν αναγνωρίζουμε την σαρωτική επέλαση όλων αυτών  που τους αφήσαμε να κυριεύσουν μαζί με τη ζωή μας και τη σκέψη μας.
       Ενάμιση χρόνο μετά το μνημόνιο και τις συμφορές που έχει προκαλέσει η πολιτική που ακολουθήθηκε, συνεχίζει να  βγαίνει από το πλειοψηφικό κομμάτι του λαού  σαν μόνο υπαρκτό και συγκεκριμένο αίτημα η αντικειμενική, τεχνοκρατική, άντε και διορατική διαχείριση της πολιτικής εξουσίας.
       Με αυτό το δεδομένο  είναι δύσκολο να πει κανείς πια ποιες μορφές, ποιες κατευθύνσεις θα πάρει η αντιπαλότητα με την εξουσία, που εκ των πραγμάτων η εφαρμογή των αποφάσεων της 26ης Οκτωβρίου θα πυροδοτήσει. Οι οικονομικοί και κοινωνικοί όροι  ύπαρξης που θα διαμορφωθούν θα τροφοδοτούν ολοένα και πιο αυξανόμενη δυσαρέσκεια, που θα παίρνει ίσως και  εκρηκτικές διαστάσεις, αλλά όχι και απαραίτητα τη μορφή κοινωνικής πάλης.
       Ο μικροαστικός-μεσοαστικός κόσμος που θα αισθανθεί  βαθιά πόσο μη προνομιούχος είναι πια, καθώς το έδαφος θα χάνεται κάτω από τα πόδια του δεν θα είναι  και πολύ δύσκολο να μετατοπιστεί σε συντηρητικότερες επιλογές, η συνεχής επίκληση του έθνους  βοηθά σ' αυτή την κατεύθυνση,  αρκεί οι υποσχέσεις να ταιριάζουν καλύτερα στις κοινωνικές του  προσδοκίες και να μη χρειάζεται να αγωνιστεί γι’  αυτό διακινδυνεύοντας.
       Την ίδια στιγμή, η πίεση από το εσωτερικό και εξωτερικό για κυβέρνηση συνεργασίας, που προσπαθεί να  συσκοτίσει την οικονομική και πολιτική ταύτιση με  τα χρηματοπιστωτικά κέντρα και δίνει  παράταση ανοχής, ανοίγει  το δρόμο για νόθευση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και επιλογές διακυβέρνησης σε ολοένα και πιο ολοκληρωτικές μορφές.
Ο κλοιός σφίγγει….

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΓΩΝΙΕΣ

          Μετά το ΄89 και ιδιαίτερα μετά  την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης  και την κατασυκοφάντηση του σοσιαλιστικού παρελθόντος της,  το ΚΚΕ έμεινε μετέωρο. Προσπαθώντας να κρατηθεί, είναι αλήθεια με νύχια και με δόντια,   φάνηκε ν’ αλλάζει στρατηγική. Δεν έχουμε πια επαναστατικές ασκήσεις αναμονής της επανάστασης η της ένταξης της  χώρας στο κομμουνιστικό στρατόπεδο εξαιτίας αλλαγής των διεθνών συσχετισμών. Περιορίστηκε, ανεξάρτητα αν συνέχιζε να αναφέρεται στην κομμουνιστική κοινωνία σχεδόν σα μια ουτοπία,  σε μια προοπτική διαχείρισης του συστήματος κι αναλωνόταν περισσότερο σε μιας μορφής κοινωνικό συνδικαλισμό, αποβλέποντας περισσότερο στην αύξηση της εκλογικής του δύναμης,  χωρίς στη βάση και πρακτικά  να αμφισβητεί και το ρόλο του κεφαλαίου.
           Με το μνημόνιο  έγινε φανερό σ’   όλους ότι το ΚΚΕ έχει λόγο ύπαρξης,  γιατί στην περίπτωση της αντιπαλότητας προς το πολιτικό κατεστημένο, η αντιπαλότητα αποδείχτηκε εκ των πραγμάτων  δικαιωμένη.
          Εξάλλου, το ΚΚΕ, οργανωμένο δυναμικά, μοιάζει να είναι η μόνη  δύναμη που μπορεί  να διευκολύνει την επαφή των μαζών, των λαϊκών ανθρώπων με την πολιτική, ανοίγοντας δρόμους για μια ένταξη των καθημερινών προβλημάτων τους σε ευρύτερα πολιτικά και οικονομικά πεδία.
         Σ΄ όλους αυτούς τους μήνες της  έντονης, αν και ακόμα υποφώσκουσας αντιπαράθεσης, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της οργάνωσης μιας δομής που να αντιπαρατίθεται με την κυρίαρχη εξουσία, η οποία διαθέτει και δομές και μέσα  πανίσχυρα.
          Μ΄ όλο το ιστορικό των αντιφατικών θέσεων ή και στάσεων (όρα δημοψήφισμα), το ΚΚΕ είναι  η πιο συγκροτημένη και ενεργητική  ομάδα πρωτοβουλίας στην οργάνωση της αντίδρασης ενάντια στην κυρίαρχη εξουσία. Το πολιτικό κενό, οι καιροσκοπισμοί των διαλυμένων  παραδοσιακών κομμάτων, η  αυξανόμενη εξαθλίωση  των μεσαίων στρωμάτων δημιουργούν προϋποθέσεις για διαμόρφωση ενός μπλοκ αντίδρασης και το ΚΚΕ  με την κομματική του οργάνωση έχει τις προϋποθέσεις να απαντήσει και να αντιτεθεί στην οργανωμένη κρατική δύναμη της αστικής τάξης. Πως όμως θα γίνει αυτό;  Πως οι εργαζόμενοι θα το εμπιστευτούν για να πυκνώσουν τις τάξεις του;
        Τα χρόνια  που θα έρθουν θα είναι χρόνια υλικής εξαθλίωσης, σχεδόν του συνόλου του πληθυσμού, και θα είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί μια συλλογική, ταξική συνείδηση, ενώ η υπέρβαση του ατομισμού θα  πρέπει να καταλήξει να είναι σχεδόν γενικό αντανακλαστικό. Η πολιτική μας όμως ζωή και κουλτούρα συγκροτήθηκαν μέχρι τώρα από προσομοιώσεις παθών και απαξιωμένων θεσμών, ενώ καλλιεργήθηκε στην κοινωνία ο ατομικισμός, ο κυνισμός και  η ανευθυνότητα.  Πόσο πιο πιθανό είναι να  επιφυλαχτεί και πάλι η πιο βάναυση μοίρα στους καλύτερους και μάλιστα μέσα στις τάξεις του κινήματος;
         Σε μια ακραία αναμέτρηση, ακόμα κι όταν δεν είναι ένοπλη, η αυτόβουλη και ανεξάρτητη συμμετοχή δεν είναι εφικτή, εκ των πραγμάτων  πρέπει να ενταχθεί κανείς ή όχι σ΄ έναν σχηματισμό.  Θα πρέπει όμως το κίνημα αντίστασης να διαμορφωθεί με βάση  τη συλλογική έκφραση ενός οράματος, ακόμα κι αν αυτό φαίνεται σαν ένας όχι και τόσο ρεαλιστικός πόθος, με βάση μάλιστα το τι θέλουμε και όχι μόνο τι μπορούμε να πετύχουμε. Γενικά,  η Αριστερά μπορεί να μορφοποιήσει αυτά τα οράματα και το ΚΚΕ με την οργάνωσή του να πείσει για την δυνατότητα πραγμάτωσής τους. Κι είναι αυτή η οργάνωση δίκοπο μαχαίρι.
         Πώς θα απαντηθούν  τα διλήμματα που γεννά πάντα η στράτευση και η οργάνωση σ’ ένα σκοπό; Πώς οι συμβιβασμοί που θα απαιτηθούν δεν θα ισοπεδώνουν το άτομο, και πώς είναι δυνατό να υπάρχει θέση  γι’ αδογμάτιστο στοχασμό, αν θέλουμε να αντιταχτούμε με ελπίδες νίκης στον οργανωμένο και σίγουρο αντίπαλο; Το κόμμα, η όποια πολιτική οργάνωση είναι απαραίτητα για την οργανωμένη αντίδραση, αλλά πόση ανάσα, ανάπαυλα για σκέψη και συζήτηση μπορεί ν΄ αφήνουν, όταν αυτό που απαιτείται είναι  η ετοιμότητα για πάλη, η πειθαρχία, η ενότητα σκέψης;
         Μεγαλωμένοι σε μια κοινωνία που εκθειάζει τον ατομικισμό είμαστε έτοιμοι ώστε όλα αυτά για την προσωπικότητα και την ελευθερία της να περάσουν σε δεύτερη μοίρα; Η πίστη σε ένα όραμα μπορεί να μας δώσει τη δύναμη για ένταξη, αλλά πόσοι θα πιστέψουν πάλι σε ιδανικά που εδώ και μια εικοσαετία θεωρήθηκαν χρεωκοπημένα; Αν πάλι δεν υπάρχει ένα στήριγμα, ένα όραμα που ν’  αγκαλιάζει τον κόσμο,  η ομφαλοσκοπία μας θα συνεχίζεται. Κι αν  όμως γίνει το ίδιο λάθος με τη δεκαετία του ’40, το ασύμμετρο  της ιδέας που εμψύχωνε  με την πολιτική που ασκήθηκε; 
       Πολλές φορές βέβαια όταν σκέψη και συνείδηση πειθαρχούν ησυχάζοντας μέσα στην ναρκωτική αγκαλιά του κόμματος λυτρώνουν τον φορέα τους και ίσως και προωθούν την υπόθεση. Τι γίνεται όμως με την αφροσύνη και την πολιτική σχιζοφρένεια της ηγεσίας;
     Το κίνημα είμαστε όλοι εμείς,  όταν συνειδητοποιημένοι και αποφασισμένοι πάψουμε να ανεχόμαστε την κηδεμονία της σκέψης μας και της ζωής μας. Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα...

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

ΝΕΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ


        Μέρα με τη μέρα η κατάσταση φαίνεται να   σταθεροποιείται παίρνοντας και  την  πραγματική της μορφή. Ίσως είναι καιρός να  καταλάβουμε καθαρότερα τι γίνεται γύρω μας. Γιατί έχουμε πάθει και έχουμε δει  τόσες μεταβολές, και ζούμε με  τόση ένταση  τα τελευταία δυο χρόνια, ώστε τελικά πολλές ιδέες να  συγχέονται, και άλλες τόσες πεποιθήσεις να  κλονίζονται. 
        Ασκώντας εξουσία το ΠΑΣΟΚ τα δυο τελευταία χρόνια διαμορφώνει θεσμούς και καταστάσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα που επιβάλλονται από τα διεθνή οικονομικά κέντρα, ενώ η Νέα Δημοκρατία ψελλίζει κάποιες αντιρρήσεις, που εντοπίζονται στην ταχύτητα και τρόπο επιβολής των μέτρων,  όσο για να δικαιολογεί το ρόλο της αντιπολίτευσης.
         Η   μικροπολιτική και των δυο κομμάτων εξουσίας  συμφωνεί να εμφανίζει με αξιώσεις ιδεολογίας ένα σύνολο ιδεών περιορισμένων  στην πραγματικότητα  στο οικονομικό  επίπεδο, και που ακόμα και εκεί δεν έχουν  να πουν τίποτε παραπέρα από την άρνηση του ρόλου του κράτους και δεν  εκφράζουν  παρά ένα αίτημα, να απελευθερωθεί το οικονομικό επίπεδο από τα κάθε λογής δεσμά. Και έτσι δικαιολογούν τις πολιτικές αποφάσεις τους.
         Με τη νέα κυβέρνηση επιχειρείται  νέα συναινετική  νομιμότητα, που περιλαμβάνει εκτός των δυο κομμάτων εξουσίας  και τους μεταλλαγμένους  κλώνους της ακροδεξιάς, η οποία με τον κραυγαλέο οπορτουνισμό της δεν δυσκολεύεται να συνταιριάσει την υποταγή στις επιταγές  της «αγοράς» με το εθνικό συμφέρον, που διακηρύττει ότι υπερασπίζεται.
           Οι τέσσερις  του κόμματος του ΛΑΟΣ,  που συμμετέχουν στην κυβέρνηση, δίνουν από τη μια το στίγμα της ίδιας  της κυβέρνησης και του πολιτικού κόσμου και αφετέρου  σηματοδοτούν, όχι μόνο σε συμβολικό επίπεδο,  το τέλος της μεταπολίτευσης.
         Εδώ και δυο χρόνια  όλοι μιλούν για το τέλος της μεταπολίτευσης, της οποίας όμως  η ληξιαρχική πράξη θανάτου της ταυτίζεται με την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης.  
          Με την μεταπολίτευση αποκαταστάθηκαν οι δημοκρατικοί θεσμοί και το κύρος τους, στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος, και εξασφαλίστηκε η ομαλή λειτουργία του με τη δημοκρατική ανασυγκρότηση των θεσμών του. Παρόλο τους κατά καιρούς κλυδωνισμούς του το σύστημα λειτουργούσε και η πλειοψηφία των πολιτών πίστευε σταθερά στην ιδέα της δημοκρατίας
           Με το μνημόνιο άρχισε να δοκιμάζεται κάθε πίστη και πεποίθηση που ενοποιούσαν ετερόκλητα τμήματα  του πληθυσμού και  άρχισε να απειλείται η αξιοπιστία και η επιρροή  του  πολιτικού συστήματος με την παρούσα μορφή του. Και τον τελευταίο καιρό,  εν χορώ, τύπος, ηλεκτρονικά μέσα, βουλευτές,  ευρωπαίοι και λοιποί εταίροι κλπ.  σχεδόν απαιτούσαν «κυβέρνηση  σωτηρίας», που για περισσότερη συσκότιση των σκοπών της την προσδιόριζαν σαν εθνική. Για τη συγκρότησή της παρέκαμψαν ή επιμήκυναν διαδικασίες, προέβησαν σε διασταλτικές ερμηνείες νόμων και συντάγματος, με λίγα λόγια οι ίδιοι οι υποτιθέμενοι υπερασπιστές της αστικής δημοκρατίας δεν δίστασαν να την απαξιώσουν.
        Ολη η  μεταπολίτευση στηρίχτηκε στον ιδεολογικό μηχανισμό της αντίστασης του λαού στην δικτατορία και της δικαίωσής του με την αποκατάσταση και ανανέωση  του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το μεγαλύτερο μέρος του λαού εύκολα βρέθηκε, κι εκ των υστέρων, από την καλή πλευρά της ιστορίας, ενώ το πολιτικό σύστημα που ανανεώθηκε και μετασχηματίστηκε  ώμνυε στη δημοκρατία και στα λαϊκά δικαιώματα, βγάζοντας από το κάδρο κάθε σχηματισμό που συνδέονταν με ιδεολογίες, οι οποίες  παρέπεμπαν σ’ αντίστοιχες μ’ αυτές της επταετούς δικτατορίας.
        Η σύνθεση της νέας κυβέρνησης, όπως η δημιουργία της υπερέβη επί της ουσίας  δημοκρατικές διαδικασίες, κατήργησε την αίσθηση της διαφοράς και  μετασχημάτισε την έννοια της ταυτότητας για το πολιτικό σύστημα.
        Το ΠΑΣΟΚ, αφού μετασχηματίστηκε άπειρες φορές  μετεξελίχτηκε τόσο την τελευταία διετία ώστε με τη νέα κυβέρνηση  να  ταυτιστεί  σε πραγματικό  και σε συμβολικό επίπεδο με το  ΛΑΟΣ.  Η Νέα Δημοκρατία, με την περιορισμένη οπτική της, παρασυρμένη από τα πολιτικά παιχνίδια του ΠΑΣΟΚ σε επιλογές που, εκ των πραγμάτων,  ακυρώνουν το ρόλο της ως αντιπολίτευση, συνεχίζει να αρνιέται την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας ότι  και συγκυβερνά και αντιπολιτεύεται. Το ΛΑΟΣ,  με τη επαρχιώτικη  αλλά επικίνδυνη λογική του, εν πλήρει  δόξη, το απέσπασαν από το περιθώριο και το κατέστησαν ισότιμο συνομιλητή με τα δυο κόμματα εξουσίας. Και επικεφαλής όλων ένας τραπεζίτης, σύμβουλος σε κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ, που δεν σταματούν να εκθειάζουν τα μέσα ενημέρωσης, ταυτιζόμενα πλήρως με το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
         Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα φαίνεται πια πως δεν έχει, και τυπικά, καμιά ιδεολογική αναστολή που να το   σταματά στην εφαρμογή της πολιτικής που του υπαγορεύεται.  
      Μ’  αυτή την κυβέρνηση φαίνεται να θεωρούνται όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί, ομάδες, πρόσωπα,  που  είναι πρόθυμοι  να συνεισφέρουν στην επιβίωση του συστήματος,   σαν  εφεδρείες του, ενώ συγχρόνως πέφτουν και τα ταμπού της μεταπολίτευσης, σχετικά με ακροδεξιές ιδεολογίες.
      Το επόμενο εγχείρημα του κυρίαρχου συστήματος θα είναι ένα βήμα παραπέρα. Αν τώρα παρέκαμψαν ουσιαστικά, αλλά όχι  ξεκάθαρα τυπικά,  δημοκρατικές διαδικασίες, την επόμενη αυτό δεν είναι σίγουρο...