Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

ΠΕΡΙ ΚΡΑΤΟΥΣ

       Η ιδεολογική λειτουργία των κομμάτων εξουσίας φαίνεται, σε τελική ανάλυση, πως μετά τη  μεταπολίτευση, με πρωτοπόρο το ΠΑΣΟΚ, δεν είναι άλλη από την υιοθέτηση μιας σειράς θεμάτων,  που ταλάνιζαν προηγουμένως την αριστερά,  και την αναστροφή  του νοήματός τους προς όφελος της κυρίαρχης ιδεολογίας.
        Την τελευταία δεκαετία, και από τα δυο κόμματα εξουσίας, το κράτος έχει κηρυχθεί σε βασικό εχθρό  της προόδου μας και  κύριο ανασταλτικό παράγοντα της εξέλιξης. Ταυτίζεται το κράτος με εργαλείο που χρησιμοποιείται  για την άσκηση  κυριαρχίας διαμέσου μιας απροσδιόριστης βούλησης, η οποία δεν ονομάζεται, αλλά φαίνεται να εξυπηρετεί συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, που αναλόγως των περιστάσεων αλλάζουν.  Έτσι τη μια φορά οι κυβερνώντες, όταν θα πρέπει να καταποντιστεί ο συνδικαλισμός, φαίνονται  να διακηρύττουν ότι το κράτος  εξυπηρετεί τη βούληση των συνδικαλιστών,  ενώ την άλλη,  όταν θα πρέπει να καμφθεί γενικά κι αόριστα  η λαϊκή δυσαρέσκεια,   επιστρατεύεται   από τους ίδιους η ασαφής έννοια  του λαϊκισμού που θεωρείται ότι ταυτίζεται με μύρια όσα κακά, για να χαρακτηριστούν οι δράσεις πολιτικών που ευνοούν ευρείες κοινωνικές ομάδες, χρησιμοποιώντας τις λειτουργίες του κράτους.
       Μεγάλο τμήμα των εργαζομένων που   υπερασπίζεται  κάθε τι κρατικό, ενώ  πριν λίγα χρόνια το κράτος θεωρούνταν εχθρός κάθε λαϊκής διεκδίκησης, συκοφαντείται κι απαξιώνεται από αυτούς που κατέχουν την κρατική εξουσία.  Και εμφανίζεται η αντίφαση.  Αυτοί που κατέχουν  την κρατική εξουσία και την  χρησιμοποιούν να στρέφονται εναντίον του κράτους, και ένα  μεγάλο τμήμα  του λαού  να προσπαθεί να υπερασπιστεί την ύπαρξή του. Στην πραγματικότητα, οι φιλελεύθερες αντιλήψεις για το κράτος  δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προσαρμόζουν, αρκετά πετυχημένα πολλές φορές,  στις εκάστοτε επιλογές τους τις βασικές αναλύσεις της αριστεράς  για το κράτος.
      Κοινός  τόπος  για την αριστερά είναι η  κοινωνικοταξική φύση του κράτους και η έκφραση της βούλησης της κυρίαρχης τάξης μέσω αυτού.
     Εδώ και χρόνια όμως η κυρίαρχη τάξη  διαμέσου των διανοουμένων της   έχει κατορθώσει να κάνει αποδεκτή απ’ το σύνολο της κοινωνίας την ιδιαίτερη κοσμοαντίληψή της κι έτσι να διοικεί διαμέσου μιας εξαρτημένης συναίνεσης μάλλον, παρά να κυριαρχεί με τη στενή έννοια του όρου. Μ΄ αυτόν τον τρόπο πολύ πιο εύκολα ελέγχονται και κατευθύνονται οι αντιδράσεις μας.
       Κι ενώ για δεκαετίες το κράτος, από μεγάλες μάζες λαού αντιμετωπιζόταν εχθρικά, θεωρώντας το ότι ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της οικονομικά  κυρίαρχης τάξης  και ότι  χρησιμοποιείται απ' αυτήν κυρίως για την καταπίεση των κοινωνικών της αντιπά­λων, φτάσαμε στο σημείο οι ίδιες λαϊκές μάζες να δίνουν μάχες χαρακωμάτων για την κρατική περιουσία.  Βέβαια, υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε μορφές κράτους που αντιστοιχούν σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης του καπιταλισμού. Τα  τελευταία χρόνια λοιπόν είχε   η κυρίαρχη τάξη την οικονομική δύναμη να προσφέρει  στους εργαζόμενους  τη συμβιβαστική φόρμουλα που απαιτείται για να δοθεί  η δυνατότητα στη σοσιαλδημοκρατία  να κάνει πιο «φιλικό» τον καπιταλισμό σ’ αυτούς  με την ανάπτυξη του  κράτους πρόνοιας.  Ήταν επομένως πολύ πιο εύκολο το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας να θεωρήσει  αυτό τον τύπο κράτους εκφραστή του καθολικού και  εγγυητή του γενικού συμφέροντος.
     Κι ενώ το κράτος  αποτελεί ακριβώς την «πολιτική» έκφραση των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων φαίνεται να  το συρρικνώνουν   οι ίδιες οι κυρίαρχες τάξεις. Μόνο που αυτό το κάνουν μέσα από την ίδια την κρατική εξουσία.
       Οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλιστές συμφωνούν απολύτως όταν λένε  πως το κράτος είναι πηγή κάθε δεινού, ενώ την ίδια στιγμή υπερασπίζονται τους θεσμούς. Αυτό που κατασυκοφαντούν και καταργούν όμως είναι το κράτος πρόνοιας, που δεν πρόκειται να εκπληρώσει στο εξής τις υποσχέσεις του, ενώ παντού γύρω μας ακούγονται ύμνοι προς δόξαν της αυτονομίας των πολιτών. Φαίνεται πως αλλάζει ο ρόλος που επιφυλάσσεται στο κράτος, τουλάχιστον  όσο διασφαλίζονται τα συμφέροντά των κυρίαρχων τάξεων με άλλο τρόπο.
      Το κράτος  οι  κυβερνώντες φαίνεται ότι το περιορίζουν στο ρόλο ενός ουδέτερου διαιτητή, εγγυητή της ελάχιστης δυνατής τάξης, φύλακα μιας συγκαταβατικής ηθικής. Είναι πράγματι αυτή η επιδίωξή τους;

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

ΚΛΑΣΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

      «Θέλουμε να κάνουμε επιτέλους πράξη την –επί χρόνια ζητούμενη αλλά ποτέ ως τώρα υλοποιούμενη-σύνδεση της εξέλιξης και της αμοιβής με την παραγωγικότητα, η οποία είναι εφικτή και αποδεκτή μόνο στη βάση μιας αδιάβλητης  αξιολόγησης» Οι δηλώσεις του υπουργού Εσωτερικών Ραγκούση  στο ΒΗΜΑ της Κυριακής (17 Απριλίου)  θέλουν να πείσουν κάθε  κακόπιστο  για τις  αγαθές προθέσεις της κυβέρνησης  εστιάζοντας,   για τις κακοδαιμονίες του δημόσιου τομέα, στην αναξιοκρατία και τις πελατειακές σχέσεις. Η σύνδεση εξέλιξης  και  αμοιβής με παραγωγικότητα  εξαγγέλλεται ως η πανάκεια για να «εγκαινιαστεί μια νέα εποχή στο Δημόσιο».
       Επιπροσθέτως,  αρωγός στην προσπάθεια της κυβέρνησης  να μεταβιβάσει στο σύνολο του λαού,  με τη μορφή ενοχών μάλιστα, την ευθύνη για  ταξικές και πολιτικές επιλογές εγχώριων και μη  πολιτικοοικονομικών κέντρων έρχεται για μια ακόμα φορά το   κύριο άρθρο του Ψυχάρη στο ΒΗΜΑ της Κυριακής του Πάσχα,  όπου επισημαίνεται:  «Είπε (ο Πάγκαλος) ότι η κατάσταση στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Τουρκία, που φαίνεται να καλπάζει οικονομικά, οφείλεται στο ότι εκείνοι δουλεύουν και εμείς τεμπελιάζουμε. Άδικος και υπερβολικός. Δεν παύει ωστόσο να αναφέρεται σε μια πραγματικότητα την οποία μπορεί   να διαπιστώσει ο καθένας  από εμάς επισκεπτόμενος είτε την Πόλη είτε άλλες τουριστικές περιοχές της γείτονος»
        Και βέβαια,  η ανακοίνωση του ελλείμματος στο 10,5 %   του Α.Ε.Π έρχεται να επιβεβαιώσει, σύμφωνα με το σκεπτικό της κυρίαρχης πολιτικής,  την αλήθεια  τέτοιων δηλώσεων ή διαπιστώσεων.
      Περίσσεψαν τα αναθέματα  για την ισοπέδωση των μισθών, ανεξαρτήτως παραγωγικότητας, και  για τη ραστώνη,  συλλήβδην, του  ελληνικού λαού,  που συνετέλεσαν  στη  χρεοκοπία  της χώρας και συνεχίζουν να είναι τα βαρίδια για την κυβέρνηση.
     Δεν ομολογείται βέβαια ότι η ανισότητα στον τρόπο ζωής και τις προσδοκίες  είναι σύμφυτη με το σύστημα, αλλά αναπτύσσεται ολόκληρη επιχειρηματολογία  υπέρ της αξιοκρατίας. Στην πραγματικότητα δεν επιδιώκεται παρά να επικρατήσει μια πλήρης ανασφάλεια, που θα χρησιμοποιηθεί  ως μέσο εκβιασμού για να  εκμαιευτεί    από  τους εργαζόμενους αν όχι η συναίνεση τουλάχιστον η  ανοχή τους.
     Αναπαράγοντας τα ΜΜΕ τα περί  έλλειψης εργατικότητας του ελληνικού λαού, σύμφωνα με  Πάγκαλο,  προσφέρουν  ένα κίνητρο να ενταθεί η επιχειρηματολογία για τη μείωση του  κόστους   εργασίας και αύξησης της παραγωγικότητας που θα αποτελούν, δήθεν,  εγγύηση εναντίον της νωθρότητας.  
     Από την άλλη μεριά, οι περισσότεροι εργαζόμενοι ενστερνιζόμενοι τα επιχειρήματα και  τους συλλογισμούς του κυρίαρχου λόγου ξεχνάμε ότι  οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή  οι κυρίαρχες ιδέες.
      Προβληματισμοί εναγώνιοι που κυριαρχούσαν στον ευρωπαϊκό χώρο για δεκαετίες παραμερίστηκαν, αφού λοιδορήθηκαν για να απαξιωθούν πλήρως. Κανείς δε μιλά για αλλοτρίωση, υπεραξία, πάλη των τάξεων.  Κανείς δεν αναγνωρίζει ότι τίποτε δεν μπορεί να κατανοηθεί απομονωμένο ή σαν μια ευθύγραμμη συνέπεια της αιτίας και του αποτελέσματος αλλά σαν πολλαπλή επενέργεια πολλών παραγόντων. Με τις πολιτικές αποφάσεις,  ιδιαίτερα των τελευταίων μηνών,  επιδιώκεται να  εδραιωθεί  η πεποίθηση ότι  η υλική μας ζωή δεν είναι απλώς η βάση της ύπαρξης μας  αλλά  είναι ο μοναδικός μας  σκοπός. Θεωρείται αυτονόητο ότι η  παραγωγή προϊόντων  δεν  έχει σκοπό πρωτίστως  να καλύψει ορισμένες ανάγκες, αλλά μόνο να παράγει κέρδος. Η χειραγώγηση της σκέψης μας έχει στόχο να μας εμποδίσει να ανυψωθούμε στη θεωρητική κατανόηση όλης της ιστορικής κίνησης ώστε οι αντιδράσεις μας να μη στοχεύσουν τον πυρήνα του προβλήματος που είναι καθαρά ταξικός.
     Κι ενώ στη χώρα μας βιώνουμε αυτή τη σύγκρουση, αναλώνουμε τις δυνάμεις μας σε ανούσιες αναλύσεις για προσωπικές  συμπεριφορές η δηλώσεις προσώπων  του πολιτικοοικονομικού κατεστημένου (π.χ  Ραγκούσης, Πάγκαλος κλπ)  που είναι αναλώσιμοι και εύκολο να αντικατασταθούν όταν δεν θα εξυπηρετούν πια τα συμφέροντα της κυρίαρχης πολιτικής.
        Καιρός είναι να ξαναθυμηθούμε ότι κάθε τάξη που κυριαρχεί υποστηρίζει ότι είναι αντιπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας  και ότι δεν κυβερνά σαν τάξη αλλά σαν υπερασπιστής του κοινού καλού. Ίσως η κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του συνόλου σχεδόν των εργαζομένων, που βρίσκεται σε εξέλιξη, καταφέρει να αναδείξει τα κοινά συμφέροντά τους και να  κάνει τους εργαζόμενους ν’   αποκτήσουν πεποίθηση στην ικανότητά τους να γίνουν η κινητήρια δύναμη της παραγωγής και της κοινωνικής ανατροπής… κάποτε.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

O ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ

    Και φτάσαμε στον πυρήνα των επιβαλλόμενων αλλαγών.
  Για αποκρατικοποίηση και αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας κάνουν λόγο οι μεν,  για ιδιωτικοποίηση και ξεπούλημα  οι δε. Το σίγουρο είναι ότι κινδυνεύουμε όλοι οι εργαζόμενοι  στον 21ο  αιώνα να γίνουμε εργάτες  με δικαιώματα του 19ου αιώνα. Κι ενώ οι κυβερνώντες  με συνοπτικές διαδικασίες και καταιγιστική παραπληροφόρηση  προχωρούν στην εφαρμογή των σχεδίων τους,  οι εργαζόμενοι ασχολούνται με επιμέρους προβλήματα, ζητήματα προσωπικής ηθικής η αφελή σύνδρομα ενοχής.
       Αυτό που πρέπει  να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι για να επιβιώσει το υπάρχον χρηματοπιστωτικό  σύστημα  απαιτεί  έναν σε βάθος μετασχηματισμό   των σχέσεων εξουσίας τόσο  ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες όσο και μεταξύ επιχειρήσεων και κράτους.  Επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, που σημειωτέον δεν παράγουν αλλά απλώς διαχειρίζονται κι εκμεταλλεύονται το παραγόμενο από τους εργαζόμενους προϊόν,  έχουν κατορθώσει να αποδεσμευτούν από την πολιτική εξουσία και να αναδυθούν  ως τα πραγματικά κέντρα κυριαρχίας. Είναι λοιπόν   επιτακτική ανάγκη να επιβεβαιωθεί και πάλι ο κεντρικός ρόλος της πολιτικής
       Στη χώρα μας, όπως έχουν φτάσει σήμερα τα πράγματα,  όλος ο πλούτος της  έχει απόλυτα ενσωματωθεί και παραχωρηθεί, μέσω  μνημονίου, στο σύστημα της παγκοσμιοποιημένης  νεοφιλελεύθερης  οικονομίας, που αντανακλά τη ραγδαία εμπορευματοποίηση των πάντων. Το ακανθώδες ζήτημα για την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποσιωπάται πλήρως η θεωρείται παρωχημένο. Οι κυβερνώντες υπερηφάνως   προτείνουν και επιδιώκουν η διαχείριση όλου του πλούτου να γίνεται από χρηματιστηριακές εταιρείες και μάνατζερ με βάση κριτήρια καθαρά ιδιωτικοοικονομικά. Οι εργαζόμενοι  δεν  θα έχουν τη δυνατότητα να ασκούν πια  κανέναν έλεγχο πάνω στον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η διαχείριση των προϊόντων της εργασίας τους.  
       Κι επειδή η επικοινωνία θεωρείται σχεδόν αυτοδύναμη αξία που μπορεί να επιβάλλει τα πάντα, η επικοινωνιακή πολιτική πάνω σ’  αυτό το θέμα έχει φτάσει στο ζενίθ της.
Γι΄ αυτό, και με όχημα είτε τις ατάκες του Πάγκαλου είτε  τις απαξιωτικές  κρίσεις  διαφόρων δημοσιογράφων για το δημόσιο τομέα,  έχει αρχίσει εδώ και καιρό να αμφισβητείται η ύπαρξη αυτής της εργασίας, άρα και του προϊόντος  της. Με το σκεπτικό ότι  οι πολίτες αυτής της χώρας   ελάχιστα  εργάζονται και άρα  ελάχιστα από τον πλούτο της τους ανήκουν,  δικαιολογούν  οι κυβερνώντες τις επιλογές  τους.  Ούτε ως υποσημείωση δεν αναφέρεται ότι οι παραγωγοί, δηλ. η πλειονότητα του λαού, όχι μόνο θα  χάσουν τον έλεγχο των μέσων παραγωγής αλλά  εν τέλει  θα ζημιωθούν και  από το προϊόν του ίδιου του μόχθου τους, το οποίο  θα καταλήξει αιμοδότης των ανεξέλεγκτων χρηματιστηριακών ροών  προς…  δανειστές που στρέφονται εναντίον τους.  Ότι δηλ. τελικά θα έχουμε να κάνουμε με έναν αναδιπλασιασμό της αλλοτρίωσης του εργάτη στον καπιταλισμό για την οποία έγραψε ο Μάρξ. 
   Με ποιο τρόπο θα  αντισταθούμε σε όλα αυτά;
   Το βέβαιο πάντως είναι ότι     μέχρι  να κατορθώσουμε να πιστέψουμε και να  αντιπαραθέσουμε στη δύναμη του πολυεθνικού κεφαλαίου μια άλλη παγκοσμιοποίηση εμφορούμενη από ένα διαφορετικό πολιτικό πρόταγμα,  ίσως ένα πρώτο βήμα θα ήταν να οργανώσουμε (αλλά πως;) ανά χώρα μια μορφή  μαζικής αντίστασης (αλλά ποια;) που δεν θα σπαταλιέται σε συνοικιακά   μικροπροβλήματα  κι αντιπαραθέσεις.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

ΜΠΟΥΜΕΡΑΝΓΚ

    
   Ο συλλογισμός που επικαλείται η κυβέρνηση για να στηρίξει τις επιλογές και ενέργειές της είναι πολύ απλός. Το κράτος  βρίσκεται σε οικονομικές δυσχέρειες, αναγκάζεται να  καταφύγει σε δανειστές κι  επομένως οφείλει να παρουσιάσει σ’ αυτούς τον ισολογισμό της.  Συμπέρασμα: Πρέπει να λογοδοτούμε στην τρόικα.
    Κι ενώ διατείνεται σ’  όλους τους τόνους ότι επιβιώνουμε ως κράτος χάρη στους δανειστές μας,  απαιτεί στον  ισολογισμό  αυτό  να συνεισφέρει πρωτίστως  και κυρίως ο λαός.  Τον προηγούμενο όμως συλλογισμό της δεν τον συμπληρώνει με το συμπέρασμα, ότι θα πρέπει και στο λαό να παραχωρήσει  δικαιώματα στην εξουσία, γιατί  θεωρείται ότι σ’ ἐνα δημοκρατικό καθεστώς ο λαός είναι στην εξουσία.
    Παρακάμπτεται βέβαια η διαπίστωση του δημοκρατικού ελλείμματος που είναι ακριβώς συνέπεια της αίσθησης των πολιτών ότι δεν υπάρχει πια πραγματική δυνατότητα για ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Και επιπλέον, δεν ενδιαφέρει κανένα ότι δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει όχι μόνο χωρίς την ενεργό συμμετοχή του λαού στη  λήψη αποφάσεων για τα συλλογικά ζητήματα αλλά ούτε με την ελλιπή και πολλές φορές διαστρεβλωμένη  πληροφόρησή του.
   Η κυβέρνηση  όχι μόνο έχει απολέσει την ικανότητα να διαμορφώσει τη συζήτηση γύρω από την οικονομική και πολιτική κατάσταση  της χώρας και τις δέουσες ενέργειές  της αλλά  αρκείται  με τις εν κρυπτώ αποφάσεις της και επιλογές της να  διασφαλίζει μόνο τις αναγκαίες συνθήκες για την ομαλή λειτουργία της αγοράς, όπως της υποδεικνύεται.
    Η κυβέρνηση αρνείται να εγκύψει  στα προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί με το μνημόνιο, με τον ισχυρισμό ότι οι εξελίξεις αυτές είναι νομοτελειακές, ότι δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή απέναντι  σ’ αυτήν που εφαρμόζει κι ενώ έχει διαπιστωθεί η ανεπάρκεια αμφοτέρων, κυβέρνησης και μνημονίου, συνεχίζεται  η κυριαρχία τους. Αφήνει να σέρνονται σενάρια για αναδιάρθρωση, όπως άφηνε πέρυσι τέτοιο καιρό σενάρια για προσφυγή στο ΔΝΤ,   ίσως όχι τόσο  γιατί  δεν τα ελέγχει όσο γιατί  ίσως πιστεύει ότι με αυτόν τον τρόπο είναι ευκολότερο  να γίνουν αποδεκτά από μεγάλη μερίδα του λαού.
   Ο Παπανδρέου με τις εκλογές του 2009 έδωσε κάποιες ελπίδες σε μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού – ένδειξη γι’ αυτό το «κίνημα των αποδείξεων» πέρυσι το χειμώνα.
    Φέτος θα μπορούσαμε πια να μιλούμε για «πολιτική αποξένωση» των λαϊκών μαζών. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς την πολιτική  και συνδικαλιστική εξουσία,  εξαιτίας της  ομολογούμενης  αδυναμίας τους για έλεγχο της  οικονομίας της αγοράς, η  απαξίωση της πολιτικής συμμετοχής, η προβολή ως αυτονόητου μονόδρομου της εξυπηρέτησης  των αγορών, οδηγούν σχεδόν το σύνολο του λαού  στην συνειδητοποίηση του ανέφικτου κάθε αντίστασης  στην κύρια αποστολή που έχει αναλάβει η κυβέρνηση και ανομολογήτως μεγάλο μέρος των  συνδικαλιστικών εκπροσώπων δηλ. την εξυπηρέτηση των αγορών κεφαλαίου και επιχειρηματικών δικτύων.
    Κι ενώ φαίνεται να επιδιώκεται η «απολιτικοποίηση της πολιτικής»  δεν προβλέφτηκαν οι παρενέργειές της  που μπορεί να παίξουν καθοριστικό ρόλο.
       Στο ΒΗΜΑ της Κυριακής αφιερώνεται μια σελίδα  για το «παράλυτο Κράτος και τους παραιτημένους υπουργούς»  για να υπογραμμιστεί η ανικανότητα της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού. Τελικά η κυβέρνηση Παπανδρέου πέτυχε σε ένα μεγάλο βαθμό,   είτε επικαλούμενη την ιστορία του ΠΑΣΟΚ  και του ονόματος Παπανδρέου είτε αποκλείοντας σχεδόν το σύνολο του λαού από τον έλεγχο των επιλογών της, να εγκλωβίσει μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού σε μια απολίτικη, ουδέτερη παθητική στάση η οποία οδηγεί στην αδράνεια.
     Οποιεσδήποτε  όμως αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας για να υλοποιηθούν χρειάζονται την ενεργό  συμμετοχή  μεγάλου τμήματος του λαού, που φαίνεται όμως να αδιαφορεί, μη πιστεύοντας  ότι η πολιτική της κυβέρνησης εκπροσωπεί το γενικό συμφέρον. Έχοντας η δημοκρατία μας μεταβληθεί σε συνώνυμο με την κυριαρχία της μονοπολικής παγκόσμιας  ηγεμονίας οδηγεί στην απαξίωση  συνολικά του δημοκρατικού ιδεώδους και στην νάρκωση της  θέλησης των πολιτών να δραστηριοποιηθούν για την υπεράσπισή  της.
   Η πολιτική ηγεσία  ανίκανη πια να πείσει ή να εμπνεύσει περιορίζεται στην διεκπεραίωση αποφάσεων της τρόικας ενώ ένας λαός ….περιμένει.
    Μήπως τελικά  η απροθυμία μας για συνεργασία στην  υλοποίηση των αποφάσεων λειτουργήσει ως μπούμερανγκ για τους κυβερνώντες, ένθεν κακείθεν, και η αποτυχία της εφαρμογής  του προγράμματος τους  δρομολογήσει τη ρήξη με το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα που θα μας αφυπνίσει;
   Και τότε τα μετρήσιμα μεγέθη δεν θα έχουν καμιά σημασία…

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

MUTATIS MUTANDIS

      Ο  Σεφέρης, μπορεί να υπήρξε όμηρος των ταξικών καταβολών του,  σίγουρα όμως και γνώση και οξύνοια είχε για να επαληθευτεί η πρόγνωσή του για το τέλος της δικτατορίας:  «Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος»
       Τηρουμένων πάντα των αναλογιών, στις μέρες μας,  στην πολιτισμένη Δύση, δεν είναι  απαραίτητη δια  του στρατού η  επιβολή  κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Αρκεί η οικονομική πολιορκία ενός λαού για να βρεθεί αυτός  αιχμάλωτος των βιοτικών αναγκών του και υποταγμένος σ’ αυτούς που διακηρύττουν ότι θα του εξασφαλίσουν την οικονομική επιβίωση, με την προϋπόθεση ν΄   ακολουθεί  τις εντολές τους. Κι όταν το σύστημα καταφέρει μεγάλο μέρος του πληθυσμού να εσωτερικεύσει αυτές τις εντολές ως ηθικές επιταγές, δεν χρειάζονται πια ούτε τανκς ούτε έκτακτοι νόμοι περιστολής ατομικών ελευθεριών.
       Στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών ο κίνδυνος ο οποίος  επεσείετο  ήταν ο κομμουνιστικός, που παρέπεμπε σε εφιαλτικές  καταστάσεις εμφυλίου, που οι άνθρωποι είχαν βιώσει. Στις μέρες μας,  για αποδοχή των οικονομικών μέτρων, επισείεται ο κίνδυνος της πλήρους οικονομικής κατάρρευσης και της  ατομικής εξαθλίωσης που θα φέρει. Η ανασφάλεια και ο φόβος καθορίζουν πια τόσο τη ζωή μας,   που εξασφαλίζουν, με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς,  στο σύνολο του πληθυσμού, τη μόνιμη υπακοή μας ,  τη φιλοπονία μας ,  την πειθαρχία την  ολιγάρκεια.
        Με την επιδείνωση μάλιστα της οικονομικής κατάστασης  και την ανάλγητη και  μυωπική διαχείριση της από  τους  κυβερνώντες, μια νέα διάκριση ανάμεσα στους πολίτες εγκαθίσταται. Δεν είναι ανάγκη πια οι πολίτες μιας χώρας να χωρίζονται με ιδεολογικά κριτήρια σε πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Αυτό θα γίνεται αυτόματα, με κριτήριο την εργασία. Εργαζόμενοι  - Ανεργοι στη  θέση Εθνικόφρονων - Κομμουνιστών. Θα είναι πια θέμα του καθενός   πώς θα τα βγάλει πέρα μόνος του. Όποιος δεν τα καταφέρει θα έχει ο ίδιος την απόλυτη ευθύνη.
           Ουσιαστικά,  όλα αυτά τα χρόνια, που διαμορφωνόταν  η νέα κατάσταση, ο ίδιος ο λαός, το μεγαλύτερο μέρος του τουλάχιστον,  ήταν θεατής.  Ηταν ένας λαός με πολλά και διαφορετικά συμφέροντα, που μέχρι το μνημόνιο η πλειονότητά του βούλιαζε στην αδιαφορία, προσηλωμένος μετά μανίας στο παρόν.  Η ταξική «αναβάθμιση» των περισσότερων σε μεσοαστούς ήταν μια φιλοδοξία που όλοι σχεδόν οι κυβερνώντες κολάκευαν  και ήταν ο μόνος σκοπός, ακόμα και για τους νέους. Πιστεύαμε ότι είναι θέμα των ικανοτήτων του καθενός το πώς θα τα βγάλει πέρα και θα αναδειχθεί, σ’ έναν κόσμο που προσφέρει όλες τις ευκαιρίες και όπου επικρατεί πολιτική ισότητα και δημοκρατία.
      Τώρα όμως, μετά το μνημόνιο,   τι νόημα έχουν ο λόγοι περί πολιτικής ισότητας και νομικής δημοκρατίας  όταν  για χιλιάδες εργαζόμενους η ανεργία ή υποαπασχόληση θα αποτελούν τις μοναδικές εφικτές  προοπτικές;
       Τι νόημα είχαν για τους  νέους  της εποχής της δικτατορίες οι  δεκάρικοι λόγοι των συνταγματαρχών για την ένδοξη κι υπερήφανη πατρίδα που  εσώθη από τους κομμουνιστές, όταν  τους αφαιρούσαν κάθε ελπίδα για το μέλλον;
       Τότε, ούτε ο πολιτικός κόσμος είχε την αξιοπιστία και το θάρρος να οργανώσει  την αντίδραση του ελληνικού λαού ούτε και η διανόηση του τόπου, πέρα από ατομικές εξαιρέσεις ή συμβολικές κινήσεις,  να αντιδράσει καθολικά και πραγματικά.
     Όταν  η  ίδια η δικτατορία βούλιαξε στις συνέπεις των    πράξεών  της   τότε  ο πολιτικός κόσμος ανέλαβε πρωτοβουλία για   την αντικατάστασή της … ομαλά.
    Στις μέρες μας, μια ιδεολογία κατασκευασμένη με τα ρετάλια παλιότερων  λαϊκών προσδοκιών  εξαφάνισε από τη δημόσια ζωή  τις κατηγορίες του πολιτικοοικονομικού  και κοινωνικού κι επιμένει να … τοποθετεί τις περίφημες «αγορές» στο χώρο του απροσδιόριστου και μοιραίου, όπου τίποτε δεν τον αγγίζει.
      Γίνονται και τώρα προσπάθειες να δημιουργηθούν εστίες αντίδρασης.
Πολλές ιστοσελίδες φιλοδοξούν να παίξουν έναν ρόλο, αντίστοιχο των προκηρύξεων των χρόνων εκείνων, να διαφωτίσουν για την κατάσταση. Μόνο που τότε τα εργαλεία ιδεολογικής τιθάσευσης ήταν λίγα και πρωτόγονα και φόβιζε τους συνταγματάρχες ακόμα και η παραμικρή εκδήλωση αντίδρασης  και γι’ αυτό τις απαγόρευε.    Βασανιστήρια  περίμεναν τους  παραβάτες.
Τώρα η χειραγώγηση  έχει αναχθεί σε επιστήμη και κανένα δεν φοβίζουν οι τόνοι αναλύσεων της υπάρχουσας οικονομικοκοινωνικής κατάστασης,  όταν το «διά ταύτα» δεν είναι ρηξικέλευθο στην πρακτική εφαρμογή του. Ποιος θα το τολμήσει;
     Και βέβαια πάντα υπάρχει ο φόβος μήπως «η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος»

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

ΠΕΡΙ “DEBTOCRACY”

    «Ως συνέπεια της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, οι πλέον κρίσιμες αποφάσεις σχετικά με τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις έχουν εξοριστεί από το πεδίο της πολιτικής. Τα παραδοσιακά δημοκρατικά πολιτικά κόμματα αδυνατούν πλέον να αντιμετωπίσουν με πολιτικό τρόπο τα κοινωνικά ζητήματα, πράγμα που εξηγεί και την ενίσχυση του ρόλου του δικαστικού τομέα ως πεδίου που επιτρέπει την έκφραση των κοινωνικών συγκρούσεων σε κάποια μορφή. Σήμερα, λόγω της απουσίας μιας δημοκρατικής πολιτικής δημόσιας σφαίρας που θα επέτρεπε την πολιτικού χαρακτήρα αντιπαράθεση, το καθήκον οργάνωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης και ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων έχει ανατεθεί στο  νομικό σύστημα. Η υποκατάσταση αυτή του πολιτικού από τον νομικό τομέα ως πεδίου επίλυσης των συγκρούσεων έχει πολύ αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία  της  δημοκρατίας. Συμβαδίζει, οπωσδήποτε, με την κυρίαρχη άποψη ότι θα πρέπει να αναζητούμε «αμερόληπτες» λύσεις στις κοινωνικές συγκρούσεις, αλλά εδώ ακριβώς έγκειται το πρόβλημα. Δεν υφίστανται αμερόληπτες λύσεις στην πολιτική, και αυτή ακριβώς η αυταπάτη, ότι ζούμε σε κοινωνίες στις οποίες έχει εκλείψει ο πολιτικός ανταγωνισμός, εμποδίζει την έκφραση των πολιτικών παθών μέσα από  τα παραδοσιακά δημοκρατικά κόμματα»  Chantal Mouffe: “To δημοκρατικό παράδοξο», εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004

       Το  ντοκιμαντέρ του Αρη Χατζηστεφάνου  γέννησε  πολλές προσδοκίες που ενισχύθηκαν από τις πληροφορίες για τον τρόπο δημιουργίας του. Σε κάποιες κριτικές, που ακολούθησαν την προβολή του, θεωρείται αρνητικό που οι δημιουργοί του παίρνουν θέση την οποία εκφράζουν,  ενώ άλλες επικεντρώνονται στην  κριτική αυτής ακριβώς της θέσης. Από πολλούς υπογραμμίζεται  ο ιδιαίτερος  τρόπος χρηματοδότησής του και ο τρόπος διακίνησής  του που δείχνει τις καινούργιες οδούς που χαράσσονται  για την πληροφόρηση.
     Ο πυρήνας της ιδεολογικής θέσης  που εκφράζεται στο ντοκυμαντέρ είναι ότι δεν εντάσσει την όλη πολιτικοκοινωνική  κατάσταση σε μια σφαιρική προοπτική, σ’ ένα σύστημα ερμηνείας. Τονίζεται ότι η   οικονομική πραγματικότητα μπορεί να βελτιωθεί σύμφωνα με ένα σύστημα ιδεών και πρακτικών που είναι εφαρμόσιμες, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας του όλου συστήματος. Η ενθουσιώδης αισιοδοξία ότι με την εφαρμογή κάποιων λύσεων που εφαρμόστηκαν αλλού μπορεί και η Ελλάδα να βελτιώσει  τη δική της ανεπαρκή πραγματικότητα, στηρίζεται στην πεποίθηση των δημιουργών του ντοκιμαντέρ  ότι  η λύση που προκρίνεται  ευδοκίμησε σε μια άλλη χώρα κι  αυτό μπορεί να εμψυχώσει κι  έναν άλλο λαό  να την εφαρμόσει. Προκρίνεται για το χρέος λύση δικαστική που στηρίζεται στην έννοια της ηθικότητας. Επαναλαμβάνοντας  ότι είναι ανήθικο να πληρώνεται ένα ανήθικο χρέος, ότι μεγάλο μέρος του χρέους είναι απονομιμοποιημένο, ηθικοποιείται  ο πολιτικός λόγος. Εισάγοντας την ηθική ως βασικό κριτήριο και αιτία για κατανόηση πολιτικών επιλογών   μας εμποδίζει να συλλάβουμε τη φύση και τα αίτια της σημερινής κατάστασης. Η ηθική καταδίκη των πολιτικών πράξεων των κρατούντων   δεν οδηγεί στην πολιτική αντιμετώπισή τους.  Απλώς,  χαράσσεται διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε καλούς και κακούς καπιταλιστές.
    Το ντοκυμαντερ ήταν πραγματικά διαφωτιστικό και έντιμο.  Εκφράζονται ξεκάθαρα οι ιδεολογικές αρχές των δημιουργών του και οι προθέσεις τους. Υποδεικνύεται ένας δρόμος αντιμετώπισης της υπάρχουσας κατάστασης  όχι με επαναστατικό τρόπο, αλλά  με μέσα της αστικής δημοκρατίας που θα μετασχηματίσουν το οικονομικοπολιτικό σκηνικό.  Είναι η φωνή της εναλλακτικής λύσης που θα έρθει στο προσκήνιο μόλις χρεωκοπήσει η παρούσα.
Είναι η άλλη φωνή της κυρίαρχης  πολιτικής, που προς στιγμή φιμώθηκε για να τα σαρώσει όλα το μνημόνιο. Οσο το μνημόνιο αθροίζει αδιέξοδα, το πολιτικό σύστημα, αν έχει την ευφυία,  όλο και περισσότερο θα  αποδέχεται τέτοιες εναλλακτικές  λύσεις, για να καλυφτούν τα πολιτικά κενά που δημιουργούνται.
     Βέβαια, η βουβή κοχλάζουσα οργή κι απόγνωση  χιλιάδων ανθρώπων δεν έχει βρει ακόμα  τη φωνή της.
Αν βρει;

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

    Σε άρθρο του στην Κυριακάτικη «Καθημερινή» της …Πέμπτης, ο πρώην πρωθυπουργός  Κ. Σημίτης επισημαίνει: «Ο προγραμματισμός όμως είναι αναγκαίος για να χειριστούμε τις αβέβαιες μελλοντικές εξελίξεις. Χρειάζεται ένα πλαίσιο πολιτικής που συνυπολογίζει τη δυναμική της εξέλιξης, τις μακροοικονομικές προοπτικές, το μέγεθος του χρέους και τις συνθήκες που το επηρεάζουν..»
        Η κριτική  του πρώην πρωθυπουργού φαίνεται σαν να προέρχεται από άνθρωπο που δε συμμετείχε ποτέ, και μάλιστα με τον πιο υπεύθυνο θεσμικά ρόλο, στη διαμόρφωση του πολιτικοοικονομικού περιβάλλοντος, που το σημερινό είναι απότοκός του. Θα ήταν  πραγματικά ενδιαφέρον,  να διαβάζεις  ενός  πρώην πρωθυπουργού τις  συμβουλές για έξοδο από μια κατάσταση, που οι γενεσιουργές αιτίες του βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό στη δική του διακυβέρνηση, αν επέτρεπε η οικονομικοκοινωνική κατάσταση αποστασιοποιημένη προσέγγιση. Ο Σημίτης συνεχίζει αφ΄ υψηλού να … εποπτεύει είτε ως πρωθυπουργός είτε ως … σχολιαστής τα πολιτικά τεκταινόμενα στη χώρα μας. Το πρόβλημα είναι ότι και όλο το πολιτικό κατεστημένο βασικές επιλογές των κυβερνήσεων του ουσιαστικά δεν τις αγγίζει, και είναι ακριβώς αυτές που συντέλεσαν τα μέγιστα στην οικονομική μας εξαθλίωση: Ανάληψη Ολυμπιακών Αγώνων και είσοδος στην ΟΝΕ.
       Ο Σημίτης όσο κυβερνούσε περιοριζόταν στην παράθεση αριθμών, στο μέτρημα διαφόρων μεγεθών σε απλή δηλ. περιγραφή, δίνοντας μια εικόνα της οικονομίας και κοινωνίας, που μόνο σύγχυση δημιουργούσε. Και στις μέρες μας, οι περισσότεροι αναλυτές, αναζητώντας τις αιτίες της παρούσας οικονομικής κατάστασης στο παρελθόν, παραθέτουν κι αυτοί   αριθμούς, οικονομικές μελέτες,  που είναι  πολύτιμες σαν βάση, αλλά σχεδόν άχρηστες για παραπέρα δράση, αν δεν γίνει  προσπάθεια εξήγησης των στατικών  σχέσεων και των κοινωνικών παραγόντων.
       Κανείς  όμως δεν θέλει να αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος. Το πολιτικό σύστημα θεωρείται  αξεπέραστο, η οικονομία απογυμνώνεται από την πολιτική της διάσταση και εμφανίζεται ως πεπρωμένο που πρέπει να υποταχθούμε. Η αποδοχή αυτών των δεδομένων,  με ελάχιστη αμφισβήτηση, από την πλειοψηφία των ελλήνων, επιτρέπει σ’  έναν πολιτικό  που, όπως και ο Κ. Καραμανλής και ο Γ. Παπανδρέου, επιχείρησε να εφαρμόσει την ακραία φιλελεύθερη οικονομική πολιτική,  με αρκετά παραπλανητικά ιδεολογικά προσχήματα,    ανερυθριάστως να αρθρώνει λόγο, χωρίς καν να αναλαμβάνει τις ευθύνες του για το πλήρες αδιέξοδο, για το λαό,  της πολιτικής του.
       Ισως βέβαια κανείς από αυτούς να μη βιώνει ως αποτυχία την σημερινή οικονομική κατάσταση μας. Πιθανόν αυτός να ήταν ο ανομολόγητος στόχος τους, μια προσπάθεια μετασχηματισμού των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στο κράτος και  τις κοινωνικές τάξεις. Πιθανόν ο Γ. Παπανδρέου θα ολοκληρώσει την προσπάθειά τους,  διευκολύνοντας τις επιχειρήσεις και τις τράπεζες ολοφάνερα πια να αποδεσμευτούν από την πολιτική εξουσία και να αναδυθούν σε πραγματικό κέντρο κυριαρχίας. 

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

ΠΟΙΟΣ ΣΤΟΧΟΣ;

      Ξεκάθαρα πια η κυβέρνηση  και οι παρατρεχάμενοι της  εφαρμόζουν στους ισχυρισμούς τους  την ταυτολογική μέθοδο. Επαναλαμβάνουν συνεχώς: Θα επιτύχουμε, γιατί δεν μπορούμε να αποτύχουμε, γιατί πρέπει να επιτύχουμε!  Μας υπενθυμίζει η κυβέρνηση ασταμάτητα ποιο είναι το δέον (πρέπει να…) χωρίς να μπεί ποτέ στον κόπο ούτε να αιτιολογήσει τις αποφάσεις της ούτε και να αποκαλύψει τους σκοπούς της. Ποτέ δεν θεώρησε υποχρέωσή της  να απαντήσει συγκεκριμένα σε αιτιάσεις για την πολιτική που εφαρμόζει και υπενθυμίζει συνεχώς ότι  η εφαρμογή των πολιτικών εντολών των εταίρων είναι η μόνη δυνατή. Δεν προσπαθεί απλώς να δώσει μια ψεύτικη και σφαλερή εικόνα του κόσμου: τον χαρακτηρίζει αξεπέραστο. Έχει κανείς την εντύπωση ότι σκοπός της είναι να στερήσει από τους εργαζόμενους μέχρι και από τα εργαλεία εκείνα της σκέψης που θα τους επέτρεπαν να αντιλαμβάνονται αυτόν τον κόσμο κατά τρόπο διαφορετικό.
   Το πρόβλημα γίνεται ακόμα μεγαλύτερο, γιατί καμιά πολιτική δύναμη δε βοηθά τον λαό  να κατανοήσει. Η εικόνα του κόσμου που προβάλλεται είναι ενός κόσμου ανιστορικού, κατακερματισμένου σε στεγανά επίπεδα, ενός κόσμου που γίνεται ακατανόητος, ακριβώς επειδή  είναι αποκομμένος από τη διαδικασία που τον γέννησε.
    Η ανανεωτική, αναθεωρητική κλπ. αριστερά καταποντίστηκε  στα συνοικιακά μικροπροβλήματα που εδώ και δεκαετίες αναδείκνυε  και έδινε μάχες «εμπροσθοφυλακής» όπως φιλοδοξούσε. «Αγωνίστηκε» για την ελεύθερη ραδιοφωνία και τηλεόραση και καταλήξαμε στην κυριαρχία στα ΜΜΕ πέντε μεγαλοκαρχαριών, «αγωνίστηκε» για την Ευρώπη  των λαών και καταλήξαμε  σε μια νέα Ιερά Συμμαχία του 21ου αιώνα, «αγωνίστηκε» για  το σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο και έχασε το δικό της πρόσωπο μέσα στις εναλλακτικές ιδεολογικές λύσεις που πρότεινε. Και τώρα,  στην προσπάθειά της να διακριθεί, επιμένει σε   αναλύσεις, που παρακάμπτουν το ευρύτερο συνολικό πολιτικό και κοινωνικό  πρόβλημα, εστιάζοντας πάλι σε προβλήματα αποκομμένα από τις αιτίες που τα γέννησαν ή επιλέγει  δράσεις  ενδεδυμένες με επαναστατικότητα που απογυμνώνονται  όταν τα πράγματα φτάσουν στα άκρα.   
     Το παραδοσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα απολιθώθηκε πιστεύοντας, με συγκινητική επιμονή είναι αλήθεια, στη δικαίωση της σοσιαλιστικής επανάστασης με την εγκαθίδρυση του σοβιετικού καθεστώτος, ακόμα κι όταν αυτό διαλύθηκε. Συγχρόνως όμως οι αναλύσεις του με τα κλασικά εργαλεία του μαρξισμού αποδεικνύονται, στον καιρό του μνημονίου, οι μόνες που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση όλων αυτών που συμβαίνουν. Αποδεικνύονται όμως  ανεπαρκείς να υποστηρίξουν  δράσεις που θα ανέτρεπαν τους ισχύοντες πολιτικοκοινωνικούς όρους. Το ΚΚΕ, όμηρος των φόβων του για περιθωριοποίησή του στην πολιτική σκηνή, αλλά  και των φιλοδοξιών του για ηγεμονία στην αριστερά,  προσπαθεί να περιχαρακώσει το χώρο του, σε βαθμό που οι ενέργειές του πολλές φορές λειτουργούν ως άλλοθι δημοκρατικότητας για τους κυβερνώντες.
  Και η κυβέρνηση, σχεδόν χωρίς αντίπαλο, αποφασίζει και εφαρμόζει τα πιο ολέθρια μέτρα για την ελληνική κοινωνία.
      Όταν κανείς αναλογιστεί τις επιλογές της κυβέρνησης και την αδύναμη επιχειρηματολογία που επιστρατεύει, για να τις υποστηρίξει, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί για τους πραγματικούς της στόχους.
    Η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται τόσο για την αποτελεσματικότητα των επιλογών της όσο για την αποδοχή τους από την πλειονότητα του λαού. Περίσσεψαν πια ο έπαινοι για την υπομονή του ελληνικού λαού.
    Η κυβέρνηση δεν διστάζει να διαψεύδει επιλογές της που σε ελάχιστο χρόνο επαληθεύονται. Ακόμα και για οικονομικά  στοιχεία που είναι θέμα χρόνου η αποκάλυψή τους επιμένει να τα αρνείται, όπως για το ύψος του ελλείμματος.
     Η κυβέρνηση προχωρά σε κατασυκοφάντηση  ακόμα και θεωρητικών προσεγγίσεων  διαφορετικών από τις δικές της, στο υπάρχον οικονομικό πρόβλημα, για να τις αποδεχτεί, το πολύ με άλλη ορολογία, σε λίγο. Ξόρκιζε ως το χειρότερο κακό την αναδιάρθρωση χρέους και αποδέχτηκε με θριάμβους μια μορφή του, την επιμήκυνση.
    Και το πιο βασικό είναι  ότι το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας που εμπλέκεται άμεσα με το μνημόνιο, Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου, αδιαφορεί πλήρως για την αποτελεσματικότητα    της πολιτικής τους.  Είναι αδιανόητο να πιστέψει κανείς ότι δεν γνωρίζουν απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας και όσα συμβαίνουν μετά το μνημόνιο ήταν απροσδόκητα γι’ αυτούς.
   Η βάσιμη υποψία που εγείρει αυτή η συμπεριφορά είναι ότι δεν τους ενδιαφέρει ο στόχος, δήθεν η ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Αυτό που εμφανίζεται ως στόχος είναι το μέσον για την πλήρη αποδιάρθρωση της κοινωνίας.
    Και η αγωνία μας είναι για την ύπαρξη ορίων σ’ αυτή την αποδιοργάνωση του κοινωνικού και οικονομικού ιστού, όχι βέβαια από μέρους των κυβερνώντων  αλλά από όλους εμάς.