Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΥΠΟ ΤΟΥ ΜΑΡΞ ΡΗΘΕΝ

         Ολόκληρη η ελίτ, πνευματική, οικονομική  και πολιτική της Ευρώπης,  δίνει την εντύπωση ότι έχει βαλθεί  να επιτελέσει στη πράξη το τιτάνιο έργο που θεωρητικά ο Μαρξ  ανέλαβε σε σχέση με τον Χέγκελ. Όπως ο Μαρξ , εν ολίγοις,   ανέστρεψε τη διαλεκτική και την έστησε στα πόδια της,  οι δικοί μας  ευρωπαίοι ηγέτες  αγωνίζονται να εφαρμόσουν όλες  τις βασικές επιταγές της μαρξιστικής θεωρίας αντιστρέφοντάς την έννοια και σημασία τους.  Θεωρώντας ότι οικονομικές και θεσμικές μεταβολές είναι αναγκαίες για αρτιότερη εκμετάλλευση, προς όφελός τους,  της παραγωγικής διαδικασίας, προβαίνουν σε μεταβολές στους  νόμους και  θεσμούς που θα επιτρέψουν μια νέα οργάνωση της κοινωνίας, η οποία θα λειτουργεί αποτελεσματικά για την εξασφάλιση του κέρδους. Κι ενώ η υλική υποδομή,  η οικονομία, κατευθύνει  αυτές τις αποφάσεις  τους,  επικαλούνται τη διατήρηση του εποικοδομήματος για την εφαρμογή τους, επισείοντας πάντα το φόβο για πλήρη ανατροπή  των όρων διαβίωσης. Όλο το εποικοδόμημα εξυπηρετεί, δικαιώνει, εφοδιάζει με ιδέες ολόκληρη την κοινωνία, των εργαζομένων μη εξαιρουμένων.
          Από όσες  φωνές ακούγονται, που κρίνουν τα τεκταινόμενα στις ατέλειωτες διασκέψεις, συνδιασκέψεις κλπ. των ευρωπαϊκών  οργάνων,  καμιά δεν αμφισβητεί θεμελιώδεις επιλογές τους ούτε πολύ περισσότερο προκρίνει μια διαδικασία, έστω   σταδιακή, τροποποίησης των θεσμών και ιδεών που τις υποστηρίζουν.
        Μετά από τόσες αναλύσεις, τόσων χρόνων, για τη σημασία των ιδεών, για τα ελαττώματα της οικονομικής δομής  καταλήγουμε  στην πλήρη αποδοχή της υπάρχουσας πολιτικής αρχής, αυτού του μέρους δηλαδή  του εποικοδομήματος που διατηρεί τους υπάρχοντες θεσμούς.
          Και  στη χώρα μας, ενώ σιγά σιγά αρχίζουν όλο και περισσότεροι  στα ΜΜΕ, στα κόμματα, στα συνδικάτα να ψελλίζουν  αδύναμα  την κριτική  τους για το περίφημο μνημόνιο, που δίνεται μάλιστα στη δημοσιότητα σε συνέχειες, επικαιροποιημένο,  διατηρώντας  πάντα στο βασικό του πυρήνα τον έσχατο σκοπό του – την αποδιοργάνωση  της κοινωνίας  μέσω της οικονομικής της ασφυξίας-  ελάχιστοι μιλούν, και το εννοούν, για σύγκρουση συμφερόντων και  ιδεολογιών.  Στην πραγματικότητα ενστερνιζόμενη η πλειοψηφία το ιδεολόγημα  για «το τέλος της ιστορίας»  δεν τολμά να αμφισβητήσει το θεμέλιο αυτής της ιδεολογίας και  του πολιτικού συστήματος.
      Ειδικότερα,  στη χώρα μας, όποιος τολμά να αρθρώσει μια φράση κριτικής αποδοκιμασίας για τους πολιτικούς χειρισμούς  προκαλείται να προτείνει εναλλακτική πρόταση εφαρμόσιμη, δηλ. που αποδέχεται  στην ουσία όλες τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων χρόνων, άρα και την υποδομή και το εποικοδόμημα.
     Και το ίδιο το ΚΚΕ, σημαδεμένο από την αποτυχία της εξέγερσής του μετά την απελευθέρωση,  αντάλλαξε τη νομιμοποίησή του με την άσκηση   «ακραίας»  αντιπολίτευσης, σε φραστικό επίπεδο κατά κύριο λόγο,    που δίνει άλλοθι δημοκρατικότητας και πλουραλισμού στη δημοκρατία μας. Σε καιρούς ήρεμους, με οικονομική ευμάρεια, το μοντέλο αυτό αντιπολίτευσης λειτουργεί. Όταν όμως , όπως στις μέρες μας, έχουν επιστρατευθεί όλοι οι θεσμοί και οι ιδέες για να εξυπηρετήσουν, τροποποιήσουν, δικαιώσουν το οικονομικό σύστημα αρκεί η συμβολική αντίδραση;
        Ολοι οι πνευματικοί  μας ταγοί, που καταβρόχθισαν τόνους βιβλίων, θεωριών και αμφισβητήσεων,  στην καλύτερη περίπτωση εφησυχάζουν αν δεν επικροτούν τα τεκταινόμενα από τους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες. Ελάχιστοι αντιτίθενται, χωρίς  όμως να οραματίζονται μια άλλη κοινωνία. Κι αυτοί για διαχείριση με κάποιους αλλαγμένους όρους μιλούν. Αρνούνται να κρίνουν τα θεμέλια αυτής της οργάνωσης, να προτείνουν νέο σκοπό στην κοινωνία και τελικά γίνονται επιβεβαίωση αυτού που υπάρχει.
       Γιατί για να διαμαρτυρηθούμε θα πρέπει να έχουμε πρόχειρη μια ολόκληρη οικονομική θεωρία που να λύνει τα προβλήματα που άλλοι δημιούργησαν;  Γιατί για κάθε αντίδρασή μας στα οικονομικά μέτρα θα πρέπει να υπολογίζουμε τα πιθανά προβλήματα που θα προκύψουν απ΄ αυτή; Ενώ η προοπτική των αποτελεσμάτων της δράσης των οικονομικών και πολιτικών παραγόντων εκτείνεται μέχρι το πολύ ένα μήνα, γιατί εμείς έχουμε  πειστεί ότι κάθε αντίδραση μας  θα πρέπει να υπολογίζει συνέπειες σε βάθος χρόνων;  Γιατί   κάθε κριτική μας, για να  μετατραπεί  σε δράση, θα πρέπει να λαμβάνει  υπόψη όλες τις παραμέτρους που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον και να την μεταβάλλουν.  Γιατί  πιστεύουμε ότι είμαστε ανίκανοι να ξεπεράσουμε τις δοσμένες συνθήκες;  Γιατί φοβόμαστε τόσο να διακινδυνεύσουμε έστω και ελάχιστα; Ξεχάστηκε ότι η κοινωνική πραγματικότητα είναι η αλληλεπίδραση των αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων, των αντικειμενικών περιστάσεων και της ανθρώπινης δραστηριότητας;
      Αυτό το  ρηθέν από το Μαρξ, κλασικό πια,  οι άνθρωποι διαμορφώνονται από τις συνθήκες αλλά ταυτόχρονα είναι ικανοί να τις αλλάξουν, μήπως να το ξαναθυμηθούμε;

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

"ΒΟΛΕΜΕΝΟΙ"

        
        Εφημερίδες, κανάλια αναφέρονται απαξιωτικά τόσο στις απεργίες των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς όσο και στις δράσεις αυτών που αρνούνται να πληρώσουν.
       Ο Κ. Πρετεντέρης στο  Κυριακάτικο Βημα χρεώνει το «κίνημα της ανυπακοής» στην αριστερά και με λογικά άλματα αποδεικνύει την αναξιοπιστία της και αναρωτιέαι «Πως συμβιβάζεται η αγωνιστική ηθική  της Αριστεράς με την οικονομική  επιδότησή της από εκείνους εναντίον των οποίων αγωνίζεται;» Στη διπλανή σελίδα ο Δ. Ψυχογιός  ανησυχεί που «τα μαγαζιά έχουν χάσει πολλαπλάσια τούτες τις ημέρες με τις συνεχείς απεργίες από όσα θα χάσουν σε όλη τους τη ζωή οι εργαζόμενοι στις αστικές συγκοινωνίες, αν τους περικόψουν τους μισθούς»
      Ο μεν ένας επικαλείται την ηθική για απαξίωση του «κινήματος» ο δε άλλος την κοινωνική αλληλεγγύη για απαξίωση των απεργιών.
       Προς θεού! Μακριά από δημοκρατικούς δημοσιογράφους και καθηγητές η απαξίωση των κινητοποιήσεων! Αναφαίρετο δικαίωμα οι απεργίες στη δημοκρατική μας κοινωνία. Μόνο που αυτές θα πρέπει να θεωρούνται δίκαιες, να αποκαλύπτουν μια βαθειά αντίληψη οργάνωσης και  επικοινωνίας που να μην  συγκρούεται με την κοινωνία, να αποφεύγονται οι προκλήσεις και οι ενσωματώσεις αντιδράσεων κάθε μορφής, κυρίως των μη νόμιμων, και να τερματίζονται  πριν ξεπεράσει  η συλλογική δράση των απεργών τους  κανόνες του παιχνιδιού και από μια τελετουργία διαμαρτυρίας μας προκύψει καμιά αμφισβήτηση της κεντρικής τάξης πραγμάτων.
           Εξάλλου ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακήρυξε «βολεμένους» όσους  αντιδρούν στα μέτρα της κυβέρνησης, δηλώνοντας στο ρ/σ Flash  ότι «εμείς με τους βολεμένους δεν έχουμε πρόβλημα να συγκρουστούμε».  Το έσχατο συμπέρασμα του συλλογισμού, που απορρέει απ’ αυτή τη δήλωση, είναι ότι όλοι όσοι αντιδρούν είναι βολεμένοι   Με τέτοιες πιρουέτες λογικής στο τέλος θα καταλήξει η κυβέρνηση να πιστέψει ότι κάνει και επανάσταση.
      Μήπως είναι καιρός να διαλυθούν οι ψευδαισθήσεις;

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

«ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ … ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ»

   
           Σχεδόν δεκαοκτώ μήνες εξουσίας και ο Γ. Παπανδρέου με την κυβέρνησή του πέρα από τις γενικόλογες διακηρύξεις,  στις οποίες περισσεύουν οι  υποσχέσεις για μελλοντική ευημερία,, που περισσότερο  συσκοτίζουν παρά διαφωτίζουν τους σκοπούς του, συνεχίζει να φαίνεται πως έχει ως έργο του, και στην πραγματικότητα το καταφέρνει, να ρυθμίζει τις συγκρούσεις  μεταξύ  ατόμων και κοινωνικών ομάδων, με τη συμφωνία μάλιστα των ίδιων, έχοντας  σταθερό κι αμετάβλητο στόχο την εφαρμογή   της  κυριαρχούσας πολιτικής και οικονομικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί την πολύπαθη και ιδεολογικά φορτισμένη λέξη «μεταρρύθμιση»  και  ευαγγελίζεται αλλαγές που εμπίπτουν στις απαιτήσεις της νέας κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας. Το καινοτόμο στοιχείο στις  μεταρρυθμίσεις του είναι ότι αυτές δεν ακολουθούν απλώς τις επιταγές των οικονομικών και πολιτικών κέντρων εξουσίας (Βρυξέλλες και βέβαια Ουάσιγκτον ), αλλά μάλλον εξελίσσονται παράλληλα, αν δεν προηγούνται μάλιστα (η Ελλάς ένα είδος πειραματικού εργαστηρίου;) επιδεικνύοντας ζήλο νεοφώτιστου.
      Δεκαοκτώ μήνες τώρα δεν έγινε δυνατόν   ν΄   αναπτυχθεί ένας ισάξιος  αντίπαλος λόγος από πολιτικούς, διανοούμενους,  εργαζόμενους.
     Βέβαια, εδώ και μια  εικοσαετία έχει ξεκινήσει  από κόμματα, πολλούς  δημοσιογράφους  και  διανοούμενους, μια προσπάθεια να πειστεί ο λαός ότι θα πρέπει να εγκαταλειφθεί κάθε προσπάθεια συγκρότησης μιας εναλλακτικής πρότασης ενάντια στην παρούσα ηγεμονική  τάξη πραγμάτων, με συνέπεια να καθαγιαστεί η συναίνεση, να αμβλυνθούν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αριστεράς και δεξιάς και να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι δεν υπάρχει δυνατότητα μεταβολής.
      Δεν παραλείπουν βέβαια όλοι, και ιδιαίτερα οι κυβερνώντες,   να μιλούν για τη δημοκρατία και τον αυξανόμενο ρόλο του απλού ανθρώπου στις κρατικές υποθέσεις και τις δυνατότητες που έχουν οι μάζες να εισβάλλουν στον κλειστό κύκλο εξουσίας ( όρα «διαβούλευση» και μάλιστα ηλεκτρονική) Με μια υποσημείωση όμως που δεν λέγεται, αλλά εφαρμόζεται. Επειδή πια  δεν φαίνεται δυνατός ο αποκλεισμός των μαζών από την πολιτική, επειγόντως οι μάζες θα πρέπει να χειραγωγούνται, χωρίς να το αντιλαμβάνονται.
Η οργάνωση και οι δραστηριότητες των αντιδρώντων πρέπει να αναγνωριστούν, ακόμα και να επιδοκιμαστούν,  προκειμένου να δαμαστούν
      Έτσι,  εμφανίζονται ως  καθολικά αποδεκτές αλήθειες οι  πολιτικές επιλογές και ενέργειες της κυβέρνησης,  που εφαρμόζει το περίφημο μνημόνιο, το οποίο υπέγραψε και επέβαλλε με  τις δέουσες δημοκρατικές διαδικασίες. Είναι λοιπόν πολύ δυσκολότερο να ανατραπούν  αυτές οι επιλογές όταν οι κυβερνώντες επικαλούνται εθνικό συμφέρον ή  μακροπρόθεσμο όφελος των κοινωνικά ασθενέστερων, όταν μάλιστα δεν υπάρχει μια γενικότερη θεωρία που να ερμηνεύει   την υπάρχουσα πολιτικοκοινωνική κατάσταση.
          Στα πλαίσια αυτά, ο πρωθυπουργός, επιδιώκοντας διακαώς  τη λαϊκή υποστήριξη και ανοχή, χρησιμοποιεί όλο και προοδευτικότερες ταμπέλες για την περιγραφή των επιλογών του. Οι ταμπέλες όμως «μεταρρύθμιση», «προοδευτικό» «σοσιαλιστικο», κρύβουν κάθε φορά και μια νέα φουρνιά από πανομοιότυπα  κοινωνικά,  υποτίθεται, μέτρα που μεταστρέφονται  στα πια αντιδραστικά.
     Όσοι  όμως  δεν τηρούν παθητική στάση ούτε είναι  πρόθυμοι  να υπακούσουν στα κελεύσματα των παραδοσιακών θεσμοθετημένων οργάνων διεκδίκησης (όπως π.χ συνδικαλιστικών οργανώσεων)  και οι δράσεις  και ενέργειες των οποίων δεν μπορούν  να αφομοιωθούν, δεν ταιριάζουν στο σχήμα της επίσημης πολιτικής, ακόμα κι αν αυτοαποκαλείται σοσιαλιστική, και πρέπει να αναχαιτιστούν εν τη γενέσει τους. Κι αυτό αποδείχτηκε με την αντίδραση της επίσημης κυβέρνησης στη δράση αυτών που δεν πληρώνουν διόδια, εισιτήρια κλπ. και  των ιδεολογικών συνοδοιπόρων τους, για να θυμηθούμε εκφράσεις περασμένων δεκαετιών. Ξεκίνησαν με τη συκοφαντία και την υπογράμμιση της αναγκαιότητας της τήρησης της νομιμότητας και προσπάθησαν να αυστηροποιήσουν το ποινικό  πλαίσιο  αν και υποχώρησαν τελικά (ένδειξη φόβου για επέκταση των αντιδράσεων;)
        Συμβολικές ενέργειες και αντιδράσεις  δεν πτοούν την πολιτική εξουσία, μάλλον τη διευκολύνουν να περάσει το προφίλ της δημοκρατικής κυβέρνησης κι έτσι να πείσει για τις  καλές προθέσεις της  ευκολότερα.  Οι φλύαρες και γεμάτες αδράνεια  κινήσεις  συνδικάτων και πολιτικών κομμάτων, οι συνεχείς συζητήσεις, διαφωνίες, υποψίες, δεν φοβίζουν πια.
       Αυτό που φοβίζει την κυβέρνησή μας και κάθε δημοκρατική κυβέρνηση της  Δύσης  είναι οι ενέργειες που θα μπορούσαν  να παρακωλύσουν την ανάπτυξη της απολιτικής και ανιστορικής κοινωνίας που εδώ και είκοσι χρόνια προσπαθούν φιλότιμα να διαμορφώσουν όλα τα κέντρα εξουσίας. Όταν αναφέρονται οι «έγκριτοι» αναλυτές, δημοσιογράφοι σε δράσεις της πολιτικής εξουσίας   περιπτωσιολογούν ή προσωποποιούν ( «λάθος» η ενέργεια του  υφυπουργού εσωτερικών,  «εκρηκτική» η προσωπικότητα του αντιπροέδρου της κυβέρνησης)  αφήνοντας στο περιθώριο και στο σκοτάδι κάθε πολιτική ανάλυση που θα μπορούσε να αναδείξει συμφέροντα,  σκοπιμότητες και  αιτίες  που διαχωρίζουν  πια ταξικά τους  ανθρώπους κι όχι προσωπικά η το πολύ συντεχνιακά.
     Γιατί στην πραγματικότητα αυτό φοβούνται. Μήπως η συνειδητοποίηση   των κοινών συμφερόντων συνεγείρει μεγάλες μάζες και αντιδράσουν. Προς το παρόν συκοφαντώντας τη μια κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης  καταφέρνει η κυβέρνηση  να κάνει αποδεκτά τα κοινωνικοοικονομικά  μέτρα. Μια κοινωνία που εθίστηκε να επαναπαύεται στις  κοινωνικές κατακτήσεις προηγούμενων δεκαετιών  και εξελίχτηκε ζώντας μέσα στον φόβο, μήπως  και χάσει  τη βολή της,  πολύ δύσκολα θα κινητοποιηθεί πριν φτάσει ο κίνδυνος στην πόρτα της.   Ο σκεπτικισμός, το πνεύμα της σύνεσης και του συμβιβασμού μας έχει  τους περισσότερους κυριεύσει, κάνοντάς μας ανίκανους να αντιδράσουμε πραγματικά, όχι συμβολικά.
     Η αντίδραση του «δεν πληρώνω» παίρνοντας ολοένα και πιο συλλογική μορφή τους φοβίζει. Όχι  αυτή  καθαυτή  η ενέργεια και οι δήθεν φοβερές επιπτώσεις της και μάλιστα στα λαϊκά στρώματα (διαφεύγουν έσοδα που θα κληθεί να πληρώσει η φτωχολογιά εν ολίγοις).  Αυτό που φοβίζει είναι ότι συνενώνει σε κάτι κοινό και μάλιστα μη ελεγχόμενο,  μεγαλύτερες μάζες  ανθρώπων. Ο κυριότερος  εχθρός της κάθε εξουσίας είναι το συλλογικό πάθος. Είναι αυτό που μπορεί να ενώσει πολλούς και να τους κάνει να πάψουν να φοβούνται. Γι’ αυτό βάλθηκαν όλοι όψιμα να υπερασπιστούν τη νομιμότητα και να αναλύουν τα αντικρουόμενα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων.
    Δεν γνωρίζουμε τη δύναμή μας. Ακόμη και δίχως μάχη, με τα χέρια σταυρωμένα, αν όλοι μαζί πούμε  ΟΧΙ καμιά  πολιτική ή οικονομική εξουσία δεν αποκτά δύναμη.

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Είναι ανάγκη, ανάγκη εθνική και επιτακτική, να ζητήσουμε επισήμως από τους εταίρους μας την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης, που από κοινού δημιουργήσαμε στην Ε.Ε. Έχω ήδη δώσει εντολή στον Υπουργό Οικονομικών να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες. Και οι εταίροι μας θα συνδράμουν άμεσα και αποφασιστικά, ώστε να παράσχουν στην Ελλάδα το απάνεμο λιμάνι που θα μας επιτρέψει να ξαναχτίσουμε το σκάφος μας με γερά και αξιόπιστα υλικά. Άλλα και να στείλουν και ένα ισχυρό μήνυμα στις αγορές, ότι η Ε.Ε. δεν παίζει και προστατεύει το κοινό μας συμφέρον και το κοινό μας νόμισμα»
Από τη δήλωση  του Παπανδρέου στις 24/4/2010  για την ανακοίνωση της προσφυγής  της Ελλάδας  στο μηχανισμό στήριξης
«Τους ζητήσαμε να βοηθήσουν και τιμάμε στο ακέραιο τις δεσμεύσεις μας. Δεν ζητήσαμε όμως από κανέναν να παρεμβαίνει στα εσωτερικά της χώρας. Θα πρέπει όλοι να αντιληφθούν τον ρόλο τους. Και αυτό θα το καταστήσουμε σαφές σε όλους τους εταίρους μας.
«Έχουμε ανάγκη αλλά έχουμε και όρια. Και τα όρια της αξιοπρέπειάς μας δεν τα διαπραγματευόμαστε με κανέναν. Εντολές παίρνουμε μόνο από τον ελληνικό λαό.
» Η κυβέρνηση επανειλημμένως έχει τοποθετηθεί για την ανάγκη αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, με όρους διαφάνειας, ώστε αυτή να συνεισφέρει στην ανάπτυξη αλλά και στη μείωση του δημόσιου χρέους…»
Από τη δήλωση του Πεταλωτή τις πρωινές ώρες  στις 11/2 2011  για τη συνέντευξη της τρόικας την προηγούμενη  στις τρεις

     Τελικά, στο μόνο που μένει σταθερή η  κυβέρνηση  είναι ότι αναδεικνύεται φορέας μιας ιδεολογίας για τη οποία η απόλυτη αξία είναι η «επικοινωνία», που γίνεται αντιληπτή αυτόνομα και ως αυτοσκοπός.
     Σε μια καθοριστική στιγμή για τον ελληνικό λαό, ο πρωθυπουργός του, δέκα μήνες πριν,  για να του ανακοινώσει τη δραματική απόφαση που θα  άλλαζε άρδην τη χώρα επέλεξε το  σκηνικό καλοκαιρινών  διακοπών για να  παρουσιάσει την απόφαση της κυβέρνησής του ως σωτήρια για τη χώρα – μόνο σαμπάνιες που δεν μας προέτρεψε ν’ ανοίξουμε για  την στιγμή που ήρθε και «το χρόνο που δεν μας δίνουν οι αγορές, αυτόν τον χρόνο να μας τον δώσει η απόφαση που πήραμε όλοι μαζί οι ηγέτες των χωρών της Ευρώπης για να στηριχθεί η Ελλάδα».  
      Το περιτύλιγμα  και μια δόση ονείρου  είναι απαραίτητα για να γίνει ελκυστικό το  «πολιτικό  προϊόν», ακριβώς όπως λειτουργεί η διαφήμιση ενός καταναλωτικού προϊόντος. Αυτό που ενδιαφέρει πια δεν είναι η ίδια η πολιτική απόφαση,  αλλά η  ακαθόριστα χρωματισμένη και ανέμελη   ατμόσφαιρα που θέλησαν να  δημιουργήσουν οι κρατούντες   απ’  αυτό το αποτραγικοποιημένο και εκθεατρισμένο σκηνικό που στήθηκε για την ανακοίνωση.
     Πριν δυο μέρες, με   τη συνέντευξη της η τρόικα υποκατέστησε  τους έλληνες υπουργούς. Με καθυστέρηση σχεδόν δώδεκα ωρών,  ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, αφού μέτρησε η κυβέρνηση αντιδράσεις, έβγαλε ανακοίνωση για να «υπερασπιστεί» την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού και της κυβέρνησής του.  Και σ’ αυτήν την περίπτωση, το μόνο που ενδιέφερε την κυβέρνηση είναι ο αντίκτυπος στον ελληνικό λαό, και όχι οι δράσεις ή  οι λόγοι της τρόικας, αφού εξάλλου σ’ αυτην  απροκάλυπτα λογοδοτεί η κυβέρνηση δέκα μήνες  τώρα.
     Ο   Παπανδρέου και η κυβέρνησή του κάνει χρήση μιας επίπλαστης γλώσσας δίχως σχέση με την πραγματικότητα, δίχως άμεση επαφή με τα προβλήματα του παρόντος. Ταυτίζουν  την εμβάθυνση  της πολιτικής  και της δημοκρατίας με την εμβάθυνση της επικοινωνίας. Κυρίαρχη πάντα, και σ’ αυτήν την περίπτωση με απροκάλυπτο τρόπο,  η επικοινωνία, που ανάγεται σε αυτοδύναμη αξία, γιατί εγγυάται ότι τα πάντα είναι ανταλλάξιμα. Και τα πάντα είναι ανταλλάξιμα, επειδή τα πάντα έχουν αναχθεί στη λογική της χρησιμοθηρίας.
      Το ακόμα πιο τραγικό βέβαια είναι ότι θέλουν να μας πείσουν ότι ο πιο  ωφελημένος, πολύ μακροπρόθεσμα βέβαια, από όλες αυτές τις πολιτικές ενέργειες  θα  είναι  ο ελληνικός λαός. Επειδή όμως υπάρχει περίπτωση να μην το  πολυκαταλαβαίνει "ο κυρίαρχος λαός",  μέσα σ’ όλα τα καθήκοντα ανέλαβε κι  αυτό η κυβέρνηση με τους πρώην και νυν σοσιαλιστές της και σοσιαλίζοντες, να τον  διαφωτίσει.
        Ο  Παπανδρέου  και η κυβέρνησή του διακατέχεται από παιδαγωγικό οίστρο, μια μανία επίδειξης των καλών προθέσεών τους, θεωρώντας ότι η πολιτική είναι ζήτημα πειθούς, αποκάλυψης της αναγκαιότητας των μέσων σε σχέση με σκοπούς που ανακηρύσσουν καθολικά αποδεκτούς (π.χ. προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης), περιβολής με γοητεία της λειτουργίας των νόμων και των περιορισμών τους, ενώ θεωρούν ότι η αληθινή ζωή και τα αληθινά προβλήματα φιμώνονται από τις ιδεολογικές κατασκευές. Οι διαφορές προγραμμάτων και λόγων εξαφανίζονται, μόνο τα ρητορικά σχήματα, που αποσκοπούν στο να διανθίσουν την τεχνική γλώσσα, μπορούν να ποικίλλουν. Ουσιαστικά έχουμε την πολιτική των μέσων επικοινωνίας, την πολιτική θέαμα, που όμως δεν είναι τυχαία γεγονότα που ήλθαν να συσκοτίσουν  τη γνήσια δημοκρατική αντιπαράθεση ούτε είναι αρρωστημένες παρενέργειες του συστήματος των μέσων ενημέρωσης επί του πολιτικού συστήματος, σαν να υπάρχουν σύνορα που χωρίζουν το τεχνητό  από το αυθεντικό, την πολιτική από την επικοινωνία, την εξουσία από τη γλώσσα.  Αυτό το παιχνίδι επικοινωνίας, που έχει φτάσει στο απόγειό του με την κυβέρνηση Παπαντρέου, είναι η ίδια η πολιτική, ένα εμπορεύσιμο αγαθό, δεν κρύβει τίποτε άλλο, αυτό είναι το ουσιώδες.
      Από τη στιγμή που οι πολιτικοί απεκδύθηκαν του ρόλου τους και επικαλούνται ως μόνη νομιμοποίηση εκείνη  της διαχειριστικής τους αρμοδιότητας δεν μπορούν όχι μόνο να αναλάβουν πολιτική δράση αλλά ούτε πολιτικό λόγο να αρθρώσουν.
     Όσο όμως επιδεινώνεται η οικονομική και κοινωνική κατάσταση θα απαιτείται κάτι περισσότερο από πραγματείες για πράσινη ανάπτυξη, ατομική αυτονομία κλπ. Ισως αναγκαστούν οι πολιτικοί και οι τοποτηρητές τους να αντιληφθούν πως η ηρεμία η βασισμένη στην αδιαφορία και τη συμφωνία επί του ελαχίστου δυνατού κοινωνικού συμβολαίου είναι απατηλή. Μπορούμε να τους αναγκάσουμε να το αντιληφθούν. Η Αίγυπτος έδειξε το δρόμο.


Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ...HAPPENING



    Διαβάζοντας  τo κύριο άρθρο του Κυριακάτικου Βήματος της 30ης  Ιανουαρίου που  καταλήγει « …Αν σήμερα υπάρχει ανεργία, εν πολλοίς αυτή οφείλεται στο ότι εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαποί απασχολούνται   σε κάθε είδους  εργασία –κατά προτίμηση στα αληθώς βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Πρέπει κάποια στιγμή να σοβαρευτούμε. Δεν γίνεται και το κρέας απείραχτο και ο σκύλος χορτάτος…» αναρωτιέται κανείς γιατί βάλθηκαν όλοι να ψάχνουν το αυγό του φιδιού και αγνοούν το ίδιο το φίδι που κυκλοφορεί ολοένα και πιο απροκάλυπτα ανάμεσά μας.
     Οι εκφραστές της εξουσίας, αλλά ακόμα κι αυτοί που ισχυρίζονται ότι της αντιστέκονται,  αρνούμενοι ακόμα και τώρα την ιδεολογικοποίηση των προβλημάτων, την ένταξή τους σε μια σφαιρική προοπτική, σ’ ένα σύστημα ερμηνείας αναζητούν  ψεύτικες λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα που το μόνο που κάνουν είναι να ισχυροποιούν περισσότερο το σύστημα και την ιδεολογία του.
     Η  έντονη καταδίκη   από   την πολιτική  ηγεσία,  με προεξάρχουσα  την υπουργό Διαμαντοπούλου,  των  γεγονότων  της Νομικής με τους  μετανάστες απεργούς πείνας σε συνδυασμό με την απόρριψη, ως μέσου αντίδρασης, της άρνησης για πληρωμή διοδίων ή εισιτηρίων αποκαλύπτει το οπλοστάσιο όσο και τους  φόβους  της παρούσας διακυβέρνησης.
    Τα γεγονότα της Νομικής,  που τελικά η διαχείρισή τους τα μετέτρεψε σε happening χωρίς να αγγίζει τον σκληρό πυρήνα του προβλήματος, ανέδειξε όχι μόνο τις οργανωτικές αδυναμίες  των  υπερασπιστών «της γης των κολασμένων», όπως χαρακτηρίζονται, αλλά και τους συγκεχυμένους στόχους  τους  με τις  άδηλες  προοπτικές  τους.
     Οι μετανάστες που έχουν φτάσει μέχρις εδώ, ξεπερνώντας   αντίξοες συνθήκες, εκ των πραγμάτων έχουν αποδείξει ότι τολμούν και επιμένουν, με όποιο κόστος,  να αλλάξουν τη ζωή τους.  Η δύναμή τους είναι πολύ μεγαλύτερη και απ’ αυτούς που τους εκμεταλλεύονται και από αυτούς που τους υπερασπίζονται. (Η μόνη τους αδυναμία οι συνθήκες. Αν τις αλλάξουν; Μήπως τελικά αυτός είναι ο φόβος; )
      Όλοι αυτοί που οργάνωσαν αυτό που πήρε από τα ΜΜΕ τη μορφή  happening στη Νομική  φάνηκε ότι  φιλοδοξούσαν  απλώς  να φέρουν στο προσκήνιο  το μεταναστευτικό με ελάχιστη όμως ανατρεπτική διάθεση. Φάνηκαν τόσο διστακτικοί κι αναποφάσιστοι, ώστε επέτρεψαν την εκμετάλλευση τους για ν’ αναδειχτούν θέματα  τελείως διαφορετικά  και σε διαφορετική βάση, όπως το άσυλο. Εμφανίστηκαν οι μετανάστες ότι δεν μπορούν ούτε καν να αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, αλλά χρειάζεται να αντιπροσωπεύονται. Οι αντιπρόσωποι αυτοί εμφανίστηκαν  ως προστάτες που τους προστατεύουν από τους άλλους που είτε είναι εχθρικοί ή δεν καταλαβαίνουν. Οι περισσότεροι μάλιστα από τους  θεωρητικούς  που τους υπερασπίζονται φάνηκε πως  δεν οραματίζονται ένα διαφορετικό μέλλον και ούτε δίνουν μια πολιτική προοπτική  ριζικά διαφορετική  από την επικρατούσα.
       Όταν όμως η βαθειά δυσπιστία απέναντι στα κρατικά όργανα συνδυάζεται με συμφωνία με τη νομιμοποιητική αρχή που στηρίζει την κοινωνία, όταν το μεταναστευτικό δεν εντάσσεται στο συνολικό πλαίσιο που τονίζει την αλληλεξάρτηση όλων των φαινομένων, όταν οι ίδιες οι πράξεις  συμπαράστασης στους μετανάστες δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τα θεμέλια της κοινωνικής τάξης ,τότε σε μια ήδη δομημένη κοινωνία, με οικονομικά μάλιστα προβλήματα, με ποιο τρόπο και σε ποια κοινότητα  οι μετανάστες θα μπορέσουν να ενταχθούν;
      Βέβαια, η  επικρατούσα εξουσία και οι εκφραστές της έσπευσαν να καταφύγουν  στο στερέωμα των καθαρών ιδεών, να δηλώσουν πανηγυρικά την προσήλωσή τους στις μεγάλες αρχές, τον αποτροπιασμό τους για τον ρατσισμό και να τονίσουν την αποφασιστικότητά τους για την υπεράσπιση της εννόμου τάξης.
     Και ύστερα ήλθε το κύριο άρθρο του Βήματος. Μας δείχνει το πρώτο πρόχειρο όπλο που η εξουσία,  μεγάθυμη,  διαθέτει,   για να δειχνει ότι αγωνίζεται για βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς.